Κυριακή πρωί μ’ ένα ποίημα: «Χορικό για κείνον που τραγούδησε μέσα στα βασανιστήρια» του Λουί Αραγκόν
«Κι’ αν ήταν να τον ξαναπορευτώ,
θα τον ξαναπορευόμουν τούτο το δρόμο…»
Ο ποιητής, μυθιστοριογράφος και δημοσιογράφος Λουί Αραγκόν γεννήθηκε στις 3 Οκτώβρη του 1897 στο Παρίσι και πέθανε στις 24 Δεκέμβρη του 1982.
Ο Λουί Αραγκόν γράφτηκε στην Ιατρική σχολή, την οποία όμως την εγκατέλειψε για να αφοσιωθεί στη λογοτεχνία. Το 1917 γράφει τα πρώτα του ποιήματα.
Έλαβε μέρος στον Α’ παγκόσμιο πόλεμο, υπηρετώντας το μέτωπο ως νοσοκόμος. Στον Β’ παγκόσμιο πόλεμο, στρατεύτηκε ως αντιστασιακός. Μέσα στην καρδιά του πολέμου, έγραψε πολλά αντιστασιακά έργα.
Συμμετείχε στην ίδρυση και έγινε τακτικός συνεργάτης των λογοτεχνικών περιοδικών Litterature και La Revolution Surrealiste.
Το 1932 έρχεται σε ρήξη με τον Μπρετόν και τον σουρεαλισμό.
Το 1927 έγινε μέλος του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος και το 1950 εκλέχτηκε στην Κεντρική Επιτροπή του.
Ο Λουί Αραγκόν τιμήθηκε το 1957, με το λογοτεχνικό βραβείο «Λένιν».
Έργα του – Ποίηση: Πυροτεχνήματα (1920), Αέναη κίνηση, Τα μάτια της Έλσας (1942) κ.ά.
Μυθιστορήματα: Ανισέ ή το πανόραμα (1921), Οι περιπέτειες του Τηλέμαχου (1922), Ο Παριζιάνος χωρικός (1926), Οι καμπάνες της Βασιλείας (1934), Οι καλές συνοικίες (1936), Κομμουνιστές (6 τόμοι, 1949 – 1951 και 1966 – 1967) κ.ά.
Δοκίμια: Περί του ύφους (1928)
Το ποίημα «Χορικό για κείνον που τραγούδησε μέσα στα βασανιστήρια» εμπεριέχεται στα «Τρία Ποιήματα του L. Aragon» και είναι σε μετάφραση – απόδοση του Τ. Κ. Παπατσώνη.
«Κι’ αν ήταν να τον ξαναπορευτώ,
θα τον ξαναπορευόμουν τούτο το δρόμο…»
Μια φωνή ανεβαίνει από τα σίδερα
και μιλάει για μελλούμενες μέρες.
Λένε πως στο κελλί του
δυο άντρες απόψε
του ψιθυρίζανε: «Πες τους το ναι.
Τόσο έχεις βαρεθή τούτη τη ζωή;
Μπορείς να ζήσεις, μπορείς να ζήσεις,
μπορείς να ζήσεις σαν και μας!
Μια λέξη πες και γλύτωσες!
Γονατιστός, μπορείς να ζήσεις…»
«Κι’ αν ήταν να τον ξαναπορευτώ,
θα τον ξαναπορευόμουν τούτο το δρόμο…»
Η φωνή που ανεβαίνει από τα σίδερα
μιλάει για μελλούμενες μέρες.
«Μια λέξη σου: κι’ η πόρτα ανοίγει·
η πόρτα ανοίγει κι’ εσύ βγαίνεις! Μια σου λέξη,
κι’ ο μακελλάρης χάνει το σφαχτό!
Πες το τό ξόρκι και παίρνουν τέλος τα δεινά σου!
Πες τους τη λέξη, πες ένα ψέμμα,
όσο που αρκεί να αλλάξει η μοίρα σου…
Για σκέψου, σκέψου, σκέψου, σκέψου
τι γλύκα πώχουνε τα πρωινά…»
«Κι’ αν ήταν να τον ξαναπορευτώ,
θα τον ξαναπορευόμουν τούτο το δρόμο…»
Η φωνή που ανεβαίνει από τα σίδερα
είναι για τους μελλούμενους ανθρώπους.
«Το είπα ό,τι ήταν να ειπωθή:
Για σκέψου τον Ερρίκο το βασιληά…
Έν’ άλογο για το βασίλειό του…
Μια λειτουργία για το Παρίσι…»
Μάταιος ο κόπος «Δρόμο λοιπόν!
Ας τον βαραίνει το αίμα του, μια και το θέλει!
Μια τύχη τούμενε, την κλώτσησε,
άδικα ας πάει τούτος ο αθώος!
Κι’ αν ήταν να τον ξαναπορευθή,
θα τον ξαναπορεύονταν τούτο το δρόμο;
Η φωνή που ανεβαίνει από τα σίδερα
λέει: «Κι’ όλας αύριο θα τον πορευτώ».
Ένας πεθαίνει η Γαλλία μένει.
Η Γαλλία, ο έρωτάς μου, η άρνησή μου.
Ω φίλοι μου, σεις, αν πεθάνω,
τώρα θα ξέρετε το γιατί!»
Φτάσανε να τον παραλάβουν.
Μιλάνε γερμανικά.
Ένας τους ορμηνεύει: «Παραδίνεσαι;»
Αυτός ατάραχος ξαναλέει:
«Κι’ αν ήταν να τον ξαναπορευτώ,
θα τον ξαναπορευόμουν τούτο το δρόμο
κάτω απ’ τους γρόθους σας, κάτω απ’ τα σίδερα
να τα χαρούνε οι μελλούμενες οι μέρες.»
Βροχή, πιστέφτε, απάνω του τα βόλια
κι’ αυτός να τραγουδάει «Sanglant est levé…»
Χρειάστηκε να του ρίξουν κι’ άλλα κι’ άλλα
για να του σβήσουν τη φωνή.
Ένα καινούριο γαλλικό τραγούδι
στα χείλια του τότε τραγουδήθη:
ήταν ό,τι έλλειπε απ’ τη Μασσαλιώτισσα
για να φουντώσει σ’ όλη την οικουμένη.
“Κυριακή πρωί μ’ ένα ποίημα”: Δείτε όλα τα ποιήματα εδώ.
