Ορισμένα διδάγματα από τη στρατιωτική δικτατορία της 21ης Απρίλη 1967-74

Στη νεότερη Ιστορία μας η δικτατορία της 21ης Απριλίου δεν είναι πρωτόγνωρο φαινόμενο. Κι άλλες φορές τις προηγούμενες δεκαετίες ο λαός μας ξύπνησε δεμένος χειροπόδαρα, μ΄ ένα στρατιωτικό κίνημα ή έναν δικτάτορα στον σβέρκο του…

Πέρασε πάνω από μισός αιώνας από την επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας της 21ης Απριλίου.

Ενα τμήμα των αστικών πολιτικών δυνάμεων συνεχίζει να προβάλλει τη γνωστή θέση της για τους λίγους «άφρονες αξιωματικούς», που με «στιγμιαίο» έγκλημα κατέλυσαν τη συνταγματική τάξη. Ενα άλλο συνεχίζει να παρουσιάζει τη δικτατορία ως αποτέλεσμα του «κράτους της δεξιάς», επιδιώκοντας να αποκρύψει τις ευθύνες της καπιταλιστικής εξουσίας.

Από την άλλη, η εργατική τάξη, ο λαός, η πλειοψηφία της νεολαίας, έχοντας διαφορετικά συμφέροντα και ανάγκες από αυτές της αστικής τάξης, έχει ανάγκη να βαθύνει στα ιστορικά γεγονότα του παρελθόντος. Απ΄ αυτά χρειάζεται να κρατήσει σαν παρακαταθήκη ό,τι τη βοηθά για να κάνει πιο αποτελεσματικό τον αγώνα για τις σύγχρονες ανάγκες της.

Είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι, παρά τις αλλαγές που έγιναν, όλα αυτά τα χρόνια που ακολούθησαν την επαναφορά της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, η κατάσταση για τις εργατικές – λαϊκές δυνάμεις ποιοτικά δεν άλλαξε.

Ολο και περισσότερος πλούτος συσσωρεύεται σε λιγότερα χέρια, ενώ η φτώχεια, η εργασιακή βαρβαρότητα, η ζωή χωρίς δικαιώματα και προοπτική ανακυκλώνονται. Διευρύνονται για την πλειοψηφία των λαϊκών στρωμάτων και τη νεολαία στη χώρα μας και διεθνώς. Ο πόλεμος μας γυροφέρνει «για τ’ αφέντη το φαΐ» όπως λέει ο ποιητής. Το να βγούμε απ΄ το τούνελ στο φως ήταν παλιότερα μια ψευδεπίγραφη παροχή ελπίδας από τον δικομματισμό. Τώρα και αυτό το σλόγκαν αποσύρθηκε σαν ανεδαφικό. Φως δεν υπάρχει, μόνο τούνελ. Μένει μόνο η απαίτηση για προσαρμογή και υποταγή στην καπιταλιστική βαρβαρότητα της κρίσης και του πολέμου.

Σήμερα, δυο αιώνες μετά την Επανάσταση του 1821, γίνεται κάθε μέρα όλο και πιο εμφανές ότι η αστική τάξη, που αποτέλεσε συντελεστή προόδου τότε για τη χώρα μας, έχει από καιρό τώρα γίνει τροχοπέδη. Το αστικό έθνος – κράτος αποτέλεσε την επαναστατική απάντηση, την εποχή εκείνη, στα αδιέξοδα της φεουδαρχικής κοινωνίας και εξουσίας. Σήμερα είναι φανερό ότι η αστική τάξη έχει προ πολλού εξαντλήσει τον προοδευτισμό της. Η στρατιωτική δικτατορία 1967-74 (μαζί με πολλά άλλα), είναι μια εκδήλωση της αντιδραστικής πλέον φύσης της αστικής εξουσίας.

Για τον λαό υπήρχε ο γύψος. Διάλυση εργατικών συνδικάτων και άλλων μαζικών οργανώσεων καθώς και κομμάτων, λογοκρισία στον Τύπο, στον κινηματογράφο και στο θέατρο, διώξεις για τους κομμουνιστές (φυλακίσεις, εξορία, βασανιστήρια). Η βία επεκτάθηκε και σε αστικές δυνάμεις που δεν συμφωνούσαν με τη δικτατορία, σε στρατιωτικούς, σε όσους δεν υποτάσσονταν σ’ αυτήν.

