Κυριακή πρωί μ’ ένα ποίημα: «Νυχτερινό τραγούδι» του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα
“Πάνου στης στέρνας τον καθρέφτη,
Αλαφροσάλευε η τσιγγάνα.
Πράσινη σάρκα, πράσινα μαλλιά,
και μάτια παγωμένο ασήμι.
Μια κρύα κρούστα φεγγαριού
Τη δένει απάνου στο νερό…”
Ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα γεννήθηκε στις 5 Ιούνη του 1898, στην κωμόπολη Φουέντε Βακέρος της Ισπανίας. Ποιητής και δραματουργός, που ανήκει στη λεγόμενη “γενιά του ’27”.
Το 1909 μετακόμισε με την οικογένειά του στη Γρανάδα της Ανδαλουσίας. Στη Γρανάδα σπούδασε αρχικά νομικά και μετά φιλολογία.
Έκανε σπουδές στο πιάνο και γίνεται ένας επιδέξιος βιρτουόζος του κλασικού ρεπερτορίου, αλλά και του λαϊκού της Ανδαλουσίας. Έδειξε ενδιαφέρον και στη ζωγραφική.
Το 1909 φτάνει στην Μαδρίτη, για να συνεχίσει τις σπουδές του. Εκεί συνήψε φιλίες με τον Μπουνιουέλ, τον Νταλί, τον ποιητή Ραφαέλ Αλμπέρτι, καθώς και με άλλες σημαντικές προσωπικότητες.
Ο Λόρκα έζησε από το 1929 έως το 1930 στη Νέα Υόρκη και έγινε μάρτυρας του οικονομικού κραχ. Επισκέφτηκε και την Κούβα και από εκεί, επέστρεψε στην Ισπανία.
Το 1936 συνέταξε μια διακήρυξη συγγραφέων κατά του φασισμού.
Στις 19 Αυγούστου του 1936, ο Λόρκα δολοφονήθηκε από το φασιστικό καθεστώς του Φράνκο, στα περίχωρα του Βιθνάρ, κοντά στη Γρανάδα.
Έργα του – Ποίηση: Ο ποιητής στη Νέα Υόρκη, Σονέτα για τον σκοτεινό έρωτα, Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας, Ρομανθέρο Χιτάνο κ.ά. – Θεατρικά: Ματωμένος γάμος, Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα, Γέρμα, Δόνα Ροζίτα κ.ά.
Ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Νίκος Μαμαγκάκης, ο Σταύρος Ξαρχάκος, ο Νότης Μαυρουδής και άλλοι συνθέτες έχουν μελοποιήσει ποιήματα του Λόρκα.
Το ποίημα “Νυχτερινό τραγούδι” εμπεριέχεται στην «Ανθολογία της ευρωπαϊκής και αμερικανικής ποιήσεως» σε εκλογή και επιμέλεια του Κλέωνα Β. Παράσχου, (εκδ. Σίμος Συμεωνίδης – Αθήνα 1962) και είναι σε μετάφραση του Νίκου Γκάτσου (“Φιλολ. Χρονικά” 1 – 6 – 1944):
Νυχτερινό τραγούδι
(Romance Sonambulo)
Πράσινο, που μ’ αρέσεις πράσινο.
Πράσινε άνεμε. Πράσινα κλαριά.
Η βάρκα μες στη θάλασσα
Τ’ άλογο απάνου στα βουνά.
Με τη σκιά στη μέση της
Ρεμβάζει στο μπαλκόνι
Πράσινη σάρκα, πράσινα μαλλιά,
Και μάτια παγωμένο ασημί,
Πράσινο, που μ’ αρέσεις πράσινο.
Κάτω απ’ τη γύφτισσα σελήνη
Τα πράγματα όλα την κυττάνε
Και δεν μπορεί να τα κυττάξει.Πράσινο, που μ’ αρέσεις πράσινο.
Άστρα μεγάλα πάχνης
Έρχονται με το ψάρι το θαμπό
Που ανοίγει της αυγής το δρόμο,
Δέρνει η συκιά τον άνεμό της
Με τα ροζιάρικα κλαριά,
Και το βουνό, σαν άγριος γάτος,
Κοιτάζει μ’ ανασηκωμένα
Τα φοβερά παλιούρια του.
Μα ποιος θε να ‘ρθει; Κι από πού;
Κάθεται στο μπαλκόνι της
Πράσινη σάρκα, πράσινα μαλλιά,
Κι’ ο νους της είναι γυρισμένος
Κατά την πικροθάλασσα.Γείτονα, πάρε τ’ άλογό μου,
Ήρθα να κάνουμε αλλαξιά
Το σπίτι σου με τ’ άλογό μου,
Το λύχνο σου με το μαχαίρι,
Το πάπλωμά σου με τη σέλλα.
Γείτονα, τρέχω ματωμένος
Από τις πύλες της Καβράς.
Αν το μπορούσα, γιε μου,
Δικά σου θα ‘ταν όλ’ αυτά.
Μα τώρα εγώ δεν είμ’ εγώ.
Ούτε το σπίτι σπίτι μου.
Γείτονα, θέλω να πεθάνω
Σ’ ένα κρεββάτι ειρηνικό.
Ατσάλινο, αν βολεί να γίνει
Και με σεντόνια ολλανδικά.
Δεν βλέπεις τη λαβωματιά μου
Π’όχω απ’ τα στήθεια ως το λαιμό;
Τρακόσια ρόδα μελανά
Στ’ άσπρο πουκάμισό σου απάνου.
Το αίμα σου κι η μυρουδιά του
Σου έχουν μουσκέψει το κορμί.
Μα τώρα εγώ δεν είμ’ εγώ,
Ούτε το σπίτι σπίτι μου.
Άσε με τότε ν’ ανεβώ
Ως τα ψηλά – ψηλά μπαλκόνια,
Άσε με! άσε με ν’ ανεβώ
Ψηλά στα πράσινα μπαλκόνια.
Στου φεγγαριού τα μπαλκονάκια
Που στάζει – στάζει το νερό.Τώρα κι οι δυο τους ανεβαίνουν
προς τα ψηλά – ψηλά μπαλκόνια
Κι αφίνουνε στο πέρασμά τους
Σταλαγματιές σημάδια αίμα
Σταλαγματιές σημάδια δάκρια.
Πάνου στις στέγες τρεμουλιάζαν
Τενεκεδάκια φαναράκια.
Χιλιάδες ντέφια κρουσταλλένια
Πληγώνανε τη χαραυγή.Πράσινο, που μ’ αρέσεις πράσινο
Πράσινε άνεμε, πράσινα κλαριά.
Τώρα κι οι δυο τους ανεβήκαν.
Ο αγέρας μακρινός που ερχόταν,
Άφινε κάτι μες στο στόμα
Παράξενη άφινε μια γεύση
Χολής, βασιλικού και δυόσμου.
Γείτονα! Πού είναι, πού είναι, πες μου;
Πού είναι η πικρή σου δυχατέρα;
Πόσες φορές σε καρτερούσε!
Και πόσες θα σε καρτερεί.
Με τα κατάμαυρα μαλλιά της,
Την όψη της τη δροσερή,
Σ’ αυτό το πράσινο μπαλκόνι!Πάνου στης στέρνας τον καθρέφτη,
Αλαφροσάλευε η τσιγγάνα.
Πράσινη σάρκα, πράσινα μαλλιά,
και μάτια παγωμένο ασήμι.
Μια κρύα κρούστα φεγγαριού
Τη δένει απάνου στο νερό.
Και τότε σίμωσε και η νύχτα
Ζεστή – ζεστή κι αγαπημένη
Σα μια μικρή κρυφή γωνιά.
Χωροφυλάκοι μεθυσμένοι
Χτυπούσανε στην πόρτα.
Πράσινο, που μ’ αρέσεις πράσινο.
Πράσινε άνεμε. Πράσινα κλαριά.
Η βάρκα μες τη θάλασσα.
Τ’ άλογο απάνου στα βουνά.
“Κυριακή πρωί μ’ ένα ποίημα”: Δείτε όλα τα ποιήματα εδώ.
