«Φιόρδ / Fjord», σκηνοθεσία: Κρίστιαν Μουντζίου (2026)

Μουντζίου από τη μια, Λόουτς και Καουρισμάκι από την άλλη: μεγάλες συναντήσεις, μεγάλες αποκλίσεις.
Μια συγκριτική μελέτη της θεματολογίας και της κοινωνικής ματιάς των τριών σκηνοθετών.

Στο Φιόρδ,ο Μουντζίου ακολουθεί μια οικογένεια που έχει εγκατασταθεί στη Νορβηγία και που ενώ δείχνει αρχικά να είναι πλήρως ενταγμένη στην κοινωνία, έρχεται σε σύγκρουση με τις αρχές όταν τίθεται ζήτημα για τον τρόπο με τον οποίο μεγαλώνει τα παιδιά της. Η οικογένεια είναι βαθιά θρησκευόμενη και οι αντιλήψεις της για την ανατροφή συγκρούονται με όσα το νορβηγικό κράτος θεωρεί αποδεκτά και ασφαλή για τα παιδιά. Από εκεί και πέρα ο Μουντζίου πηγαίνει συνειδητά την ιστορία του στα άκρα, προκειμένου να θέσει ένα δύσκολο ερώτημα στον θεατή: μέχρι πού μπορεί ένα κράτος με ισχυρή κοινωνική πρόνοια και ιδιαίτερα αυξημένα αντανακλαστικά απέναντι στην κακοποίηση των παιδιών να παρεμβαίνει στις αντιλήψεις και στον τρόπο διαπαιδαγώγησης μιας οικογένειας που ζει στη χώρα, αλλά ακολουθεί έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο ανατροφής, ο οποίος απορρέει σε μεγάλο βαθμό από τις θρησκευτικές της πεποιθήσεις;

Δεν νομίζω ότι τον ενδιαφέρει ιδιαίτερα να εξετάσει την ιστορία του Μιχάι ως ιστορία ενός Ρουμάνου μετανάστη με την κοινωνική και ταξική έννοια του όρου. Ούτε φαίνεται να τον απασχολούν ιδιαίτερα τα πρακτικά προβλήματα ένταξης ενός μετανάστη. Η οικογένεια που επιλέγει έχει αυτά τα ζητήματα σε μεγάλο βαθμό λυμένα: έχει εργασία, οικονομική ασφάλεια, κατοικία, πρόσβαση στους θεσμούς και φαίνεται πλήρως ενσωματωμένη στην κοινωνία στην οποία ζει. Έτσι, το ενδιαφέρον του μετατοπίζεται κυρίως στην πολιτισμική και αξιακή σύγκρουση. Το ερώτημά του είναι αν ένα κράτος, το οποίο στο όνομα της προστασίας των πολιτών του αναπτύσσει εξαιρετικά ισχυρούς μηχανισμούς παρέμβασης, εξακολουθεί πραγματικά να τους προστατεύει ή αν μπορεί τελικά να μετατραπεί σε έναν υπερπροστατευτικό και καταπιεστικό μηχανισμό κάτω από το βάρος του οποίου οι ίδιοι άνθρωποι που υποτίθεται ότι προστατεύει αρχίζουν να ασφυκτιούν.

Και η βασική μου ένσταση βρίσκεται ακριβώς εδώ: ο Μουντζίου θέτει αυτά τα διλήμματα κάπως απομονωμένα από την καθημερινή και ταξική θέση των απλών ανθρώπων. Το ίδιο συμβαίνει και με το ζήτημα της διαφορετικότητας. Στο Φιόρδ, η διαφορετικότητα εμφανίζεται κυρίως ως πολιτισμική ή θρησκευτική απόκλιση από τις κυρίαρχες αξίες μιας κοινωνίας. Όμως αυτό που διαχωρίζει τους ανθρώπους μέσα σε μια κοινωνία δεν είναι μόνο -και ίσως ούτε κυρίως- η πολιτισμική τους καταγωγή. Είναι πρωτίστως,κατα τη γνωμη μου,η θέση που καταλαμβάνουν μέσα στο κοινωνικό και οικονομικό σύστημα. Η ίδια η οικογένεια του Μιχάι είναι χαρακτηριστική. Όσο μπορεί να ενταχθεί, να εργαστεί, να είναι οικονομικά αυτάρκης και να ανταποκρίνεται στις βασικές απαιτήσεις του συστήματος, η μεταναστευτική της προέλευση δεν δημιουργεί ουσιαστικό πρόβλημα. Η σύγκρουση αρχίζει όταν αποκλίνει από τις αξίες που το ίδιο το σύστημα θεωρεί αποδεκτές. Έτσι όμως η μετανάστευση παρουσιάζεται σχεδόν αποκλειστικά ως πολιτισμική σύγκρουση και πολύ λιγότερο ως ταξική συνθήκη.