Ωστόσο, η επταετής δικτατορία υπηρέτησε συνολικά τα συμφέροντα της αστικής τάξης.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας και του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (ΣΕΒ), τα καθαρά κέρδη των Ελλήνων βιομηχάνων σχεδόν τετραπλασιάστηκαν στην περίοδο 1967-1971. Οι εκατομμυριούχοι τριπλασιάστηκαν από το 1965 έως το 1970, ενώ το 1973 εμφανίστηκαν και 20 δισεκατομμυριούχοι. Σύμφωνα με τον Οικονομικό Ταχυδρόμο (1/2/1973) οι πλουσιότεροι Ελληνες πλήρωσαν σε φόρους λιγότερα από ό,τι οι οικοδόμοι της Θεσσαλονίκης. Τα φορολογικά έσοδα από τις ναυτιλιακές εταιρείες μειώθηκαν από το 1968 έως το 1972 κατά 73%. Η χούντα χορηγούσε αθρόα πιστώσεις, πακτωλούς χρημάτων στο μεγάλο κεφάλαιο, ενώ έφτασε να αναλαμβάνει π.χ. στη ναυτιλία έως και το 80% του κόστους ναυπήγησης των πλοίων των εφοπλιστών. Ο καπιταλιστικός χαρακτήρας της χούντας δεν μπορεί να κρυφτεί.

Το βιογραφικό του αρχηγού των απριλιανών δικτατόρων Γ. Παπαδόπουλου αναδεικνύει ότι η χούντα δεν ξεπήδησε από το κενό. Ηταν υπασπιστής του στρατιωτικού διοικητή Αθήνας Π. Κατσώτα στη μάχη της Αθήνας, τον Δεκέμβρη ΄44. Στέλεχος του αστικού στρατού στην τρίχρονη σύγκρουση με τον Δημοκρατικό Στρατό. Στρατοδίκης στην πρώτη δίκη του Νίκου Μπελογιάννη. Το 1953 μεταβαίνει στις ΗΠΑ για να εκπαιδευτεί στο “Τμήμα Αμερικανικών Μεθόδων”, ειδικευόμενος στον ψυχολογικό πόλεμο. Στη συνέχεια, ήρθε στην Ελλάδα για να εργαστεί στην Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΚΥΠ). Μετά το 1958, συμμετέχει μαζί με βασικά στελέχη της κυβέρνησης και της αντικομμουνιστικής προπαγάνδας – προβοκάτσιας (ορισμένα από τα οποία όπως οι Σάββας Κωνσταντόπουλος, Γ. Γεωργαλάς και Αγγ. Προκοπίου είχαν σημαντικό ρόλο και στη διάρκεια της δικτατορίας) σε μια άτυπη επιτροπή για την αντιμετώπιση του κομμουνισμού, που συγκρότησε ο Κ. Καραμανλής. Ηγετικό στέλεχος της ΚΥΠ το 1959. Ενας από τους συντελεστές και εκτελεστές του σχεδίου ΠΕΡΙΚΛΗΣ το 1961, στις εκλογές βίας και νοθείας. Ηγετικό στέλεχος των συνωμοτικών οργανώσεων Ιερός Δεσμός Ελλήνων Αξιωματικών (ΙΔΕΑ) και Ενωση Ελλήνων Νέων Αξιωματικών (ΕΕΝΑ) στον στρατό, από τις οποίες αναδείχτηκαν οι περισσότεροι πραξικοπηματίες. Το 1965 οργάνωσε το προβοκατόρικο σαμποτάζ στον Εβρο, για να το αποδώσει στους κομμουνιστές και να διαμορφώσει κλίμα. Ο Γ. Παπαδόπουλος, επομένως, όπως και η πλειοψηφία των ατόμων, στρατιωτικών και μη, που στελέχωσαν τη δικτατορία του 1967, δεν ήταν «άφρονες αξιωματικοί» αλλά βαθύτατα συστημικοί και αντικομμουνιστές, γαλουχημένοι και ταγμένοι στην υπεράσπιση της αστικής εξουσίας με κάθε τρόπο και ειδικά με την άσκηση βίας.

