“Το Εργαστήρι του Δρ. Καλιγκάρι / The Cabinet of Dr. Caligari / Das Cabinet des Dr. Caligari” – Σκηνοθεσία: Ρόμπερτ Βίνε (1920)
Εξουσία, παράνοια και κοινωνική ύπνωση…
Μετά την ήττα της Γερμανίας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο γερμανικός κινηματογράφος παρουσιάζει ένα πρωτοφανές ξέσπασμα αναζητήσεων, τεχνικών και ιδεών, παρά την πολιτική αστάθεια, την κοινωνική αναταραχή και τη βαθιά κρίση που επικρατούν στη χώρα. Μια κρίση που συνοδεύεται από την αμφιλεγόμενη πολιτική της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, τις αντιφάσεις και την αναποφασιστικότητά της, αλλά και από τη διατήρηση σημαντικών τμημάτων του παλιού αυτοκρατορικού κρατικού και στρατιωτικού μηχανισμού- συνθήκες που συνέβαλαν στη διαμόρφωση του εδάφους πάνω στο οποίο θα αναπτυσσόταν αργότερα ο ναζισμός.
Το 1919, το γερμανικό επαναστατικό κίνημα δέχεται ένα πολύ μεγάλο πλήγμα, που κορυφώνεται με τη δολοφονία της Ρόζα Λούξεμπουργκ και του Καρλ Λίμπκνεχτ, ενώ έναν χρόνο αργότερα, το 1920, το εργατικό κίνημα, παρότι συνέβαλε αποφασιστικά, μέσω μιας τεράστιας γενικής απεργίας, στην αποτυχία του ακροδεξιού πραξικοπήματος του Καπ, βλέπει την ένοπλη εξέγερση στο Ρουρ να καταστέλλεται στη συνέχεια με μεγάλη βιαιότητα. Η εργατική τάξη, παρότι είχε αποδείξει τη δύναμή της, παρέμενε πολιτικά κατακερματισμένη και σε μεγάλο βαθμό αποκλεισμένη.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον εμφανίζεται, το 1920, ένα από τα χαρακτηριστικότερα κινηματογραφικά έργα του γερμανικού εξπρεσιονισμού, «Το Εργαστήρι του Δρ. Καλιγκάρι». Ο εξπρεσιονισμός στο σινεμά παρήγαγε ένα νέο σκηνικό και κινηματογραφικό λεξιλόγιο, όπου οι παραμορφωμένοι χώροι, οι απότομες αντιθέσεις φωτός και σκιάς, η ακραία στιλιζαρισμένη κίνηση και οι υπερβολικές χειρονομίες αποτελούν βασικά δομικά στοιχεία της φόρμας. Στο «Εργαστήρι του Δρ. Καλιγκάρι» αυτή η παραμόρφωση κυριαρχεί και στην ίδια την αρχιτεκτονική των σκηνικών: τα σπίτια γέρνουν, οι πόρτες και τα παράθυρα δεν είναι ευθυγραμμισμένα, σαν ο εξωτερικός κόσμος να μην υπακούει στους κανόνες μιας αρμονικής σύνθεσης, αλλά να αντανακλά μια χαοτική κοινωνική κατάσταση. Μέσα από μια παραμορφωτική γεωμετρία του χώρου νιώθουμε ότι ο σκηνοθέτης επιχειρεί να εκφράσει ένα συλλογικό άγχος και μια επικρεμάμενη απειλή, τα αίτια των οποίων δεν μπορούν να προσδιοριστούν επακριβώς, ωστόσο η παρουσία τους γίνεται απολύτως αντιληπτή, σπέρνοντας τον φόβο, ένα πολύ ισχυρό όπλο στα χέρια των δυναστών.

Χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της γραφής, το Εργαστήρι του Δρ. Καλιγκάρι μετατρέπει τον ίδιο τον κόσμο της ταινίας σε ένα παραμορφωμένο ψυχικό τοπίο σε έναν εφιαλτικό χώρο. Οι άνθρωποι υπνωτίζονται, μετατρέπονται σε άβουλα όντα και διαπράττουν εγκλήματα μέσα σε ένα περιβάλλον όπου κυριαρχούν το σκοτάδι, ο φόβος, η αγωνία και η παράνοια. Στο πρόσωπο του Καλιγκάρι μπορεί κανείς να διακρίνει τον παραλογισμό της αυταρχικής εξουσίας: έναν άνθρωπο που, μέσα από την ύπνωση και τη χειραγώγηση, αφαιρεί από τον Τσεζάρε τη βούλησή του και τον μετατρέπει σε όργανό του. Στο κοινό ο Τσεζάρε παρουσιάζεται ως ένας υπνοβάτης ικανός να προβλέπει το μέλλον. Στην πραγματικότητα όμως, μέσα από τη μοίρα του αποκαλύπτεται η εικόνα του ανθρώπου που έχει χάσει την αυτονομία του και εκτελεί τη θέληση μιας εξουσίας πάνω στην οποία δεν ασκεί κανέναν έλεγχο. Απέναντί του βρίσκεται ο Φράνσις. Είναι εκείνος που αναγνωρίζει τον Καλιγκάρι ως την πηγή του εγκλήματος και επιχειρεί να αποκαλύψει τον μηχανισμό της χειραγώγησης. Είναι η φωνή της λογικής απέναντι στην παράνοια της εξουσίας. Η αντίσταση όμως του Φράνσις δεν κατορθώνει τελικά να ανατρέψει την εξουσία που καταγγέλλει, αλλά αντίθετα, απορροφάται και εξουδετερώνεται από τον ίδιο τον θεσμό που επιχειρεί να αποκαλύψει. Η εικόνα μιας κοινωνίας που αντιμετωπίζει ως παράφρονα εκείνον που επιχειρεί να καταγγείλει την εξουσία αποκτά, εκ των υστέρων, μια σχεδόν προφητική διάσταση: μοιάζει να προοικονομεί μια εποχή κατά την οποία κάθε επίκληση στη λογική, στην ατομική βούληση και στην αντίσταση θα βρεθεί αντιμέτωπη με ένα ακόμη ισχυρότερο κύμα αυταρχισμού και βαρβαρότητας.

Η πολιτική διάσταση του τέλους παραπέμπει στα γεγονότα της εποχής, όπου η εξουσία δεν επιβίωσε μόνο μέσω της καταστολής, αλλά και μέσω της δυνατότητάς της να ορίζει τι είναι λογικό και τι παράλογο, ποιος είναι υγιής και ποιος ασθενής, ποια αμφισβήτηση είναι θεμιτή και ποια μπορεί να απορριφθεί ως παραφροσύνη. Εύκολα, στο πρόσωπο του Καλιγκάρι, αντικρίζουμε το πρόσωπο του παράφρονα ηγέτη, όχι μόνο του Χίτλερ, αλλά, αναγνωρίζοντας παρόμοιες συνθήκες με τις σημερινές, μπορούμε να διακρίνουμε την ύπαρξη πολλών παράφρονων ηγετών και στη σημερινή εποχή.

Οι ταινίες της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, στις οποίες ανήκει φυσικά και το Εργαστήρι του Δρ. Καλιγκάρι, μοιάζουν έτσι να εκπέμπουν ένα σήμα κινδύνου. Απέναντι στην αργή και σταθερή «ύπνωση» μιας κοινωνίας, ο κινηματογράφος επιχειρεί να καταγράψει, να αποκαλύψει και τελικά να αφυπνίσει. Δεν χρειάζεται να θεωρήσουμε ότι οι δημιουργοί εκείνης της εποχής προέβλεπαν συνειδητά την άνοδο του ναζισμού. Περισσότερο, μέσα από τις παραμορφωμένες εικόνες, τους εφιαλτικούς χώρους και τις φιγούρες της τρέλας και της υποταγής, κατέγραψαν με οξύτητα κοινωνικές εντάσεις και αυταρχικούς μηχανισμούς που ήδη υπήρχαν γύρω τους. Και ίσως αυτό να είναι ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα δημιουργών όπως ο Ρόμπερτ Βίνε, ο Φριτς Λανγκ και ο Φρίντριχ Βίλχελμ Μουρνάου, που κατάφεραν να αποδώσουν όχι μόνο τη ζοφερή πραγματικότητα της κατάστασης που επικρατούσε στα χρόνια αυτά, αλλά να προβάλλουν και την αγωνία τους για το σκοτεινό μέλλον που επρόκειτο να ακολουθήσει. Ο γερμανικός εξπρεσιονιστικός κινηματογράφος λειτουργεί έτσι σαν ένα γιγάντιο κάτοπτρο της κοινωνικής και ψυχικής αποδιοργάνωσης της μεταπολεμικής Γερμανίας. Ένα κάτοπτρο μέσα στο οποίο, εκ των υστέρων, διακρίνεται ήδη η σκιά της ακόμη μεγαλύτερης παράνοιας που θα ακολουθούσε. Και ίσως αποτελεί ένα πολύ ισχυρό μάθημα για τον τρόπο με τον οποίο η τέχνη οφείλει να παρακολουθεί τα πολιτικά δρώμενα της κάθε εποχής, να τα αναδεικνύει και να επισημαίνει τους κινδύνους του μέλλει γενέσθαι, ως μια μορφή αντίστασης στην ύπνωση που και στη σημερινή εποχή απειλεί, σε μεγάλο βαθμό, τις ανθρώπινες κοινωνίες.
Ένας σπουδαίος βωβός κινηματογράφος που αξίζει να επαναπροβάλλεται.
