“Πού είναι το σπίτι του φίλου μου; / Where Is the Friend’s House?” του Αμπάς Κιαροστάμι (1987)

Η οδύσσεια του μικρού Αχμάντ…Γιατί υπάρχουν και αυτές οι οδύσσειες. Χωρίς μεγάλα μπάτζετ από πίσω τους, χωρίς χορηγούς, χωρίς τις φίρμες των κόκκινων χαλιών. Οι οδύσσειες των φτωχών ανθρώπων σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Και ο Κιαροστάμι ξέρει πολύ καλά να τις κινηματογραφεί και να τους αποδίδει τη μεγάλη τους αξία.

Σε μια σχολική τάξη, στο χωριό Κοκέρ του βόρειου Ιράν, παιδιά φτωχικά ντυμένα, με τα απολύτως απαραίτητα Λιγοστά τα τετράδια και τα βιβλία. Τα παιδιά, στοιβαγμένα στη μικρή, επίσης φτωχική αίθουσα με τα ξύλινα θρανία-μας θυμίζουν τα δικά μας σχολικά χρόνια, πολλά χρόνια πίσω-κάθονται σε μετωπική διάταξη μπροστά από τον μαυροπίνακα και το βάθρο του δασκάλου, που εκπροσωπεί την αυθεντία.

Ο Μοχάμαντ Ρεζά, ένας από τους μαθητές, κλαίει. Και κλαίει με εκείνο το κλάμα που μέσα του έχει φόβο, ενοχή και προσβολή, αλλά και εκείνο το συναίσθημα της κατάφωρης αδικίας. Γιατί ο δάσκαλος του έσκισε την εργασία του, που δεν ήταν γραμμένη στο κανονικό τετράδιο, όπως θα έπρεπε, αλλά σε ένα φύλλο χαρτί. Είναι η προσβολή που ματαιώνει τους κόπους και αφήνει έκθετο τον μαθητή στα μάτια των άλλων συμμαθητών του, να δέχεται ταυτόχρονα τις επιπλήξεις του δασκάλου του, κυρίως γιατί παράκουσε τις εντολές του. Εντολές που στόχο έχουν να καταστεί υπεύθυνος μαθητής, που να πειθαρχεί στους ανωτέρους του, για να είναι έτσι χρήσιμος στην κοινωνία. Την κοινωνία των ανωτέρων, φυσικά. Υπάρχουν όμως δύο μάτια, εκείνα του διπλανού του, του φίλου του, του Αχμάντ, που δεν κατακρίνουν τον φίλο τους ούτε γεύονται εκείνη την ύπουλη καμιά φορά ικανοποίηση, που ο δάσκαλος βρήκε κάποιον άλλον να κατηγορήσει. Κάτι που ενδόμυχα θέτει τους υπόλοιπους μαθητές σε ανώτερη θέση, να κοιτούν από θέση υπεροχής τον αμελή μαθητή ή ακόμη και να νιώθουν τυχεροί που τα βέλη του δασκάλου βρήκαν κάποιον άλλον να στοχεύσουν, να πληγώσουν, και να αισθάνονται εκείνη τη μικρή ικανοποίηση πως ευτυχώς, δεν είναι η δική τους μέρα. 

Μετά μεταφερόμαστε στο σπίτι του μικρού Αχμάντ, φτωχικό κι αυτό, όπου η μάνα κατάκοπη από τις δουλειές, πλένει σκυφτή στη σκάφη ενώ ταυτόχρονα φροντίζει το μωρό που κλαίει και ζητά μια αγκαλιά. Αλλά πού καιρός για τέτοιες συναισθηματικές πολυτέλειες. Με ζαχαρόνερο στο μπιμπερό του, η μάνα καλύπτει προσωρινά τη συναισθηματική του ανάγκη, παρέχοντάς του την ψευδαίσθηση μιας πρόσκαιρης γλύκας και όχι εκείνης της συναισθηματικής ζεστασιάς που επιζητεί. Δεν υπάρχει πολύς χώρος για διάχυτους συναισθηματισμούς. Ωστόσο, αντιλαμβανόμαστε ότι τα βαθιά συναισθήματα αγάπης και φροντίδας υπάρχουν, απλώς οι συνθήκες δεν επιτρέπουν την εκδήλωσή τους. Προέχει η επιβίωση.

