Δημοσιογράφοι χωρίς ταυτότητα

Η νέα ψηφιακή πραγματικότητα αποδυνάμωσε ακόμη περισσότερο την ήδη πληγωμένη τιμή και υπόληψη της δημοσιογραφίας και ο δημόσιος λόγος από προνόμιο λίγων μετατράπηκε σε ψηφιακή οχλαγωγία, που μετατρέπεται σε άχρηστα δεδομένα που καταλαμβάνουν χώρο σε βάσεις δεδομένων και σκληρούς δίσκους.

Πριν περίπου έναν χρόνο και κάτι μήνες αποφάσισα πως θέλω να διατυπώνω τις σκέψεις μου δημόσια. Έκανα τις ιδέες μου άρθρα και ξεκίνησα να τις δημοσιεύω. Είχα γίνει ερασιτέχνης δημοσιογράφος. Από τότε συνεργάζομαι με τρία μέσα που εγώ επέλεξα ή κατά κάποιο τρόπο με επέλεξαν αυτά. Το σταθερό κοινό των τριών αυτών μέσων ξεπερνάει τους 92.000 ακολούθους και οι προβολές των τριών ιστοσελίδων αθροιστικά ξεπερνούν καθημερινά τους 100.000 μοναδικούς επισκέπτες. Τα ποσά αυτά είναι υπερπολλαπλάσια από τα 40.000 φύλλα που πουλάει η μεγαλύτερη σε κυκλοφορία κυριακάτικη εφημερίδα.

Σήμερα γράφω το 100ό μου άρθρο πραγματοποιώντας την πρώτη ευχή που μου έδωσε ο «δάσκαλος» μου, μόλις δημοσιεύτηκε το πρώτο μου άρθρο. «Να τα εκατοστίσεις!», μου είπε και εγώ το έκανα, 15 μήνες και χιλιάδες σελίδες αργότερα. Σε αυτά τα 100 πλέον κείμενα υπάρχουν άρθρα με απόψεις μου, ρεπορτάζ, έρευνες, συνεντεύξεις, κριτικές θεάτρου και πολλά άλλα. Μέσα τους κρύβεται σκληρή δουλειά και πολλές ώρες διαβάσματος, σκέψης, γραφής, επιμέλειας και διορθώσεων. Μπορεί αυτή η δουλειά να είναι ερασιτεχνική και να λογίζεται στον κόσμο των αγορών ως hobby, ωστόσο δεν υπολείπεται σε τίποτα από την επαγγελματική δημοσιογραφία που αμείβεται και αναγνωρίζεται τόσο από το κοινό όσο και από την ΕΣΗΕΑ. Σε τίποτα, εκτός από την περίφημη ταυτότητα, εκείνη τη δημοσιογραφική ταυτότητα που ανοίγει πόρτες και σου δίνει πρόσβαση εκεί που θες να μπεις για να καλύψεις ένα γεγονός, μα οι πόρτες είναι κλειστές για σένα.

Κάπως έτσι πρόσφατα προσπάθησα να μπω στο πολυτελές φρούριο που η ΓΣΕΕ συνεδρίαζε απαγορεύοντας την είσοδο σε όλους, ακόμα και στους εργάτες! Ήθελα να δείξω στον κόσμο τις εξευτελιστικές συνθήκες που επικρατούσαν στο πεντάστερο ξενοδοχείο όπου οι εργατοπατέρες συνεδρίαζαν ομού με τους εργοδότες.

Κάπως έτσι, μη όντας διαπιστευμένος δημοσιογράφος, δεν έλαβα ποτέ απάντηση στα ερωτήματα που έθεσα στην καθημερινή ενημέρωση των κυρίων Τσιόδρα και Χαρδαλιά, στη μεγαλύτερη τηλεοπτική επιτυχία της εποχής του κορωνοϊού. 

Κάπως έτσι όλοι εμείς που γράφουμε καθημερινά – αλλά ερασιτεχνικά – στα ειδησεογραφικά sites που όλοι εσείς ακολουθείτε και επιλέγετε για την ενημέρωση και την ψυχαγωγία σας, μένουμε έξω από κάθε γεγονός που θέλουμε να καλύψουμε και στο οποίο τα αστικά ΜΜΕ έχουν μια θέση για τους κακοπληρωμένους συναδέλφους μας που ολοένα πια απολύονται και μένουν στο δρόμο. Είμαστε όλοι δημοσιογράφοι.

Δημοσιογράφος είναι κάποιος που γράφει δημόσια, κάποιος που έχει δημόσιο λόγο. Δημόσιος λόγος είναι καθετί που γράφεται, λέγεται ή εν γένει διατυπώνεται δημοσίως. Η αλληλογραφία για παράδειγμα δεν αποτελεί δημόσιο λόγο, αλλά ιδιωτικό, γι’ αυτό άλλωστε προστατεύεται το απόρρητό της συνταγματικά. Βέβαια η αλληλογραφία σήμερα είναι μία σχεδόν ξεχασμένη έννοια, μια λέξη σε πολλούς – κυρίως νεότερους – άγνωστη και συνυφασμένη με την ηλεκτρονική, ευρέως γνωστή ως email. Η συμβατική περιορίζεται στους ελάχιστους πλέον λογαριασμούς που φέρνει ο ταχυδρόμος τα πρωινά, για λίγο καιρό ακόμη, μέχρι το περίφημο e-bill να αποτελέσει παγιωμένη τακτική. 

Παλιότερα ο δημόσιος λόγος ήταν προνόμιο λίγων, ήταν συνάμα ευχή και κατάρα. Περιοριζόταν στις σελίδες των εφημερίδων και των περιοδικών, στα βραχέα κύματα του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης. Ύστερα ήρθε η επανάσταση της πληροφορίας, που έλαβε χώρα πριν περίπου 15 χρόνια και στην Ελλάδα και που σήμερα εν μέσω καραντίνας αποτελεί το ψηφιακό μας μάννα εξ ουρανού. Ο παγκόσμιος ιστός εισέβαλε στην καθημερινότητά μας και παρείχε απλόχερα βήμα δημοσίου λόγου σε καθεμία και καθέναν από μας, μέσα στην άχρονη και άχωρη ψηφιακή κοινωνία των χρηστών του διαδικτύου. Αρχικά, η μόδα μας ενέταξε σε fora και chatrooms. Εκεί ο κάθε χρήστης έγραφε ελεύθερα και άκριτα, ότι του κατέβαινε, είτε ασύγχρονα, είτε σύγχρονα. Τα λόγια του ήταν στη διάθεση και τη βορά των υπολοίπων χρηστών. Κανείς δε γνώριζε τους υπόλοιπους. Όλοι κρύβονταν πίσω από ψευδώνυμα και σκίτσα, τα περίφημα avatars. Καθένας τους μπορεί να ήταν σε άλλο χώρο, σε άλλο χρόνο, σκορπισμένοι όλοι στον πλανήτη «Ίντερνετ». Ο δημόσιος λόγος είχε ανοίξει τις πύλες του στην κοινότητα.

Κατόπιν το εύρος της νέας αυτής ψηφιακής κοινωνίας είχε μειωθεί σε σχέση με τη ζήτηση και παράλληλα με την εξέλιξη των τεχνολογιών τα σκίτσα και τα ψευδώνυμα παρέδωσαν την ανωνυμία στο βωμό της νέας μόδας. Αποκτήσαμε ονοματεπώνυμο και φωτογραφία, φακελωθήκαμε οικειοθελώς σε ιδιωτικά μητρώα πολυεθνικών εταιρειών και γίναμε δικτυακά κοινωνικοί, αλληλεπιδρώντας σε ψηφιακά μέσα δικτύωσης που μας παρείχαν ακόμη περισσότερα μικρόφωνα δημοσίου λόγου. Ξαφνικά είχαμε μετατραπεί όλοι σε ανταποκριτές, ανεβάζοντας ολημερίς φωτογραφίες και σχολιάζοντας από κάτω τα τεκταινόμενα. Γίναμε επίσης δικαστές και αρχίσαμε να κρίνουμε και να σχολιάζουμε τις αναρτήσεις των άλλων, την επικαιρότητα και οτιδήποτε άλλο βρισκόταν διαθέσιμο στα ψηφιακά μας δόντια. Γίναμε παντογνώστες και πανεπιστήμονες και ο δημόσιος λόγος μας μετατράπηκε σε άποψη επί παντός επί στητού, παντελώς ατεκμηρίωτη μεν, αλλά ισότιμη με τις υπόλοιπες απόψεις δε.

