«Θανάτω, θάνατον πατήσαντες», είναι οι δικοί μας Χριστοί και φωτίζουν το δρόμο

Το βλέμμα σου, χαμένο στο κενό μιας «άδειας» καθημερινότητας, βρίσκει κέντρο εστίασης. Διασταυρώνεται σε χρόνο μηδενικό με το στοχαστικό και στοχευμένο ταυτόχρονα βλέμμα των μελλοθάνατων κομμουνιστών στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, Πρωτομαγιά του 1944.

«Στο δρόμο της Καισαριανής»

Σε μια εποχή διαβρωτικής ρευστότητας, πολυεπίπεδων αναταράξεων, πολέμων και ξεριζωμών, σε καιρούς βιολογικής και ψυχικής εξόντωσης εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλο τον πλανήτη, θαρρείς ξαφνικά πως πάγωσε ο χρόνος! Το βλέμμα σου, χαμένο στο κενό μιας «άδειας» καθημερινότητας, βρίσκει κέντρο εστίασης. Διασταυρώνεται σε χρόνο μηδενικό με το στοχαστικό και στοχευμένο ταυτόχρονα βλέμμα των μελλοθάνατων κομμουνιστών στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, Πρωτομαγιά του 1944.

Ταξίδεψα, είναι αλήθεια, πολλές Πρωτομαγιές στην Καισαριανή χάρη και στο εμπνευσμένο χαρακτικό του Τάσσου. Αλλά εδώ και κάποιες μέρες, τη θέση της τέχνης παίρνει η ίδια η ζωή˙ η ζωή τη στιγμή που αντικρίζει απροσκύνητη το θάνατο. Στη θέση του ενός, προβάλλουν πλέον διακόσιοι ονειροπόλοι χαράκτες, διακόσιοι στρατευμένοι δημιουργοί ενός νέου κόσμου, ενός κόσμου κομμουνιστικού. Πρόκειται γι’ αυτούς -στη συντριπτική πλειοψηφία τους στελέχη και μέλη του ΚΚΕ- που αρνήθηκαν μέχρι τέλους να συμμορφωθούν προς τις υποδείξεις, που αρνήθηκαν να βρεθούν από εκείνη την πλευρά της Ιστορίας, τη «σωστή» όπως την ορίζει και σήμερα το αστικό σύστημα εξουσίας, πότε φιλελεύθερο και πότε δικτατορικό, πότε με την πολεμική διπλωματία και πότε με τον απροκάλυπτο δωσιλογισμό.

Στο ευθύβολο της ματιάς τους, στο ευθυτενές του σώματος των Ελλήνων πατριωτών κομμουνιστών, αποτυπώνεται ο δικός τους τρόπος ζωής, το δικό τους ήθος. Γνώριζαν, ένιωθαν ότι «οι άνθρωποι κάνουν την ιστορία τους, αλλά δεν μπορούν να την κάνουν όπως τους αρέσει˙ δεν την κάνουν κάτω από συνθήκες που επιλέγουν οι ίδιοι, αλλά κάτω από συνθήκες που αντιμετωπίζουν άμεσα, που έχουν μεταβιβαστεί από το παρελθόν». Και δε συμβιβάστηκαν! Αναμετρήθηκαν πρόσωπο με πρόσωπο με το φασισμό και το ναζισμό, συγκρούστηκαν κατά μέτωπο με τις συνθήκες ενός ανελέητου ταξικού συστήματος που τότε, όπως και τώρα, τρέφονταν από την εκμετάλλευση και το θάνατο. Ως κομμουνιστές έκαναν τη διαφορά! Αφιερώθηκαν, συλλογικά και οργανωμένα στη δημιουργία της ιστορίας τους, στη χάραξη του δρόμου προς την κομμουνιστική πολιτεία των αναγκών και των ονείρων τους. Και πρόλαβαν να χαρτογραφήσουν με το βλέμμα και με το αίμα τους το σχέδιο μιας κοινωνίας προσώπων.

Θυμούμαι την Καισαριανιώτισσα μάνα μου κάθε χρόνο Πρωτομαγιά να μου αφηγείται με τα ίδια λόγια την εμπειρία που την είχε σφραγίσει, όταν -14 χρόνων κοπέλα- έβλεπε να περνούν μπροστά από το σπίτι της τα καμιόνια με τις σορούς των εκτελεσμένων κομμουνιστών και πίσω να κυλάει ποτάμι το αίμα. Χάρη και σ’ εκείνη, από τα εφηβικά μου χρόνια μέχρι και πριν λίγες μέρες πίστευα ότι οι διακόσιοι κομμουνιστές ήσαν ήρωες. Τώρα, θαρρώ, ότι πρέπει να διορθώσω: δεν πρόκειται για ήρωες. Είναι κάτι περισσότερο, κάτι διαφορετικό. Οι ήρωες αναμετρώνται με το ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΟ του θανάτου. Οι διακόσιοι κομμουνιστές αναμετρήθηκαν με τη ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ του θανάτου χωρίς μάλιστα να προσβλέπουν στη μετά θάνατον ατομική σωτηρία. Και νίκησαν! «Θανάτω, θάνατον πατήσαντες», είναι οι δικοί μας Χριστοί και φωτίζουν το δρόμο:

ΩΣ ΤΗ ΝΙΚΗ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ!

Αλέξανδρος Χρύσης, καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

902.gr

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: