Αγγελική Ραυτοπούλου: Ο δημόσιος υπάλληλος
“Κανείς ποτέ δεν του εξήγησε τι ήθελε να πει ο Μπρεχτ για τον κύκλο,
την κιμωλία, το σίδερο, την τιμή και για τα πέρα βάθη των πόλεων..”
Κι ήταν σκυφτός στο τραπεζάκι του.
Να σαλιώνει ολημερίς χαρτόσημα, να υφίσταται μαζί με την κόλλα,
να έχει γίνει ύπαρξη ηρωική του γραφείου που όριζε την ζωή του.
Κι έπειτα, μετά την οκτάωρη εργασία του,
να παίρνει σκυφτός το δρομάκι για το λεωφορείο.
Μίζερος εφιάλτης οι μέρες του, κακόμοιρη ευεξία η ψεύτικη του εικόνα.
Με το φθαρμένο πουκάμισο το καλοσιδερωμένο,
με την γαλάζια του γραβάτα σφιγμένη στον πεντάρφανο λαιμό του,
σαν αγχόνη το δειλινό όπου ο δήμιος εκτελεί με ελαφρότητα
τον στίχο μιας επανάστασης που ποτέ δεν έκανε.
Κι έπειτα, τα όνειρα τ’ απομεσήμερου να τον εκδικούνται που δεν μεγαλούργησε,
που δεν έγραψε μιαν φανταχτερή σελίδα στ’ απόβροχο της σκηνής
του θεάτρου της ζωής.
Και τα παιδιά να ζητούν εξοχικό με πούλιες και φτερά παρήγορα
στο χρώμα του αίματος.
Και να περνούν τα χρόνια αιώνες ρημαγμένοι.
Κι η θέληση να απεργεί κι ο θεός να παρακολουθεί αυστηρός από τον τοίχο.
Κάποια μέρα ενός έτους δίσεκτου πήρε δωρεάν εισιτήρια απ’ την εργατική Εστία
και κορδωμένος τράβηξε στους θεατρίνους.
Ο Μπρεχτ, η τιμή του σίδερου, ο εραστής της πρωταγωνίστριας
κι ο σιδεράς του έμαθαν την λάμψη.
Τα μάτια του θόλωσαν. Κάπου στην τσέπη του είχε ένα χαρτόσημο,
το σάλιωσε και το κόλλησε στο κούτελό του.
Όλοι χειροκροτούσαν την πρωταγωνίστρια. Εκείνη πέθανε λαμπερή κι ένδοξη.
Κι εκείνος έγειρε στο κάθισμα κι έσβησε έγγραφο χωρίς όνομα, έγγραφο επίσημο.
Κανείς ποτέ δεν του εξήγησε τι ήθελε να πει ο Μπρεχτ για τον κύκλο,
την κιμωλία, το σίδερο, την τιμή και για τα πέρα βάθη των πόλεων..
Αγγελική Ραυτοπούλου
Εμπεριέχεται στο υπό έκδοση βιβλίο «Ικέτιδες ώρες-Επτά και θανάσιμα»
Έργο σινική μελάνη: Το πλήθος, της Αγγελική Ραυτοπούλου