Το λεγόμενο «Επαναστατικό Συμβούλιο», που πραγματοποίησε το πραξικόπημα, καθοδηγούσε μια ομάδα περίπου 200 αξιωματικών, υπό τις εντολές των οποίων βρίσκονταν περίπου 4.000 στρατιώτες. Ωστόσο, η ταξική βάση στήριξης των πραξικοπηματιών ήταν πολύ ευρύτερη. Η ομάδα των πραξικοπηματιών είχε εκκολαφτεί στο πλαίσιο των μηχανισμών του μεταπολεμικού κράτους και του αστικού στρατού, αλλά και του ΝΑΤΟ, με κεντρικό στόχο τη σταθεροποίηση της καπιταλιστικής εξουσίας και την καταστολή του κομμουνιστικού και του εργατικού – λαϊκού κινήματος. Με αυτόν τον προσανατολισμό, είχε καταλάβει κρίσιμα πόστα για την επιτυχία του πραξικοπήματος και εντασσόταν στα αντίστοιχα σχέδια του βασιλιά. Ακόμα, είχε αναπτύξει πολύμορφους δεσμούς με την εγχώρια αστική τάξη και το αστικό πολιτικό σύστημα, διέθετε διασυνδέσεις με εγχώριες και ξένες μυστικές υπηρεσίες και ειδικότερα με αυτές των ΗΠΑ.

Αλλά και το σχέδιο «Προμηθεύς», πάνω στο οποίο στηρίχτηκαν οι πραξικοπηματίες για την κατάληψη της εξουσίας το 1967, ήταν σχέδιο του ΝΑΤΟ που περιλάμβανε την επέμβαση του στρατού, με σκοπό να περιφρουρήσει την εξουσία της αστικής τάξης και τη συμμετοχή της στο ιμπεριαλιστικό μπλοκ και τους σχεδιασμούς του.

Τα προηγούμενα εξηγούν την καλή γνώση της κατάστασης από τους πραξικοπηματίες και την αποφασιστικότητά τους να κινηθούν ακόμα και κόντρα στους σχεδιασμούς του Παλατιού. Επίσης, εξηγούν το γιατί οι θέσεις τους είχαν σημαντική αποδοχή στους κόλπους του στρατεύματος, καθώς και το γιατί η επιβολή της δικτατορίας έγινε δεκτή από τις κυρίαρχες μερίδες των Ελλήνων καπιταλιστών, από τους διεθνείς συμμάχους της καπιταλιστικής εξουσίας στην Ελλάδα και από τις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες (ΝΑΤΟ, ΕΟΚ κ.λπ.).

Για τις αιτίες, τον ρόλο της χούντας, της CIA, των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ, πολλά μπορούν να ειπωθούν. Είναι γνωστά και καταγεγραμμένα στη συνείδηση του λαού. Γράφτηκαν και στην πύλη της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Κάθε χρόνο η πορεία στην αμερικάνικη πρεσβεία το υπενθυμίζει. Οι ευθύνες για τη δικτατορία ασφαλώς βαραίνουν τους Αμερικάνους, το ΝΑΤΟ και τους άλλους διεθνείς συμμάχους της καπιταλιστικής εξουσίας, αλλά πρωτίστως αφορούν την αστική τάξη της χώρας μας και τους βασικούς πολιτικούς εκπροσώπους της, που κυβέρνησαν πριν τη χούντα, την έθρεψαν και την ανέχτηκαν.

Στη νεότερη Ιστορία μας η δικτατορία της 21ης Απριλίου δεν είναι πρωτόγνωρο φαινόμενο. Κι άλλες φορές τις προηγούμενες δεκαετίες ο λαός μας ξύπνησε δεμένος χειροπόδαρα, μ΄ ένα στρατιωτικό κίνημα ή έναν δικτάτορα στον σβέρκο του.

Οι ενδοαστικές αντιθέσεις και η παρέμβαση του στρατού ήταν συχνό φαινόμενο πριν ακόμα από τη δικτατορία του Μεταξά (1936). Αυτές είχαν διχάσει την αστική πολιτική επιρροή στον λαό (Βενιζελικοί – Αντιβενιζελικοί). Περιπλέχτηκαν με τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις, τα χρόνια του ιμπεριαλιστικού Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου όταν η βενιζελική παράταξη πήρε το μέρος της Αντάντ, ενώ τα Ανάκτορα ήθελαν η Ελλάδα να ακολουθήσει τη Γερμανία, μέσω της ουδετερότητας. Εκφράστηκαν με τη συγκρότηση δύο κυβερνήσεων στη διάρκεια του πολέμου, που προσπαθούσαν να επιβληθούν στο σύνολο της επικράτειας με τη βοήθεια των διεθνών συμμάχων. Οδήγησαν σε νέες αντιπαραθέσεις στη διάρκεια της ιμπεριαλιστικής Μικρασιατικής Εκστρατείας και Καταστροφής και αναζωπυρώθηκαν στη διάρκεια του Μεσοπολέμου.

Στο διάστημα αυτό την επιβολή στρατιωτικών δικτατορικών λύσεων δεν την επιχειρούσαν μόνο οι λεγόμενες δεξιές ή ακροδεξιές δυνάμεις αλλά και οι φιλελεύθερες. Η δικτατορία του στρατηγού Θεόδωρου Πάγκαλου τον Ιούνη του 1925 ήταν δημιούργημα του κεντρώου χώρου. Ο Πάγκαλος είχε πρωτοστατήσει και στην εκτέλεση των έξι βασικών στελεχών της βασιλικής παράταξης ως υπευθύνων για τη Μικρασιατική Καταστροφή. Αλλά και το κίνημα των στρατιωτικών μονάδων τον Μάρτη του ΄35 που ξεκίνησε από τη Θεσσαλονίκη είχε την καθοδήγηση των Ελ. Βενιζέλου και Ν. Πλαστήρα. Η τεταρτοαυγουστιανή δικτατορία του Μεταξά ήταν η πολιτική έκφραση των συμφερόντων της αστικής τάξης σε συνθήκες προετοιμασίας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Λίγο αργότερα, η πρώτη κυβέρνηση συνεργατών των Γερμανών κατακτητών με πρωθυπουργό τον στρατηγό Τσολάκογλου είχε ως βασικό κορμό οχτώ στρατηγούς που διοίκησαν μεγάλα τμήματα του ελληνικού στρατού στο Αλβανικό και Μακεδονικό μέτωπο. Αυτοί οι στρατηγοί ανέλαβαν την υποταγή του λαού στον ξένο κατακτητή, με τη γνωστή ντροπή των ταγμάτων ασφαλείας, της προδοσίας και δολοφονίας της ΕΑΜικής Αντίστασης. Ταυτόχρονα, οι Ελληνες αξιωματικοί και φαντάροι που βρέθηκαν στη Μέση Ανατολή, που στην πλειοψηφία τους ήταν αντιφασίστες και υποστήριζαν το ΕΑΜ, αφοπλίστηκαν και κλείστηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης από τους Αγγλους φίλους και συμμάχους μας, με τις ευλογίες της αστικής τάξης και της εξόριστης αστικής κυβέρνησης με επικεφαλής τον Γ. Παπανδρέου.

Από τα παραπάνω βγαίνουν ορισμένα συμπεράσματα.

Ο αντικομμουνισμός αποτελούσε πάντα το όχημα του συνόλου της αστικής τάξης και των πολιτικών της εκπροσώπων, για να χτυπήσει το λαϊκό κίνημα, να προωθήσει αντιδραστικά μέτρα σε βάρος του λαού.

Ο στρατός είναι η κυριότερη ένοπλη οργάνωση ενός κράτους, για την εφαρμογή της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής της άρχουσας τάξης, με τη βία των όπλων. Περιλαμβάνει τα πιο πολυπληθή «ειδικά τμήματα» ενόπλων ατόμων. Συγκεντρώνει τα πιο σύγχρονα, ισχυρά τεχνικά μέσα του ένοπλου αγώνα. Καθοδηγούνται από ειδικά διαλεγμένα, εκπαιδευμένα πρόσωπα που είναι προσηλωμένα στην υπεράσπιση της αστικής εξουσίας. Περισσότερο από τα άλλα όργανα επιχειρούν να τα απομονώσουν από τον λαό. Στις δυσκολίες, στα αδιέξοδα του αστικού πολιτικού συστήματος, η αστική τάξη δεν διστάζει στη βία, στην εκτροπή, στη δικτατορία. Το προβλέπει και στο Σύνταγμά της.

Η αστική εξουσία πολλές φορές εναλλάσσει, μεταμφιέζει τις μορφές διαχείρισής της, όταν τα βρίσκει δύσκολα. Πότε ισχυροποιεί τον δικομματισμό, πότε επιλέγει την τακτική των συμμαχικών κυβερνήσεων. Αλλοτε με το καρότο, άλλοτε με τον βούρδουλα ή και με τα δύο μαζί. Δεν διστάζει ακόμα να φτάσει έως και την κατάργηση του Κοινοβουλίου, «τη βιτρίνα της αστικής δημοκρατίας». Ολες όμως αυτές οι μεταμφιέσεις δεν αλλάζουν ούτε κεραία από τη βασική κατεύθυνση της στήριξης και ενίσχυσης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Τη διατήρηση και διεύρυνση της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης. Την καταστολή των αγώνων της. Η πολιτική Ιστορία της Ελλάδας αλλά και η διεθνής πείρα διδάσκουν ότι η επίκληση από την αστική τάξη της συνταγματικής νομιμότητας, της κοινωνικής συνοχής, της τήρησης γενικά των νόμων, είναι πλήρως υποταγμένη σε μία και μόνη νομιμότητα, αυτή της εξουσίας της. Τη νομιμότητα για εκμετάλλευση της εργατικής τάξης, του ανθρώπου από άνθρωπο, τη νομιμότητα της ανεργίας, της φτώχειας, της ανασφάλειας, της περιπλάνησης, της προσφυγιάς… Γι΄ αυτό στην εποχή μας, πολιτικό ζήτημα για τα εργατικά – λαϊκά συμφέροντα δεν είναι η επιλογή ανάμεσα στις διάφορες μορφές διαχείρισης της αστικής εξουσίας, με την εναλλαγή των κομμάτων, με τον ένα ή με τον άλλο πολιτικό σχηματισμό, αλλά είναι η αλλαγή τάξης στην εξουσία. Αυτή είναι και η ουσία της ταξικής πάλης, το κύριο περιεχόμενό της.

Γι’ αυτό, σήμερα η αστική τάξη αρνείται την ίδια την ιστορία της, την ιστορία των αστικών επαναστάσεων ενάντια στη φεουδαρχία. `Η τουλάχιστον θεωρεί ότι τελείωσε η εποχή των επαναστάσεων, ότι είναι ιστορικά ξεπερασμένη η θέση Ρήγα Φεραίου: «Οταν η διοίκηση βιάζει, αθετεί, καταφρονεί τα δίκαια του λαού και δεν εισακούει τα παράπονά του, το να κάμνει τότε ο λαός, ή κάθε μέρος του λαού, επανάσταση, ν’ αρπάξει τ’ άρματα και να τιμωρήσει τους τυράννους του, είναι το πλέον ιερόν απ’ όλα τα δίκαιά του και το πλέον απαραίτητο απ’ όλα τα χρέη του».

Ο Ρήγας δολοφονήθηκε για τις ιδέες του, η ελληνική αστική εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση του 1821 όμως νίκησε την αυτοκρατορία του σουλτάνου και την Ιερά Συμμαχία. Στη φύση και στην κοινωνία η εξέλιξη είναι νόμος. Οταν διαμορφώνονται οι προϋποθέσεις το άλμα από μια ποιότητα σε μια άλλη είναι αναπόφευκτο. Η εποχή του άλματος για την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο έχει έρθει. Τα προβλήματα συσσωρεύονται, τα μεγάλα γεγονότα είναι μπροστά μας. Εχουμε υποχρέωση να αφομοιώσουμε τους νόμους της κοινωνικής εξέλιξης, να μελετήσουμε τις ηρωικές παραδόσεις των αγώνων της εργατικής τάξης, του λαού μας. Να προετοιμαστούμε ολόπλευρα για να ανταποκριθούμε με γνώση, τόλμη και επάρκεια στις απαιτήσεις του αγώνα για την απελευθέρωση του ανθρώπου από κάθε εκμετάλλευση και καταπίεση.

Θόδωρος Τζιαντζής
Μέλος του ΔΣ του Συνδέσμου Φυλακισθέντων & Εξορισθέντων Αντιστασιακών (ΣΦΕΑ)

Αναδημοσιεύεται από τον Ριζοσπάστη του Σαββατοκύριακου 20-21/4/2024

 

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: