“Δεν έχουμε πια ούτε νερό, ούτε ψωμί, μιά συνήθης μεγάλη ημέρα τελειώνει• έτσι πεινασμένη, έτσι διψασμένη, χωρίς ανθρώπους και κυρίως χωρίς ποιητές.”
“Δεν ήταν πολλοί αυτοί που έφταναν τα τριάντα. Στα γεράματα προνόμιο είχαν οι πέτρες και τα δέντρα. Η παιδική ηλικία διαρκούσε όσο αυτή των κουταβιών του λύκου. Έπρεπε να βιάζεσαι, να προλάβεις να ζήσεις πριν βασιλέψει ο ήλιος, πριν πέσει το πρώτο χιόνι…”
“Στη σκέψη κάποιων ονειροπαρμένων σε είδα στα πεδία των μαχών βοτάνι στις πληγές των ηττημένων και δάφνη σε στεφάνια νικητών…”
“Μεγάλη ποίηση τα έργα σας. Τι να πω εγώ, ο ασήμαντος ποιητής, στα εργοστάσια, στην αγροτιά, στους λαούς που υποφέρουνε;”
“Αετέ, δεινέ πολεμιστή, την κόλαση την είδες, τη βία που επέβαλλε, κρεμάλες κι αλυσίδες…”
“Κανείς ποτέ δεν του εξήγησε τι ήθελε να πει ο Μπρεχτ για τον κύκλο, την κιμωλία, το σίδερο, την τιμή και για τα πέρα βάθη των πόλεων..”
“Εμείς σαν ουράνια τόξα θα υψωθούμε τη νύχτα να κάνουμε τ’ όνειρο αλήθεια μιας νίκης γεμάτης ιαχές ζωής…”
“Πάνου στης στέρνας τον καθρέφτη, Αλαφροσάλευε η τσιγγάνα. Πράσινη σάρκα, πράσινα μαλλιά, και μάτια παγωμένο ασήμι. Μια κρύα κρούστα φεγγαριού Τη δένει απάνου στο νερό…”
“Ακόμα περιμένουν η θάλασσα να δροσίσει τη στεριά και το πρόσωπό τους ο θαλασσινός αέρας δύναμη να τους δώσει…”
Η τελευταία ποιητική Συλλογή του Γιώργου Δ. Μπίμη, έχει τίτλο: ”Ο χρόνος και η απόσταση”. Κυκλοφορεί σε όλα τα μεγάλα Βιβλιοπωλεία της Αθήνας.