Και εδώ έρχεται μια άλλη οπτική, εκείνη του Λόουτς στο «Ladybird, Ladybird», που πραγματεύεται μια παρόμοια ιστορία απομάκρυνσης παιδιών από το κράτος πρόνοιας της Αγγλίας αυτή τη φορά. Και εδώ δεν χρειάζεται να κατασκευάσει εξαρχής μια εξαιρετική περίπτωση για να μας δείξει τη βία ενός μηχανισμού που μπορεί να αντιμετωπίσει τον άνθρωπο σαν φάκελο. Αντλεί το υλικό του από την καθημερινότητα: ένα σπίτι, μια επίσκεψη κοινωνικού λειτουργού, μια συζήτηση, ένα ξέσπασμα, μια απόφαση που λαμβάνεται σε ένα γραφείο και σε δικαστήρια όπου οι φτωχοί άνθρωποι αντιμετωπίζονται περισσότερο ως υποθέσεις προς διαχείριση παρά ως πρόσωπα με ιστορία, τραύματα και ανάγκες. Μέσα από τη συσσώρευση αυτών των φαινομενικά συνηθισμένων στιγμών, ο Λόουτς δείχνει πώς ένας θεσμός που υπάρχει για να προστατεύει μπορεί τελικά να αναπαράγει πάνω στους πιο αδύναμους μια διαφορετική μορφή βίας: πιο ψυχρή, πιο απρόσωπη και θεσμικά νομιμοποιημένη, κάτι που την κάνει ακόμη πιο αμείλικτη. Και εκεί ακριβώς αποκτά σημασία η σχέση της Μάγκι με τον Χόρχε, τον μετανάστη από την Παραγουάη. Η κακοποιημένη Αγγλίδα και ο μετανάστης σύντροφός της δεν έχουν ουσιαστικά τίποτα να χωρίσουν. Βρίσκονται στην ίδια κοινωνική μοίρα, απέναντι σε έναν μηχανισμό που τους αντιμετωπίζει από θέση ισχύος. Η Μάγκι έχει ήδη κακοποιηθεί από άντρες στη ζωή της, αλλά το κράτος, αντί να λειτουργήσει ως δύναμη προστασίας και αποκατάστασης, έρχεται πολλές φορές να παρατείνει την ίδια εμπειρία αδυναμίας, ταπείνωσης και απώλειας ελέγχου, αυτή τη φορά με θεσμικά μέσα. Ο Χόρχε, από την άλλη, δεν παρουσιάζεται πρωτίστως ως ένας «πολιτισμικά διαφορετικός» μετανάστης, αλλά ως ένας άνθρωπος που μοιράζεται μαζί της την ίδια ανασφάλεια και την ίδια αδυναμία απέναντι στο σύστημα. Και κάπως έτσι η ταινία λειτουργεί σαν γροθιά στο στομάχι του θεατή, γιατί φέρνει επί τάπητος τα ουσιαστικά διλήμματα: όχι απλώς μέχρι πού μπορεί να φτάσει η κρατική παρέμβαση, αλλά πώς μπορούν να ζήσουν με αξιοπρέπεια άνθρωποι που δεν έχουν «στον ήλιο μοίρα», άνθρωποι για τους οποίους το ίδιο το σύστημα μοιάζει να μην έχει πραγματικά χώρο. Εκεί η κοινωνική πρόνοια παύει να είναι μια αφηρημένη έννοια και γίνεται ζήτημα επιβίωσης, αξιοπρέπειας και δικαιώματος να υπάρχεις χωρίς να συνθλίβεσαι από τους ίδιους τους μηχανισμούς που υποτίθεται ότι υπάρχουν για να σε προστατεύουν.Και αυτό είναι που μου φαίνεται πολύ πιο ουσιαστικό στον Λόουτς: η διαφορετικότητα ανάμεσα στους ανθρώπους, υποχωρεί μπροστά στην κοινή κοινωνική τους θέση. Αυτό που τους ενώνει δεν είναι ότι ξεπερνούν απλώς τις πολιτισμικές τους διαφορές. Είναι ότι βρίσκονται και οι δύο από την ίδια πλευρά μιας άνισης σχέσης εξουσίας. Στο Φιορδ, αντίθετα, η κριτική στο νορβηγικό σύστημα πρόνοιας περνά μέσα από μια εξαρχής εξαιρετικά φορτισμένη συνθήκη που επιτρέπει στον θεατή να πάρει απόσταση: να θεωρήσει ότι παρακολουθεί μια εξαιρετική περίπτωση, κάτι που συμβαίνει σε «άλλους» ανθρώπους κάτω από εξαιρετικές συνθήκες.

Κάτι αντίστοιχο, από διαφορετική αφετηρία, βρίσκω και στον Καουρισμάκι. Στα «Πεσμένα Φύλλα» το σκανδιναβικό κοινωνικό κράτος δεν παρουσιάζεται σαν ένας κόσμος χωρίς τάξεις, φτώχεια ή επισφάλεια. Υπάρχουν εργαζόμενοι που εξαρτώνται από τον μισθό τους, απολύονται, αλλάζουν δουλειές και ζουν στα όρια. Ο Καουρισμάκι δεν χρειάζεται μια μεγάλη θεσμική σύγκρουση για να μας το δείξει. Η ταξική πραγματικότητα υπάρχει μέσα στις πιο απλές χειρονομίες της καθημερινής ζωής.

Και ίσως εκεί βρίσκεται τελικά η βασική διαφορά -στη δική μου πάντα αντίληψη- με τον Μουντζίου. Το ερώτημα του Φιορδ-μέχρι πού μπορεί να φτάσει ένα κοινωνικό κράτος στο όνομα της προστασίας και μέχρι πού μπορεί να ανεχθεί έναν διαφορετικό τρόπο ζωής- είναι απολύτως θεμιτό και ενδιαφέρον. Μου φαίνεται όμως αποκομμένο από ένα προηγούμενο ερώτημα που ο Λόουτς και ο Καουρισμάκι δεν εγκαταλείπουν ποτέ: ποιος έχει εξαρχής τη δυνατότητα να ζήσει, να εργαστεί και να σταθεί με αξιοπρέπεια μέσα στους όρους που θέτει αυτό το σύστημα;Και γι’ αυτό, η δική τους ματιά φτάνει πολύ πιο κοντά στη ζωή των απλών ανθρώπων. 

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: