Σήμερα είναι η γιορτή μου, αλλά δε γιορτάζω. Ξέρω πώς με λένε, αλλά δε θυμάμαι πια το όνομά μου.
Ο σπουδαίος Αμερικανός συγγραφέας για τα εκατομμύρια νεκρούς και σακατεμένους του Κόκκινου Στρατού που θυσιάστηκαν για τη συντριβή του φασισμού, για να υπερασπιστούν τη Σοβιετική Ένωση, και την καθοριστική συμβολή της ΕΣΣΔ στη Μεγάλη Αντιφασιστική Νίκη των Λαών.
Δεν ξέρω, αν έφθασε τίποτε απ’ όλα αυτά στ’ αυτιά του Παπαδιαμάντη. Πάντως εγώ από εκείνη την ημέρα αισθανόμουν σαν ένοχος απέναντί του και ποτέ δεν τόλμησα να του δώσω τα διηγήματά μου για να μου πει τη γνώμη του…
Η «Φανή» αποτελεί ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης, μια δεξιοτεχνική χαρτογράφηση των ονείρων και των σπαραγμών της νέας γενιάς. «Το 2012 που διαδραματίζεται το βιβλίο, η Φανή είναι είκοσι χρονών, ανήκει δηλαδή στην γενιά του Αλέξη Γρηγορόπουλου. Η δολοφονία του δεκαπεντάχρονου Αλέξη από την αστυνομική αυθαιρεσία και τα όσα ακολούθησαν, θεωρώ ότι είναι το βασικό στοιχείο που καθόρισε την στάση και την τοποθέτηση της Φανής», αναφέρει η συγγραφέας.
Σκληροί γινόμαστε, γιατί μας στερούν όχι μονάχα την ομορφιά της ζωής και της φύσης, μια θέση κάτω από τον ήλιο, μα και το πιο στοιχειώδες στον άνθρωπο. Μα αν είμαστε πεζοί μ’ αυτή την έννοια, γιατί θέλουμε να δόσουμε πρώτα απ’ όλα τα υλικά αγαθά στον άνθρωπο, δεν είμαστε καθόλου πεζοί με άλλη έννοια, αφού θέλουμε να δόσουμε στους δουλευτές και την ομορφιά και το μεγαλείο της φύσης, τους υλικούς και αισθητικούς καρπούς της.
“Αγάπη μου, σ’ αγαπώ, όπως και να ’σαι…”
Το λιάτικο με το θραψαθήρι/Ζωγραφίζουν τις καμπύλες σου…
«Μπορεί να είναι όπως το λέτε, κύριε Στράτο, και μπολσεβίκοι και άθεοι, αλλά το σωστό και η αλήθεια να λέγονται…»
Τώρα δεν μπορούν να υπάρχουν άνθρωποι που να μη μας καταλαβαίνουν! Τώρα η ζωή μας έχει υιοθετήσει.
– Λοχία!!! τον φωνάζει η αντάρτισσα. – Τι θέλεις συναγωνίστρια; – Αν έχεις αρχίδια, έλα εδώ να με γαμήσεις ρε μαλάκα, του λέει αυτή. Μούγκα ο Λοχίας μπρος στην αυστηρότητα και την ειρωνεία της φωνής της αντάρτισσας. Γέλια ειρωνικά οι φαντάροι με το πάθημα του λοχία τους ο οποίος με την ουρά στα σκέλια το φυσούσε και δεν κρύωνε.