“Προσκύνησα τα όνειρα σε αλυσίδα σκλάβου, γυρεύοντας την όψη μου σ’ ανέμου ακταιωρό*, επήρα μέσα στο σκαρί τα μάγια αστρολάβου*, αστέρι έρμα*αιμάτινο και όλο νυκτοπορώ* να πλέκω ύμνο πόλεμο κι όλο να ναυαγώ.”
“Στα άφθονα και στα μεγάλα, στον μαρασμό, στην καχεξία, το βλέμμα σου, ας δει και τ’ άλλα, που ‘χουνε ξέχωρη αξία…”
“Μα ένας γέρος ήλιος απλώνει μια σκιά μου γνέφει να κρυφτώ στην αντηλιά του πετάει τη στολή του, φορά μαύρη προβιά και γίνεται αρχάγγελος θανάτου…”
“Στο τάσι του καλοκαιριού η φτώχεια αποκοιμιέται κι ενός εχθρού η θύμηση σκιά ξομολογιέται. Ποτέ δεν ήταν του φτωχού το λήμμα του καλοκαιριού.”
“Η ζωή μεγάλη χύτρα μα ‘γω βγήκα απ’ άλλη μήτρα κι έχω μείνει ατσαλάκωτο σκαρί. Δεν χωρώ στη λογική τους αν και νοιώθω την ψυχή τους μα δεν βράζω στο δικό μου το ζουμί…”
“Σαν αχτίνες χρυσές να τρυπώνω τα λόγια μου μες απ’ τους πόρους σας, δίχως να ξέρετε, προχωρώντας και φέγγοντας, βαθύτερα, όλο και βαθύτερα μες στις καρδιές σας…”
“Ω, η Δευτέρα ποτέ να μην ερχόταν! Αν έχεις ξεχάσει, λέω, αυτό…”
“Να πεις κι αυτό για μένα: είτανε ποταμός σαράντα οργιές του βάθους που κύλαε τα ίσα πάνου· μόνο σαν ξέρασε τη λύσσα του απόθανε. Αυτό να πεις σα βραδιαστούνε και χάσουνε το δρόμο τους οι πολυεδρικοί οι φωνακλάδες οι διεφθαρμένοι.”
“Θυγατέρα του ανέμου – κόρη της φωτιάς Την ορμή σου δάνεισέ μου – πάμε όπου πας. Βάλε με στην αγκαλιά σου – ν’ αποκοιμηθώ δώσ’ μου απ’ τα κύτταρά σου – ν’ αναγεννηθώ.”
“Δεν έχεις τίποτα να χάσεις κι είναι βαριές οι αλυσίδες… Μα τα δεσμά, αν θες να σπάσεις, δόμησε βάσιμες ελπίδες!”