Σαν Διογένης
“Η ζωή μεγάλη χύτρα
μα ‘γω βγήκα απ’ άλλη μήτρα
κι έχω μείνει ατσαλάκωτο σκαρί.
Δεν χωρώ στη λογική τους
αν και νοιώθω την ψυχή τους
μα δεν βράζω στο δικό μου το ζουμί…”
Δεν γουστάρω τους ανθρώπους
που δεν βρίσκουνε τους τρόπους
και βαδίζουνε τις νύχτες στα κρυφά,
με παράξενες ιδέες,
με αλλόκοτες παρέες
όλο σκύβουν και μιλούν ψιθυριστά.
Βγαίνω μέρα – μεσημέρι
Το φανάρι μου στο χέρι
Να ξορκίσω της ψυχής μου τη φθορά.
Προκαλώ σαν Διογένης
σαν τον Πάρη της Ελένης
να τινάξω την αρχαία τους σκουριά.
Η ζωή μεγάλη χύτρα
μα ‘γω βγήκα απ’ άλλη μήτρα
κι έχω μείνει ατσαλάκωτο σκαρί.
Δεν χωρώ στη λογική τους
αν και νοιώθω την ψυχή τους
μα δεν βράζω στο δικό μου το ζουμί.
Βγαίνω νύχτα να φωνάξω
κάτι λύκους να τρομάξω
που εφόρεσαν κατάλευκη προβιά.
Τα θεριά σου να προγκήξω
κι ίσως κάποτε αγγίζω
την δική σου την καρδιά πρώτη φορά.
Ήμουνα παιδί φευγάτο
μα δεν γούσταρα τον πάτο
και ονείρατα ζωγράφιζα τρελά.
Μα με δέρναν με την βίτσα,
γιατί, λέγαν, είχα βίτσια
κάθε βράδυ να μιλώ με τα πουλιά.
Όλα πήγαιναν ρολόι,
μου την έπεφτε το σόι
και ζητούσε κάθε μέρα αναφορά.
Κι όταν έγινα δεκάξι
κάποια νύχτα πριν χαράξει
εκολύμπησα σε άγνωρα νερά.
Τώρα βγαίνω μεσημέρι
τον φανό κρατώ στο χέρι
μία μίζερη ζωή δεν μ’ αφορά
Προκαλώ σαν Διογένης
σαν τον Πάρη της Ελένης
και ξεφεύγω απ’ την δική τους τη θηλιά.
Γιώργος Σπυρόπουλος
Ηράκλειο Κρήτης