Και εκεί ο Αχμάντ ανακαλύπτει πως στην τσάντα του βρίσκεται το τετράδιο του Μοχάμαντ. Παρά τις αντιρρήσεις της μητέρας του να πάει στο διπλανό χωριό- όπου βρίσκεται το σπίτι του φίλου του- και την επιμονή της να μείνει στο σπίτι, να ολοκληρώσει τα μαθήματά του και να τη βοηθήσει στις δουλειές, ο Αχμάντ δεν υπακούει. Προέχει πάνω απ’ όλα ο φίλος του, που θα τιμωρηθεί πολύ αυστηρά αν δεν έχει γράψει την εργασία στο τετράδιό του. Και έτσι το σκάει από το σπίτι, αναζητώντας στο διπλανό χωριό το σπίτι του φίλου του για να του παραδώσει το τετράδιο. Μόνο που αυτή του η ενέργεια μετατρέπεται σε μια μικρή οδύσσεια, γιατί το σπίτι είναι τελικά πολύ δύσκολο να βρεθεί.

Και σε αυτή την οδύσσεια πρωταγωνιστές είναι οι απλοί, φτωχοί άνθρωποι του χωριού, οι άνθρωποι του μόχθου και του κάματου, που κουβαλούν κυριολεκτικά στις πλάτες τους τα βάρη από την καλλιέργεια της γης. Σκυφτοί, ολιγόλογοι, κινούμενες υπάρξεις που δεν τους ξεχωρίζεις από το βάρος που κουβαλούν. Όπως και τα παιδιά: το ένα κουβαλά το βαρύ δοχείο με το γάλα, πιο μεγάλο από το μπόι του, το άλλο μια πόρτα ίσα με το ύψος του. Πρωταγωνιστές είναι τα στενά σοκάκια του χωριού, οι αυλές που ομορφαίνουν από τις περιποιημένες γλάστρες με τα λουλούδια, οι γυναίκες που απλώνουν ρούχα και βρίσκουν την ευκαιρία στη βρύση του χωριού να συνομιλήσουν. Πρωταγωνιστές είναι τα ζώα, που μαζί με τους ανθρώπους στέκουν βοηθητικά δίπλα τους, σαν να αντιλαμβάνονται το χρέος τους απέναντί τους. Πρωταγωνιστής είναι και το μονοπάτι του γυμνού βουνού που διασχίζει ο Αχμάντ. Ένα τοπίο άγονο και σκληρό, που μοιάζει να καθρεφτίζει τη δύσκολη καθημερινότητα των κατοίκων και τον μόχθο που απαιτείται για να εξασφαλιστούν ακόμη και τα απαραίτητα.

