Το Έπος του Γκράνμα και ο Μύθος των Δώδεκα (12) που ήταν Είκοσι ένας (21)

Φιντέλ: Πόσα τουφέκια φέρνεις;
Ραούλ: Πέντε.
Φιντέλ: Και δύο που έχω εγώ, εφτά! Εντάξει, τώρα κερδίζουμε τον πόλεμο!

Granma (Γκράνμα). Το γιωτ της Επανάστασης. Σαλπάρησε στις 25 Νοεμβρίου 1956 από το Τούξπαν του Μεξικού και προσάραξε στις ακτές της Κούβας στις 2 Δεκεμβρίου, με το «πλήρωμα» της ελευθερίας που γκρέμισε το καθεστώς του Μπατίστα.

Χωρητικότητα: 20-22 άτομα. Χώρεσαν 82. Για την ιστορία: το 82o μέλος που ναυτολογήθηκε ήταν ο Καμίλο Σιενφουέγος.

Δεν επρόκειτο για απόβαση, επρόκειτο για ναυάγιο, θα πει αργότερα ο Τσε.

Και μια επική σύμπτωση: Στις 25 Νοε. 2016, ακριβώς 60 χρόνια μετά την αναχώρηση του πλοιαρίου, ο Φιντέλ θα σαλπάρει για την Αθανασία.

Πόσοι επέζησαν μετά το… ναυάγιο για να ανέβουν στη Σιέρα Μαέστρα;

Στα δύο ποιήματα που ακολουθούν:

Ο Πάμπλο Νερούδα λέει ότι ήταν ο Φιντέλ Κάστρο μ’ άλλους δεκαπέντε.

Ο Νικολάς Γκιγιέν, κάνει λόγο για μόλις πάνω / απ’ τα δέκα δάχτυλά μας.

Τελικά πόσοι ήταν; (Βλέπε μετά τα ποιήματα).

*

[Κεντρική φωτό: 16 Απριλίου 2016. Αντίγραφο του Γκράνμα στην επετειακή εκδήλωση για τη μεγάλη νίκη της Κουβανικής Επανάστασης κατά των εισβολέων στην Πλάγια Χιρόν, 17-19 Απρ. 1961]

*

 

Τούξπαν – Λας Κολοράδας. 25 Νοε. – 2 Δεκ. 1956.

 

Πάμπλο Νερούδα – Νικολάς Γκιγιέν

Δυο ποιήματα για το Έπος του Γκράνμα

Μετάφραση – Σημειώσεις – Επιμέλεια

Μπάμπης Ζαφειράτος – Μποτίλια Στον Άνεμο

 

V

Το Έπος

Πάμπλο Νερούδα

 

ΑΝ η βαθιά η θάλασσα τις πίκρες
κατάφερνε να πνίξει, τότε οι ελπίδες
θ’ ανθίζανε στη γη· και ξεμπαρκάραν·
ήταν γροθιές και μπράτσα για τη μάχη:

Ο ΦΙΝΤΕΛ Κάστρο μ’ άλλους δεκαπέντε
κι η λευτεριά μαζί βγήκαν στην άμμο.
Σκοτάδι· το νησί μέσα στο πένθος,
αλλά το φως υψώσανε παντιέρα,
γιατί άλλα όπλα απ’ την αυγή δεν είχαν,
που όμως κι αυτή στη γη αποκοιμιόταν:
και τότε σιωπηλοί πήραν το δρόμο
του αγώνα, περπατώντας προς τ’ αστέρια.

ΚΑΤΑΚΟΠΟΙ μα φλογισμένοι μπαίνουν
για την τιμή και για το χρέος στη μάχη,
κι άλλο όπλο απ’ το αίμα τους δεν έχουν:
κινούν γυμνοί σαν νεογέννητα. Έτσι
γεννήθηκε κι η λευτεριά της Κούβας,
από μια χούφτα άντρες, απ’ την άμμο.

ΥΣΤΕΡΑ των γυμνών η περηφάνια
ντύθηκε με τη φορεσιά της σιέρας,
κι απ’ το ψωμί το ξένο χορτασμένη,
με το κρυφό αρματώθηκε μπαρούτι,
μ’ εκείνους που απ’ το λήθαργό τους βγήκαν
κι απ’ την ντροπή, απ’ του τάφου τους την τρύπα·
μανάδες λένε αντίο στα παιδιά τους,
τoν πόνο του ανιστόρησε ο αγρότης
κι η αγνή στρατιά των εξαθλιωμένων
φούσκωσε σαν τ’ ολόγιομο φεγγάρι·
τους μαχητές δεν τους κλονίζει ο αγώνας
βαστάνε όπως στη θύελλα το καλάμι·
τώρα ο εχθρός τα όπλα εγκαταλείπει,
τ’ αφήνει εκεί καταμεσής του δρόμου·
οι δήμιοι μες στον τρόμο καταρρέουν,
διαλυμένοι από της άνοιξης την αύρα,
με μια σφραγίδα, βόλι του θανάτου
στερνό στολίδι στα πουκάμισά τους.

KΙ ΟΙ ελευθερωτές διαβαίνουν όπως
ο άνεμος, σαρώνουν τα λιβάδια,
τραντάζετ’ όλο το νησί κι η ορμή τους
πάνω απ’ τη θάλασσα προβάλλει σαν πλανήτης.

 

Πάμπλο Νερούδα, Επικό Τραγούδι
Εθνικό Τυπογραφείο Κούβας, 1960 (σελ. 8-9)

Μετάφραση: Μπάμπης Ζαφειράτος, 23 Δεκεμβρίου 2016.

(Πρώτη δημοσίευση: Μποτίλια Στον Άνεμο, 30 Δεκ. 2016. Εδώ με μικρές αλλαγές).

________

Eπικό Τραγούδι από Μποτίλια Στον Άνεμο

________

29 Νοε. 2016. Πλατεία της Επανάστασης. Αντίγραφο του Γκράνμα κατά την τελετή για τον θάνατο του Φιντέλ.

 

Νικολάς Γκιγιέν: Βγαίνουν απ’ το καλαμπόκι…

Son más en una mazorca

Μουσική: Víctor Manuel San JoséΤραγούδι: Ana Belén

Από το δίσκο Το περιστέρι με το φτερούγισμα του λαούLa paloma de vuelo popular (1976).

 

Βγαίνουν απ’ το καλαμπόκι…

Νικολάς Γκιγιέν

 

ΒΓΑΙΝΟΥΝ απ’ το καλαμπόκι
πιο πολλά σπυριά απ’ όσα
ο Φιντέλ κι οι σύντροφοί του
όταν βγήκαν απ’ το Γκράνμα.
Ταραγμένη η θάλασσα είδε
που ’φευγαν με βια στο βήμα,
φώτιζαν τα πρόσωπά τους
σοβαρά, χωρίς γενειάδες,
πεταλούδες στη ματιά τους
κι ας βουλιάζανε στους βάλτους.

ΠΙΣΩ τους βαδίζει ο χάρος
στα στρατιωτικά ντυμένος,
σκέτη ώχρα είν’ η στολή του
κι έχει αμερικάνικο όπλο.
Κάποιοι πέφτουν χτυπημένοι,
κάποιοι άλλοι ξεψυχάνε,
κι οι πιο λίγοι, μόλις πάνω
απ’ τα δέκα δάχτυλά μας,
με απαντοχή και κόπο
για τη δόξα περπατάνε.

ΞΥΠΝΗΣΑΝ τα μονοπάτια
φωνές και ύμνοι χαιρετάνε
με γροθιές και παπαρούνες,
λάμπουν ήλιοι και τουφέκια.
Πρώτα ανέβηκαν στη Σιέρα
και μπροστά τραβά η καρδιά τους·
πλάι στ’ αστραφτερά σινσόντε,
στην πιο απάτητη κορφή της
στήνουν το στρατόπεδό τους,
κι όρθιος, λέει ο Φιντέλ Κάστρο:
− Από ’δω θα ξεχυθούμε,
πέλαο μ’ όπλα θα είναι ο κάμπος.

 

Έχω (1964). Από την ενότητα: Μπαλάντες

Μετάφραση (συνάδει και με τη μελωδία): Μπάμπης Ζαφειράτος, 12 Αυγούστου 2018.

Πρώτη δημοσίευση στην Κατιούσα, μαζί με δύο ακόμη ποιήματα.

 

Σινσόντε: Ενδημικό, ωδικό πουλί της Βόρειας Αμερικής και της Κούβας, που τραγουδάει μιμούμενο «περιπαιχτικά» (εξού και mockingbird) τις φωνές άλλων πουλιών.
Για Άνα Μπελέν, Βίκτορ Μανουέλ, για τα τραγούδια του δίσκου και γενικότερα για τον μελοποιημένο Νικολάς Γκιγιέν: Σενσεμαγιά: Η μουσική στην ποίηση του Νικολάς Γκιγιέν – Αφιέρωμα.

________

(Το ισπανικό κείμενο των ποιημάτων στο τέλος)

________

 

Το ναυάγιο

 

Granma, 2 Δεκ. 1956. (Λεπτομέρεια από φωτό αγνώστου φωτογράφου).

 

Η αποβίβαση είχε προγραμματιστεί στην πόλη Νικέρο (Niquero), στην επαρχία Οριέντε (Oriente), ώστε να ακολουθήσουν τη διαδρομή που είχε ακολουθήσει και ο Χοσέ Μαρτί για να ξεκινήσει τον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας της Κούβας το 1895.

Στις 2 Δεκέμβρη τους περιμένει η Σέλια Σάντσες, από τα ιδρυτικά στελέχη του κινήματος της 26 Ιουλίου, με φορτηγά, τζιπ, τρόφιμα, όπλα και με περίπου 50 άνδρες.

«Τους περιμένουν όμως –όπως γράφει ο Πάκο Ιγνάσιο Τάϊμπο ΙΙ– ειδοποιημένοι από προδότες και καταδότες, πάνω από τριάντα πέντε χιλιάδες ένοπλοι άντρες, συμπεριλαμβανομένης της αστυνομίας, ένας στρατός εξοπλισμένος με τανκς, δέκα πολεμικά πλοία, δεκαπέντε ακτοπλοϊκά και εβδομήντα οχτώ αεροπλάνα της πολεμικής αεροπορίας και των αερομεταφορών».

Οι αντάρτες εντοπίζονται από ελικόπτερο και αναγκάζονται να κατευθύνουν το Γκράνμα στην τοποθεσία Πλάγια δε λος Κολοράδος (Playa de los Colorados), κοντά στο χωριό Las Coloradas, περίπου δεκαπέντε μίλια νότια από το καθορισμένο σημείο.

Η νέα περιοχή αποβίβασης είναι περισσότερο βάλτος. Τα βουρκόνερα, η πυκνή θαλάσσια βλάστηση και τα μικρά καβούρια τούς εμποδίζουν να ξεφορτώσουν το μεγαλύτερο μέρος του οπλισμού τους.

«Απλά αναλογιστείτε πού έγινε η αποβίβαση. Αν είχαν αποβιβαστεί στην παραλία αντί για το βάλτο, θα έβρισκαν φορτηγά, τζιπ, βενζίνη» λέει η Σέλια Σάντσες στο βιβλίο του Κάρλος Φράνκι Οι Δώδεκα, που αναφέρεται στις πρώτες ημέρες του αγώνα εναντίον του Μπατίστα.

Οι αντάρτες κινούνται προς το βουνό, χωρίς φαγητό την πρώτη μέρα. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής οι αγρότες τούς δίνουν να φάνε και να πιουν, μέχρι τις 5 Δεκεμβρίου, όταν προδομένοι από τον οδηγό τους θα πέσουν σε ενέδρα στην Αλεγρία δε Πίο (Alegría de Pío), όπου ειπώθηκε και η περίφημη ατάκα Εδώ δεν παραδίνεται κανένας, αρχίδια, η οποία αποδίδεται στον Καμίλο, αλλά ανήκει εντέλει στον Χουάν Αλμέιδα.

Οι μαχητές διασκορπίζονται και οι περισσότεροι σκοτώνονται στη μάχη ή στην προσπάθειά τους να παραδοθούν.

Επί έντεκα ημέρες, όσοι απόμειναν, τραυματισμένοι, πεινασμένοι και διασκορπισμένοι αποφεύγουν το στρατό του Μπατίστα και από τις 18 έως τις 28 Δεκεμβρίου καταφέρνουν να ανασυνταχθούν, βαθιά στα βουνά της Σιέρα Μαέστρα.

 

Ο μύθος των Δώδεκα που ήταν Είκοσι ένας

 

18 Δεκ. 2016. Τελετή στο Σίνκο Πάλμας.

 

Οι 12 επιζήσαντες που αναφέρονται συνήθως είναι:

Φιντέλ και Ραούλ Κάστρο, Τσε Γκεβάρα (τραυματισμένος με αιμορραγία), Καμίλο Σιενφουέγος, Χουάν Αλμέιδα, Εφιχένιο Αμεϊχέιρας, Σίρο Ρεδόντο, Χούλιο Δίας, Καλίξτο Γκαρσία, Λουίς Κρέσπο, Χοσέ Πόνσε, Ουνιβέρσο Σάντσες

Αλλά πόσοι πραγματικά ήταν αυτοι που ασυντάχθηκαν και συνέχισαν τον αγώνα;

16 Δεκεμβρίου. Στην ιστορική τοποθεσία Σίνκο Πάλμας (Cinco Palmas) έφτασε ο Φιντέλ με τους, Φαουστίνο Πέρες, Ουνιβέρσο Σάντσες.

18 Δεκεμβρίου. Καταφτάνει μια η ομάδα με επικεφαλής τον Ραούλ Κάστρο με τους: Εφιχένιο Αμεϊχέιρας, Σίρο Ρεδόντο, Ρενέ Ροδρίγες, Αρμάντο Ροδρίγες. Είναι η στιγμή που ανάμεσα στα δυο αδέρφια θα λάβει χώρα ο καταπληκτικός διάλογος:

Φιντέλ: Πόσα τουφέκια φέρνεις;

Ραούλ: Πέντε.

Φιντέλ: Και δύο που έχω εγώ, εφτά! Τέλεια, τώρα κερδίζουμε τον πόλεμο!

 

Φιντέλ – Ραούλ και δίπλα η επική στιχομυθία τους: Πόσα τουφέκια φέρνεις; / Πέντε. / Και δύο που έχω εγώ, εφτά! Τέλεια, τώρα κερδίζουμε τον πόλεμο! (Σίνκο Πάλμας, Δεκ. 2016).

 

21 Δεκεμβρίου. Εμφανίζεται ο Χουάν Αλμέιδα με τους άνδρες που τον ακολούθησαν μετά το… ναυάγιο στη Αλεγρία δε Πίο, και που είναι όλοι κι όλοι έξι (6): Τσε, Καμίλο, Ραμίρο Βαλντές, Πάντσο Γονσάλες, Ρεινάλντο Μπενίτες.

Λίγο μετά, με την αποστολή του Φαουστίνο Πέρες στην πεδιάδα θα προστεθεί και ο Καλίξτο Μοράλες, ο οποίος με δυο ακόμα συντρόφους είχαν σκορπίσει στην Αλεγρία.

2 με τον Φιντέλ, 4 με τον Ραούλ, 5 με τον Αλμέιδα και ο Καλίξτο Μοράλες. Συνολο 15.

Έξι (6) ακόμη μαχητές θα προστεθούν μέχρι τις 28 Δεκεμβρίου, λίγο μετά το Cinco Palmas: Καλίξτο Γαρσία, Χούλιο Δίας, Ραφαέλ Τσάο, Χοσέ Μοράν, Κάρλος Βερμούδες, Λουίς Κρέσπο.

Είκοσι ένας (21) συνολικά. Μια ολόκληρη επανάσταση! Ένα Έπος!

 

*

Ισπανικό κείμενο

 

29 Νοε. 2016. Πλατεία της Επανάστασης. Αντίγραφο του Γκράνμα κατά την τελετή για τον θάνατο του Φιντέλ.

 

V

La Gesta

Pablo Neruda

 

SI el hondo mar callaba sus dolores
las esperanzas levantó la tierra:
éstas desembarcaron en la costa:
eran brazos y puños de pelea:

FIDEL Castro con quince de los suyos
y con la libertad bajó a la arena.
La isla estaba oscura como el luto,
pero izaron la luz como bandera,
no tenían más armas que la aurora
y ésta dormía aún bajo la tierra:
entonces comenzaron en silencio
la lucha y el camino hacia la estrella.

FATIGADOS y ardientes caminaban
por honor y deber hacia la guerra,
no tenían más armas que su sangre:
iban desnudos como si nacieran.
Y así nació la libertad de Cuba,
de aquel puñado de hombres en la arena.

LUEGO la dignidad de los desnudos
los vistió con la ropa de la sierra,
los nutrió con el pan desconocido,
los armó con la pólvora secreta,
con ellos despertaron los dormidos,
dejaron su sepulcro las ofensas,
las madres despidieron a sus hijos,
el campesino relató su pena
y el ejército puro de los pobres
creció y creció como la luna llena:
no le quitó soldados el combate:
creció el cañaveral en la tormenta:
el enemigo le dejó sus armas
abandonadas en las carreteras:
los verdugos temblaban y caían,
desmantelados por la primavera,
con un disparo que condecoraba
con la muerte, por fin, sus camisetas,
mientras que el movimiento de los libres
movía, como el viento, las praderas,
sacudía los surcos de la isla,
surgía sobre el mar como un planeta.

 

Pablo Neruda, Canción de Gesta
Imprenta Nacional de Cuba, 1960 (pp. 8-9)

 

*

 

Son más en una mazorca…

Nicolás Guillén

 

Son más en una mazorca
de maíz los prietos granos
que Fidel Castro y sus hombres
cuando del Granma bajaron.
El mar revuelto los mira
partir con violento paso,
dura la luz de los rostros
severos, aún no barbados,
mariposas en la frente,
la ciénaga en los zapatos.

La muerte los vigilaba
vestida como soldado,
amarillo el uniforme,
y el fusil americano.
Heridos unos cayeron,
otros sin vida quedaron,
y los menos, pocos más
que los dedos de las manos,
con esperanza y fatiga
hacia la gloria marcharon.

En los despiertos caminos
voces saludan y cantos,
puños se alzan y amapolas,
soles brillan y disparos.
A la Sierra van primero
por el corazón llevados;
junto a los claros sinsontes,
de pie en el pico más alto,
ya en su cuartel general,
así dice Fidel Castro:
—De esta sierra bajaremos,
mar de rifles será el llano.

 

Tengo (1964), Romancero

 

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: