Κόρη της φωτιάς
“Θυγατέρα του ανέμου – κόρη της φωτιάς
Την ορμή σου δάνεισέ μου – πάμε όπου πας.
Βάλε με στην αγκαλιά σου – ν’ αποκοιμηθώ
δώσ’ μου απ’ τα κύτταρά σου – ν’ αναγεννηθώ.”
Την είδα κάποιο Μάρτη
σ’ έναν καιρό αντάρτη
στιχάκια ν’ απαγγέλλει του Ρεμπώ.
Επήρα απ’ τη ματιά της
μια χάντρα θαλασσιά της
την κρέμασα στο στήθος φυλαχτό.
Σκορπούσε στις αψίδες
μπροσούρες και ελπίδες
μα χάθηκε με βήμα βιαστικό.
Μες στα στενά της πόλης
φουγάρων και φορμόλης
οσμή μιας κοινωνίας σε βρασμό.
Μα πέρασαν τα χρόνια
φορτώσαν σε καμιόνια
τα όνειρα π’ απλώναμε μαζί.
Την βρήκα στην πλατεία
ρωτούσε μ’ αγωνία
ποιός έκλεψε του Μάη τη γιορτή.
Θυγατέρα του ανέμου – κόρη της φωτιάς
στο φιλί σου χάρισέ μου – φλόγα της καρδιάς
Δώσε μου τα όνειρά σου – να ονειρευτώ
λίγο από την δροσιά σου – στάξε να γευτώ.
Στο πάρκο περιμένει
σαν αποστειρωμένη
μορφή που την χαράξαν σε βιτρό.
Στην γκρίζα εποχή της
της κλέψαν την ψυχή της
την έκλεισαν σε πύργο Γοτθικό.
Ρωτά τους αρχαγγέλους
που ‘ν’ η αρχή του τέλους
μα αύριο και πάλι θα ‘ναι εδώ.
Γενιά μου ρημαγμένη
ποια νιότη αντρειωμένη
το μαύρο μας θ’ αλλάξει ριζικό?
Την πνίξανε φουγάρα
σαν κάλπικη δεκάρα
την πέταξαν στης πόλης το βυθό.
Μα έγινε λουλούδι
της Άνοιξης τραγούδι
νεράιδα σ’ ένα μύθο λαϊκό.
Θυγατέρα του ανέμου – κόρη της φωτιάς
Την ορμή σου δάνεισέ μου – πάμε όπου πας.
Βάλε με στην αγκαλιά σου – ν’ αποκοιμηθώ
δώσ’ μου απ’ τα κύτταρά σου – ν’ αναγεννηθώ.
Γιώργος Σπυρόπουλος
Ηράκλειο Κρήτης