Δεν χρειάζονται και πολλά για να κατανοήσουμε τη συμπεριφορά των μεγάλων. Προσπαθούν να διαπαιδαγωγήσουν με έναν σκληρό και παρωχημένο τρόπο τα παιδιά, προκειμένου να γίνουν σωστοί άνθρωποι, χρήσιμοι στην κοινωνία. Εδώ η χρησιμότητα έχει περισσότερο την έννοια του πώς θα τους δοθεί η δυνατότητα για μια καλύτερη ζωή. Δέχονται οι ίδιοι τη μοίρα τους σαν να θεωρούν ότι είναι αδύνατο να ξεφύγουν από αυτήν και μεταφέρουν τις μεθόδους διαπαιδαγώγησης που ασκήθηκαν πάνω τους στα παιδιά, πιστεύοντας ότι ίσως εκείνα, με τα γράμματα που θα μάθουν, καταφέρουν να ξεφύγουν από τις κακουχίες και να ζήσουν καλύτερα από εκείνους. Ο Αχμάντ όμως ζει με τους μεγάλους, αλλά δεν ζει στον κόσμο τους. Ο κόσμος του είναι οι συμμαθητές του, οι φίλοι του. Και τους νιώθει, τους αφουγκράζεται. Ξέρει γιατί πονά η πλάτη του συμμαθητή του το πρωί που έρχεται στο σχολείο: γιατί την προηγούμενη κουβαλούσε τα δοχεία με το γάλα. Ξέρει γιατί ο άλλος συμμαθητής του αργοπορεί το πρωί να φτάσει στο σχολείο: γιατί την απόσταση από το σπίτι του την έχει χρονομετρήσει και ο ίδιος πολλές φορές. Καταλαβαίνει, λοιπόν, το άδικο της συμπεριφοράς του δασκάλου, όπως καταλαβαίνει και το άδικο της συμπεριφοράς της δικής του οικογένειας. Πολύ περισσότερο, όμως, καταλαβαίνει και τα αίτια αυτής της συμπεριφοράς και γι’ αυτό δεν κατηγορεί, δεν κατακρίνει, αλλά ούτε και την αποδέχεται.

Και έτσι τα “μαθήματα” τα παραδίδει ο ίδιος.

Ο Κιαροστάμι-ο τεράστιος αυτός ιρανός σκηνοθέτης, που η αισθητική των ταινιών του είναι μια σύγχρονη εκδοχή νεορεαλισμού με πολλά ποιητικά στοιχεία στην εικόνα του- ξέρει να απλώνει τις ιστορίες του, να τις καθιστά πανανθρώπινες, και το πετυχαίνει με την πολύ απλή κινηματογράφηση, που μέσα της όμως περικλείει μια βαθιά ανθρώπινη προσέγγιση της ζωής. Κάτι τέτοιο απαιτεί μεγάλη τέχνη για να αποδοθεί, και εκείνος τα καταφέρνει γιατί αγαπά πολύ τους ανθρώπους. 

Τα πολύ πετυχημένα κοντινά του στους ερασιτέχνες ηθοποιούς το αποδεικνύουν. Γιατί κινηματογραφεί το αληθινό, την αλήθεια των απλών ανθρώπων που ξέρουν να μοιράζονται, ξέρουν να κοιτούν τον άλλον κατάματα, μπορούν να τον συναισθανθούν. Και δεν το δείχνουν κραυγαλέα, αλλά με πολύ απλές χειρονομίες: ένα κρυμμένο λουλουδάκι μέσα σε ένα τετράδιο ή ένα απαλό χάδι στο κεφάλι του μικρού της γιου, από εκείνη τη μάνα που, αφού τελειώσει η κοπιαστική μέρα της, της μένει λίγος χρόνος να σκεφτεί ότι μπορεί και να φέρθηκε λίγο σκληρά στο παιδί της, ότι ίσως δεν πρόλαβε να το ακούσει. Νιώθει όμως, θέλει να του δείξει πως το αγαπά. Έτσι απλά, με ένα χάδι.

Αμπάς Κιαροστάμι, ο σκηνοθέτης των απλών ανθρώπων, μα και της οδύσσειας των απλών ανθρώπων. Γιατί υπάρχουν και αυτές οι οδύσσειες. Χωρίς μεγάλα μπάτζετ από πίσω τους, χωρίς χορηγούς, χωρίς τις φίρμες των κόκκινων χαλιών. Οι οδύσσειες των φτωχών ανθρώπων σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Και ο Κιαροστάμι ξέρει πολύ καλά να τις κινηματογραφεί και να τους αποδίδει τη μεγάλη τους αξία. 

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: