“Στο τάσι του καλοκαιριού η φτώχεια αποκοιμιέται κι ενός εχθρού η θύμηση σκιά ξομολογιέται. Ποτέ δεν ήταν του φτωχού το λήμμα του καλοκαιριού.”
“Η ζωή μεγάλη χύτρα μα ‘γω βγήκα απ’ άλλη μήτρα κι έχω μείνει ατσαλάκωτο σκαρί. Δεν χωρώ στη λογική τους αν και νοιώθω την ψυχή τους μα δεν βράζω στο δικό μου το ζουμί…”
“Σαν αχτίνες χρυσές να τρυπώνω τα λόγια μου μες απ’ τους πόρους σας, δίχως να ξέρετε, προχωρώντας και φέγγοντας, βαθύτερα, όλο και βαθύτερα μες στις καρδιές σας…”
“Ω, η Δευτέρα ποτέ να μην ερχόταν! Αν έχεις ξεχάσει, λέω, αυτό…”
“Να πεις κι αυτό για μένα: είτανε ποταμός σαράντα οργιές του βάθους που κύλαε τα ίσα πάνου· μόνο σαν ξέρασε τη λύσσα του απόθανε. Αυτό να πεις σα βραδιαστούνε και χάσουνε το δρόμο τους οι πολυεδρικοί οι φωνακλάδες οι διεφθαρμένοι.”
“Θυγατέρα του ανέμου – κόρη της φωτιάς Την ορμή σου δάνεισέ μου – πάμε όπου πας. Βάλε με στην αγκαλιά σου – ν’ αποκοιμηθώ δώσ’ μου απ’ τα κύτταρά σου – ν’ αναγεννηθώ.”
“Δεν έχεις τίποτα να χάσεις κι είναι βαριές οι αλυσίδες… Μα τα δεσμά, αν θες να σπάσεις, δόμησε βάσιμες ελπίδες!”
“Δεν έχουμε πια ούτε νερό, ούτε ψωμί, μιά συνήθης μεγάλη ημέρα τελειώνει• έτσι πεινασμένη, έτσι διψασμένη, χωρίς ανθρώπους και κυρίως χωρίς ποιητές.”
“Δεν ήταν πολλοί αυτοί που έφταναν τα τριάντα. Στα γεράματα προνόμιο είχαν οι πέτρες και τα δέντρα. Η παιδική ηλικία διαρκούσε όσο αυτή των κουταβιών του λύκου. Έπρεπε να βιάζεσαι, να προλάβεις να ζήσεις πριν βασιλέψει ο ήλιος, πριν πέσει το πρώτο χιόνι…”
“Στη σκέψη κάποιων ονειροπαρμένων σε είδα στα πεδία των μαχών βοτάνι στις πληγές των ηττημένων και δάφνη σε στεφάνια νικητών…”