Κυριακή πρωί μ’ ένα ποίημα: «Αυτό να πεις» του Έκτορα Κακναβάτου

“Να πεις κι αυτό για μένα: είτανε ποταμός
σαράντα οργιές του βάθους που κύλαε τα ίσα πάνου·
μόνο σαν ξέρασε τη λύσσα του απόθανε.
Αυτό να πεις σα βραδιαστούνε
και χάσουνε το δρόμο τους οι πολυεδρικοί
οι φωνακλάδες
οι διεφθαρμένοι.”

Ο ποιητής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς Έκτωρ Κακναβάτος, γεννήθηκε το 1920 στον Πειραιά.  Το πραγματικό όνομά του είναι Γεώργιος Κοντογιώργης.

Σπούδασε μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, από το οποίο αποφοίτησε το 1941.

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση, μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ.

Με τον Δημήτρη Παπαδίτσα το 1944, δημοσιεύουν στο περιοδικό “Νεανική Φωνή”, το κείμενο “Μια θέση και μια έφοδος”, ένα είδος μανιφέστου για τους ποιητές της γενιάς τους.

Το 1947 εξορίστηκε στην Ικαρία και το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου μετάχθηκε στη Μακρόνησο. Απολύθηκε το 1949.

Για τα αριστερά πολιτικά φρονήματά του, δεν μπόρεσε στην αρχή να εργαστεί στο Δημόσιο. Από το 1958 έως το 1962, εργάζεται στη Σύρο, όπου φτιάχνει δικό του φροντιστήριο. Στη συνέχεια δίδαξε σε φροντιστήρια υποψηφίων για ΑΕΙ.

Το 1979 διορίζεται πρώτη φορά στο Δημόσιο και το 1986 συνταξιοδοτείται.

Ο Έκτωρ Κακναβάτος υπήρξε ένας από τους γνησιότερους εκπροσώπους του υπερρεαλισμού, βαδίζοντας στα χνάρια του Εμπειρίκου, του Κάλα και του Εγγονόπουλου.

Έφυγε από τη ζωή στις 9 Νοεμβρίου 2010.

Έργα του – Ποίηση: Fuga, Διασπορά, Η κλίμακα του λίθου, Τετραψήφιο, Τετραψήφιο για την έβδομη χορδή, Οδός Λαιστρυγόνων, Τα μαχαίρια της Κίρκης, Κιβώτιο ταχυτήτων, Ποιήματα 1943 – 1974, Ποιήματα 1978 – 1987, Χαοτικά, Ακαρεί, Υψικαμινίζουσες νεοπλασίες, Στα πρόσω Ιαχής κ.ά.

Μελέτες – Δοκίμια: Για τον “Μεγάλο Ανατολικό”, Βραχέα και Μακρά.

Το ποίημα «Αυτό να πεις» του Έκτορα Κακναβάτου, εμπεριέχεται στην ποιητική συλλογή του «Οδός Λαιστρυγόνων», εκδόσεις “Κείμενα” (1978):

Αυτό να πεις

Εμείς κατά τους Φιλισταίους οι διεφθαρμένοι
για μερικούς οι φωνακλάδες
και γι’ άλλους πολυεδρικοί
σ’ εποχή εκπτώσεων αλλάζαμε το νου μας
και το δέρμα του παίρναμε τους ίσκιους
απ’ τα δέντρα, ντυνόμαστε κι όλο τέτοια
κρούσματα κ’ επεισόδια με τα φωνήεντα.

Το εκκρεμές αόμματο μια εκεί μια εδώ
σφάζοντας τη γενιά μας τον ένα τον άλλο,
μετά που μετρηθήκαμε είμαστε πάλι δυο,
εσύ, εγώ
μα τώρα μόνο για σένα λένε οι σατανάδες.
Λοιπόν, σα θα γράφεις τη μερίδα μου,
σε πινακίδες υποθέτω λεωφόρων,
μη ξεχνάς που τον ρεζίλεψα τον ήλιο τους
κάτω απ’ τα τείχη να τον σέρνω τσίτσιδο
πίσω από ‘να δίτροχο
εγώ, που μου πήρανε την Βρισηίδα.
Μην ξεχνάς, σε μια ριξιά στο ζάρι τα ‘παιξα όλα μου
πες για το τίποτα, στο έτσι,
ακόμα και τον κλήρο μου στην ονειρούπολη
ίσα να ιδώ που ο θυμός μου μαργαριτάρι άφωνο
γίνεται σύννεφο κ’ ύστερα χειροβομβίδα.
Να πεις κι αυτό για μένα: είτανε ποταμός
σαράντα οργιές του βάθους που κύλαε τα ίσα πάνου·
μόνο σαν ξέρασε τη λύσσα του απόθανε.
Αυτό να πεις σα βραδιαστούνε
και χάσουνε το δρόμο τους οι πολυεδρικοί
οι φωνακλάδες
οι διεφθαρμένοι.

“Κυριακή πρωί μ’ ένα ποίημα”: Δείτε όλα τα ποιήματα εδώ.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: