Εμείς θέλουμε λιγότερο ή περισσότερο κράτος;

Βασικά στοιχεία για όσους δεν κατάλαβαν λέξη από το “Κράτος και Επανάσταση”. Και αυτό αφορά και πολλούς που το διάβασαν μικροί…

Ας ξεκινήσουμε από το βασικό: τι είναι το κράτος;

Το κράτος είναι όργανο ταξικής κυριαρχίας. Μια δύναμη πάνω από την κοινωνία, με ένα σύνολο μηχανισμών, που δε διασφαλίζει γενικά και αόριστα την οργάνωση της κοινωνικής δραστηριότητας -με βασικότερη την παραγωγική διαδικασία-, αλλά την οργάνωση της κοινωνίας με τέτοιον τρόπο που να διασφαλίζει και να διαιωνίζει την εξουσία της κυρίαρχης τάξης. Και αυτήν την τελευταία θα την εντοπίσουμε μες στην παραγωγική διαδικασία και όχι έξω από αυτήν, σε κάποιον τομέα του εποικοδομήματος.

Το πρώτο και βασικό που πρέπει να εμπεδώσει κανείς είναι αυτός ακριβώς ο ορισμός, που διαλύει μια αφελή αντίληψη-παραδοχή που από παιδιά μαθαίναμε να θεωρούμε δεδομένη: ότι δηλαδή το κράτος εκφράζει το γενικό συμφέρον ενάντια στα επιμέρους, ατομικά και ιδιωτικά συμφέροντα, και ενσαρκώνει με έναν νεφελώδη “χεγκελιανό” τρόπο την έννοια του “γενικού καλού”, παρά τις όποιες στρεβλώσεις του.

Όχι, το κράτος εκφράζει τα συμφέροντα των κυρίαρχων και την εξουσία τους. Και αυτό δεν είναι ένας χοντροκομμένος απλοϊκός ορισμός, αλλά η ουσία του κράτους, την οποία επιχειρούν να θολώσουν διάφορες “σύγχρονες αναλύσεις” που περιστρέφονται γύρω της χωρίς να την αγγίζουν. Πχ η θεωρία του Ν. Πουλαντζά που σε αντίθεση με τον Λένιν, ορίζει το κράτος ως σχέση ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργατική τάξη, ανάμεσα στον κυρίαρχο και τον κυριαρχούμενο. Μια ρευστή, ευμετάβλητη σχέση, που διαρκώς επανακαθορίζεται με δυναμικό τρόπο και αυτό σημαίνει πως μπορούμε να την αλλάξουμε προς όφελός μας, μέσα από έναν τακτικό Πόλεμο Θέσεων “αλά Γκράμσι”, κερδίζοντας συνεχώς νέες θέσεις και οχυρά, ανεξάρτητα από την στρατηγική σύγκρουση -και βασικά χωρίς αυτή την τελευταία-, δηλαδή χωρίς το άλμα της Επανάστασης και μια “απλοϊκή έφοδο στον ουρανό”.

Όλα αυτά, βέβαια, μέχρι να γίνουν κυβέρνηση οι ιδεολογικοί απόγονοι-επίγονοι του Πουλαντζά, και να ανακαλύψουν ξαφνικά ως μεγάλοι θεωρητικοί του μαρξισμού πως “άλλο το κράτος και άλλο η κυβέρνηση”, ότι δεν αρκεί μόνο το δεύτερο και ότι πρέπει να έχεις τους “αρμούς της εξουσίας” στα χέρια σου, για να πετύχεις τις αλλαγές που θέλεις. Ποιος να το ‘λεγε…

Πρέπει λοιπόν να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε μακριά από απλοϊκά, αποπροσανατολιστικά σχήματα, τύπου “κρατιστές-αντικρατιστές”, που συσκοτίζουν την ουσία. Είναι αρκετά ενδιαφέρουσα η σύμπτωση φιλελεύθερων και αναρχικών -σαν τον “Αναρχικό Τραπεζίτη” του Πεσόα- στον ένα πόλο του σχήματος, είναι όμως φαιδρό να θεωρούμε στα σοβαρά ότι οποιοσδήποτε Δεξιός είναι με κάποιον τρόπο αντικρατιστής, επειδή είναι υπέρ των ιδιωτικοποιήσεων και κάνουν αστεία επιπέδου Αρβύλας για τους δημόσιους υπαλλήλους. Κι είναι αστείο για μια σειρά λόγους.

Γιατί είναι ιστορικά και διαχρονικά οι κατεξοχήν εκφραστές του. Γιατί “Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια”. Γιατί “Νόμος και Τάξη”. Γιατί, όπως λέει και ο Ράμφος, η Εκκλησία είναι κομμάτι του κράτους -κι άσε τους φιλελεύθερους να έχουν τύψεις συνείδησης, ώσπου να ξεχάσουν τον διαχωρισμό τους. Γιατί λατρεύουν την Αστυνομία, τον Στρατό και τα όργανα καταστολής.

Αλλά το κράτος δεν είναι μόνο οι μηχανισμοί καταστολής και επιβολής της δημόσιας άρχουσας τάξης. Ούτε μόνο οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του (σχολείο, εκκλησία κτλ). Είναι και ο συλλογικός καπιταλιστής, αυτός που διαχειρίζεται πολιτικά τα συμφέροντα της αστικής τάξης, που την εκπροσωπεί στο εξωτερικό στις Συνόδους Κορυφής, που αναδιανέμει τον εγχώριο πλούτο υπέρ της και την μπουκώνει με ζεστό δημόσιο χρήμα. Υπάρχει πιο επίκαιρο παράδειγμα από τον κορονοϊό και τα λεφτά που χαρίζει σε επιχειρηματίες για να πληρώσουν τους μισθούς και για να χρυσοπληρώσει το ίδιο ιδιωτικές κλίνες ΜΕΘ, αντί να τις επιτάξει;

Η μεγάλη πλειοψηφία των μονοπωλιακών ομίλων και των επιχειρήσεων είναι η φωτογραφία που πρέπει να έχουμε δίπλα στον ορισμό του κρατικοδίαιτου. Όπως διάβασα στον τοίχο ενός φίλου, το να εμπιστεύεσαι δημόσιο χρήμα σε έναν φιλελέ-επιχειρηματία, είναι περίπου σα να εμπιστεύεσαι έναν παιδεραστή να σου προσέχει το παιδί (baby-sitting).

Όσο κωμικό είναι να θεωρεί κανείς αντικρατιστές τους καπιταλιστές και τους φιλελέδες, επειδή υποστηρίζουν τις ιδιωτικοποιήσεις, άλλο τόσο φαιδρό είναι να θεωρεί κανείς πως όσοι στηρίζουν τις εθνικοποιήσεις είναι σοσιαλιστές και ότι ο σημερινός δημόσιος τομέα είναι μια μεταβατική μορφή προς τον σοσιαλισμό που ονειρευόμαστε. (Παρεμπιπτόντως, οι δύο πόλοι φροντίζουν να λύσουν διαλεκτικά στην πράξη τη μεταξύ τους αντίθεση και να συγκροτήσουν ως νέα ποιότητα τον ΣΔΙΤ, συμπράξεις δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, ως επιθυμητό μοντέλο σε όλες τις μπίζνες που στήνουν, γιατί πάντα χρειάζεται το δημόσιο για να αναλάβει με τα ταμεία του και τα δικά μας χρήματα τη βρώμικη, μη επικερδή δουλειά).

Οι κομμουνιστές δεν υποστηρίζουν γενικά και αόριστα τις εθνικοποιήσεις, δε θεωρούν τον δημόσιο τομέα ως μια προπόνηση για το πώς θα είναι οι δημόσιες επιχειρήσεις στην κοινωνία του μέλλοντος, ούτε έχουν ως ορίζοντα το “κοινωνικό κράτος” των καπιταλιστικών χωρών και το Σουηδικό μοντέλο, που δείχνει ολοένα και περισσότερο τα δόντια του στα χρόνια της κρίσης. Υπερασπίζονται το δημόσιο χαρακτήρα των αγαθών και των υπηρεσιών, που είναι εντελώς διαφορετικό. Στη σοσιαλιστική κοινωνία -που είναι ανώριμος κομμουνισμός, όπου παλεύουν και συνυπάρχουν το παλιό με το καινούριο-, το κράτος παίρνει στο όνομα της κοινωνίας τα βασικά μέσα παραγωγής πλούτου στην κατοχή του. Αλλά όποιος δεν καταλαβαίνει την ειδοποιό ταξική διαφορά μιας επαναστατικής εξουσίας από ένα αστικό κράτος, μπορεί να πάει να κάνει παρέα με εκείνους τους αναρχικούς που δηλώνουν γενικά αντι-εξουσιαστές (αντι-κρατιστές) χωρίς να έχει κανένα ταξικό στοιχείο η πολιτική τους ανάλυση.

Όσο για τους “αριστερούς”, “σοσιαλιστές” και “σοσιαλίζοντες”, που βλέπουν μια δόση “σοσιαλισμού” (όση υπάρχει δηλαδή και στον όρο “σοσιαλδημοκρατία”) στο σημερινό δημόσιο τομέα ή σε κάποιες εθνικοποιήσεις, είναι αυτοί ακριβώς που στην πραγματική σοσιαλιστική εξουσία, θα ανακαλύψουν ξαφνικά τη διαφορά μεταξύ της κρατικοποίησης και της “πραγματικής κοινωνικοποίησης” και θα ταχθούν υπέρ της δεύτερης, με το “ριζοσπαστικό αίτημα” της αυτοδιαχείρισης -που το είδαμε στην πράξη σαν ντροπαλό καπιταλισμό στη Γιουγκοσλαβία του Τίτο- και εκφράζοντας βασικά την επιθυμία να μην υπάρχει σοσιαλιστική εξουσία-κράτος να οργανώνει την παραγωγή σε πραγματικά πανεθνική βάση. Στο σήμερα όμως, “εδώ και τώρα”, δε λένε όχι σε μια επιτελική θέση στον αστικό κρατικό μηχανισμό, ούτε έχουν κάποιες αγεφύρωτες διαφορές από τους εξίσου κρατικοδίαιτους δεξιούς.

Ας σημειώσουμε και αυτό. Όποιος θεωρεί πως είμαστε όλοι μαζί στο ίδιο μέτωπο και το ίδιο σακί (η ΠΦΑ και το προδομένο αριστεροχώρι με τους κομμουνιστές) για την υπεράσπιση του δημόσιου τομέα, βασικά κάνει το ίδιο ακριβώς πολιτικό-μεθοδολογικό λάθος, που κάνει κι ένας φασίστας από την ανάποδη, όταν θεωρεί “μπολσεβίκους” και “αναρχοάπλυτους” όλους τους χώρους αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ -μαζί με αυτόν- ή κάποτε, αριστερά του ΠΑΣΟΚ -μαζί με το ΠΑΣΟΚ, προφανώς.

Το κράτος στην κοινωνία του μέλλοντος ως μισο-κράτος που θα απονεκρώνεται -όχι όμως πριν… “απονεκρωθούν” πολιτικά οι δυνάμεις της αντίδρασης και του παρελθόντος- και ο ακριβής ρόλος του, είναι μεγάλο κεφάλαιο και απαιτεί ξεχωριστή ανάλυση. Για να προχωρήσουμε σε αυτό, όμως, το βασικό είναι έχουμε καθαρό τι είναι το κράτος στον καπιταλισμό και τι θέλουμε να κάνουμε με αυτό. Να το καταλάβουμε για να το αλλάξουμε από μέσα και να το φέρουμε στα μέτρα μας; (Όσοι το επιχείρησαν, άλλαξαν οι ίδιοι και ήρθαν αυτοί στα δικά του μέτρα). Ή να το γκρεμίσουμε και να χτίσουμε μια άλλη μορφή κοινωνικής οργάνωσης στη θέση του;

Αυτό που θέλουμε δεν είναι ούτε λιγότερο, ούτε περισσότερο (αστικό) κράτος. Αλλά μια επανάσταση που θα το τσακίσει και ένα τελείως διαφορετικό κράτος -δηλαδή μορφή κοινωνικής οργάνωσης-, μια επαναστατική εξουσία στη θέση του. Όποιος δεν έχει καταλάβει ούτε τα βασικά από όσα εξηγεί ο Λένιν στο “Κράτος και Επανάσταση” -ή τα κατάλαβε μικρός, για να τα ξεχάσει στην πορεία, όταν δηλαδή ήρθαν σε σύγκρουση με το ατομικό του βόλεμα- είναι καταδικασμένοι να σκοντάφτουν ξανά και ξανά στην πραγματικότητα και να κάνουν τα ίδια ακριβώς λάθη.

Το ζήτημα είναι εμείς αν βγάζουμε συμπεράσματα, για να ξέρουμε “Τι να κάνουμε”…

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 σχόλιο

Κάντε ένα σχόλιο: