Μαθητές Ψαράδες
Μια γυναίκα με βρεγμένο μαντήλι που κολλούσε στο πρόσωπό της, ένα παιδί ίσως κοντά στην ηλικία του σε κακή κατάσταση, ένα κορίτσι με μαύρα μακριά μαλλιά που ρίχτηκαν πλούσια μέσα στο καΐκι, μια κοπέλα σε προχωρημένη εγκυμοσύνη και άλλοι δεκάδες απελπισμένοι άνθρωποι. Άραγε δύο χιλιάδες χρόνια μετά, αυτό το μήνυμα έστελνε ο Ιησούς όταν μιλούσε για αλιείς ανθρώπων;
Γράφει η Ανδριανή Στράνη
Το καλοκαίρι πέρασε. Τα σχολεία άνοιξαν και οι μαθητές επέστρεψαν στις τάξεις. Όλα έδειχναν εν-τάξει και με την υποδοχή των πρώτων προσφύγων μαθητών. Ο Σήφης από την Γαύδο, μαθητής των τελευταίων θρανίων, παρακολουθούσε το μάθημα των Θρησκευτικών με τη σκέψη:
«Ούτως έσονται οι έσχατοι πρώτοι και οι πρώτοι έσχατοι». (Κατά Ματθαίον 20,16)
Την Κυριακή, 27 Σεπτέμβρη 2026, στην Εκκλησία άκουσε την ευαγγελική περικοπή για την κλήση των πρώτων μαθητών του Ιησού. (Κατά Λουκάν 5,1-11)
Ο Σήφης ενθουσιάστηκε από το ανάγνωσμα γιατί του άρεσαν τα θαύματα.
Εκείνο που περισσότερο εντυπώθηκε στο μυαλό του ήταν ότι στην κλήση των πρώτων μαθητών, ο Ιησούς που περπατούσε στην όχθη της λίμνης της Γαλιλαίας, κάποια στιγμή γύρισε προς τον Σίμωνα και του είπε:
«Μη φοβάσαι, από τώρα και στο εξής θα πιάνεις ζωντανούς (ζωγρών) ανθρώπους». (Κατά Λουκάν 5,10-11)
Ο Σήφης που ψάρευε από πέντε χρονών μαζί με τον παππού του, ζωντανό άνθρωπο δεν είχε πιάσει στα δίχτυα του ακόμη και παραξενεύτηκε.
Τη διδασκαλία και το νόημα των λόγων του Ιησού δεν εννοούσε πλήρως, όλα όμως αυτά θα τα συναντούσε αργότερα στη θάλασσα που ήταν η μεγάλη του αγάπη. Στην ερώτηση της δασκάλας του, τι επάγγελμα θα ακολουθούσε όταν τελειώσει το σχολείο απαντούσε περήφανα:
Ψαράς, όπως οι μαθητές του Ιησού.
Ονειρευόταν να βγαίνει από το ψαροκάικο και να περπατάει στη θάλασσα. Ονειρευόταν να γεμίζουν τα δίχτυα του ψάρια τόσο που να γέρνει από το βάρος η βάρκα, όπως στο θαύμα του Ιησού στην κλήση των πρώτων μαθητών. (Κατά Λουκάν 5, 4-7 )
Ψαράς όμως ανθρώπων δεν είχε γίνει ακόμη. Άραγε τι ήθελε να πει ο Ιησούς λέγοντας:
«Ελάτε, ακολουθήστε με, και θα σας κάνω ψαράδες ανθρώπων». (Κατά Ματθαίον 4,20)
Ένα πρωινό, τέλη του Σεπτέμβρη, πολύ πριν το ξημέρωμα αρμένισαν με τη «Θεοσκέπαστη» μέχρι τη μεγάλη σπηλιά με τα μπλε νερά για να καλάρουν. Ήταν χαρούμενος γιατί ίσα με κει δεν είχε φτάσει ακόμα. Παρότι το αγιάζι έτσουζε, ο Σήφης, που ήταν ντυμένος μόνο με ένα ελαφρύ αδιάβροχο, καταπιάστηκε γρήγορα με τη δουλειά και άρχισε να ζεσταίνεται. Με μαεστρία και σβελτοσύνη άπλωσαν με τον πατέρα του τα δίχτυα και ετοιμάζονταν να φύγουν.
Καθώς η ταχινή ζύγωνε, βάλανε μπροστά τις μηχανές. Δεν πρόκαμαν όμως να απομακρυνθούν και στο δειλό φως της αυγής διέκριναν επιπλέοντα σωσίβια. Φωνές απόγνωσης, σαν κλάματα ακούστηκαν. Ολοταχώς άλλαξαν πορεία καταμεσής του πελάγου. Κοντά στα δίχτυα άνθρωποι στη θάλασσα αγωνίζονταν για να σωθούν. Στα ανοιχτά επέπλεε ξεφούσκωτο φουσκωτό.
Ο Σήφης συγκλονίστηκε. Έβαλε τα δυνατά του απλώνοντας χέρια, παραμερίζοντας δίχτυα.
Μια γυναίκα με βρεγμένο μαντήλι που κολλούσε στο πρόσωπό της, ένα παιδί ίσως κοντά στην ηλικία του σε κακή κατάσταση, ένα κορίτσι με μαύρα μακριά μαλλιά που ρίχτηκαν πλούσια μέσα στο καΐκι, μια κοπέλα σε προχωρημένη εγκυμοσύνη και άλλοι δεκάδες απελπισμένοι άνθρωποι.
Άραγε δύο χιλιάδες χρόνια μετά, αυτό το μήνυμα έστελνε ο Ιησούς όταν μιλούσε για αλιείς ανθρώπων;
Ο Σήφης θεώρησε τον εαυτό του ευλογημένο και τον πήραν τα δάκρυα. Ψάρευε ζωντανούς ανθρώπους.
Στ’ αλήθεια είχε γίνει ένας από τους μαθητές του Ιησού.
Υ.Γ Το παρόν άρθρο γράφτηκε με αφορμή τη σημερινή διάσωση 90 μεταναστών στην Κρήτη (30-9-2026). Υπενθυμίζεται ότι 15.000 μετανάστες και πρόσφυγες «ταξίδεψαν» έως την Κρήτη και τη Γαύδο από την αρχή του έτους.
Ανδριανή Στράνη