Τα συμβατικά ΜΜΕ έπρεπε να ακολουθήσουν τις επιταγές της εποχής και έτσι απέκτησαν ψηφιακές οντότητες, που από συμπληρωματικές τείνουν να γίνουν υποκατάστατες. Έτσι γεννήθηκαν τα web-TVs, τα web-radios, τα e-magazines και τα e-newspapers. Κάθε περιοδικό και εφημερίδα έχει πλέον το site της, την ψηφιακή της εκδοχή και τα κοινωνικά της δίκτυα. Κάθε ραδιοφωνικός και τηλεοπτικός σταθμός  εκπέμπει ταυτοχρόνως συμβατικά και διαδικτυακά, με την πλειοψηφία των ακροατών να επιλέγουν τη δεύτερη εκδοχή, μιας που πλέον είναι συνδεδεμένοι όλο το 24ωρο, μπλεγμένοι σε έναν άυλο αλλά πανίσχυρο ιστό που τους περιβάλλει.

Η νέα ψηφιακή πραγματικότητα αποδυνάμωσε ακόμη περισσότερο την ήδη πληγωμένη τιμή και υπόληψη της δημοσιογραφίας και ο δημόσιος λόγος από προνόμιο λίγων μετατράπηκε σε ψηφιακή οχλαγωγία, που μετατρέπεται σε άχρηστα δεδομένα που καταλαμβάνουν χώρο σε βάσεις δεδομένων και σκληρούς δίσκους. Παράλληλα οι εφημερίδες, τα περιοδικά, το ελεύθερο ραδιόφωνο και η ελεύθερη τηλεόραση – ιδιωτικά και δημόσια – αργοπεθαίνουν αβοήθητα μπροστά στις ψηφιακές ευκολίες που παρέχουν τα νέα συνδρομητικά προϊόντα ενημέρωσης και ψυχαγωγίας.

Ωστόσο οι ψευδεπίγραφες ελευθερίες που παρέχουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και η ανεξέλεγκτη πληροφόρηση κρύβουν κινδύνους και παγίδες. Νέα φαινόμενα προέκυψαν με τα πασίγνωστα fake news και το ανελέητο κυνήγι των κλικς στο βωμό του ιντερνετικού μάρκετινγκ να μετατρέπουν το διαδίκτυο σε πηγή παραπληροφόρησης και λασπολογίας. Εξάλλου το πλαίσιο ανομίας που διέπει τη λειτουργία του διαδικτύου και που αποτέλεσε αρχικά την προπαγανδιστική του καμπάνια ντυμένη με το μανδύα της ελευθερίας του λόγου είναι η ρίζα του κακού του. Οποιοσδήποτε μπορεί να γράφει οτιδήποτε, χωρίς να λογοκρίνεται και χωρίς να υποχρεώνεται σε επανόρθωση στο επόμενο φύλλο, όπως συμβαίνει στον έντυπο τύπο αιώνες τώρα. 

Η δική μου πρακτική και ηθική, καθώς και αυτή των μέσων στα οποία γράφω, μου επιβάλλουν να ακολουθώ πιστά τη δεοντολογία του επαγγέλματος που ερασιτεχνικά ασκώ και που η ίδια η ΕΣΗΕΑ έχει καταρτίσει, ασχέτως αν δεν μας αναγνωρίζει ως μέλη της, καθώς δεν είμαστε αμειβόμενοι και ασφαλισμένοι επαγγελματίες δημοσιογράφοι.

Σας ευχαριστώ όλους θερμά για τη στήριξη και την τιμή που μου κάνετε να μοιραζόμαστε τις σκέψεις μου και να επικοινωνούμε! Καλή δύναμη!

ΥΓ1: Τις περασμένες ημέρες η επαγγελματική δημοσιογραφία στην Ελλάδα δέχθηκε πάλι ισχυρά πλήγματα. Δηλώνουμε την αμέριστη συμπαράσταση και αλληλεγγύη μας στους συναδέλφους των ραδιοφωνικών σταθμών Sport24 και Legend που απολύονται καθολικά λόγω κλεισίματος των σταθμού του ομίλου Μάρη, όπως και σε κάθε άλλο συνάδελφο εργάτη που χάνει τη δουλειά του και το μεροκάματό του σε αυτή την τραγική χρονική συγκυρία που βιώνουμε όλοι. Νόμος είναι το δίκιο του εργάτη!

ΥΓ2: Χθες έφυγε από κοντά μας ένας σπουδαίος αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης και της Λευτεριάς. Τιμάμε και δοξάζουμε τη μνήμη του και θα τον ακολουθήσουμε νοερά στην τελευταία του κατοικία, μιας που εμείς είμαστε σήμερα έγκλειστοι λόγω ενός άλλου πολέμου.

Υγιαίνετε!

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: