Τι τρέχει στη Μιανμάρ; – Το παρασκήνιο πίσω από το στρατιωτικό πραξικόπημα

Οι εξελίξεις στη Μιανμάρ σαφώς και δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτές έξω από το κάδρο των έντονων γεωπολιτικών ανταγωνισμών στην περιοχή, με κύριους πρωταγωνιστές τις ΗΠΑ και την Κίνα.

Μέχρι και πριν δυο εβδομάδες, η Μιανμάρ ήταν μια χώρα για τον οποία ελάχιστα ακούγονταν στα διεθνή μέσα, με εξαίρεση τις συνεχείς διώξεις σε βάρος της ισλαμικής μειονότητας των Ροχίγκια, που έχει χαρακτηριστεί ως εθνοκάθαρση από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ. Εδώ και μέρες ωστόσο, οι αναφορές σε αυτήν είναι καθημερινές, λόγω του πραξικοπήματος της 1ης Φλεβάρη, με το οποίο την εξουσία ανέλαβε ο στρατός, συλλαμβάνοντας την ντε φάκτο ηγέτιδα της χώρας Αούνγκ Σαν Σοούου Κιγί και άλλα στελέχη του κόμματός της, την “Εθνική Ένωση για τη Δημοκρατία”, που είχε επικρατήσει πανηγυρικά στις εκλογές του περασμένου Νοέμβρη. Μάλιστα, το πρόσχημα που επικαλέστηκαν οι πραξικοπηματίες ήταν ισχυρισμοί για εκτεταμένη νοθεία από πλευράς της Ένωσης, την οποία και θεωρούν υπεύθυνη για τα πολύ άσχημα αποτελέσματα του κόμματος που στηρίζει ο στρατός “Ένωση Αλληλεγγύης και Ενότητας”, το οποίο κατέλαβε μόλις 33 από τις 476 έδρες του κοινοβουλίου, έναντι 396 του κόμματος της Κιγί.

H Αούνγκ Σαν Σοούου Κιγί, κόρη πρωθυπουργού της αποικιακής Βιρμανίας, όπως λεγόταν η Μιανμάρ επί βρετανικής κυριαρχίας, ήρθε για πρώτη φορά στο προσκήνιο στα τέλη της δεκαετίας του ’80 όταν ίδρυσε την Εθνική Ένωση για τη Δημοκρατία, η οποία κέρδισε τις εκλογές του 1990. Οι εκλογές αυτές ανέδειξαν ως νικήτρια τη Κιγί, με το στρατό, ο οποίος κατείχε την εξουσία από το 1962, εφαρμόζοντας ως το 1988 ένα ιδιόρρυθμο κράμα μαρξιστικών και βουδιστικών ιδεών γνωστό ως “βιρμανέζικος δρόμος στο σοσιαλισμό”, να τη συλλαμβάνει και να τη θέτει με διαλείμματα σε κατ’ οίκον περιορισμό ως το 2010.

Η Κιγί κέρδισε το Νόμπελ Ειρήνης το 1991 για την εναντίωσή της στο στρατιωτικό καθεστώς της χώρας, ενώ από το 2016 κυβερνούσε τη Μιανμάρ με το αξίωμα του κρατικού συμβούλου, καθώς νομικά της απαγορευόταν να κατέλθει ως πρόεδρος στις εκλογές. Η φήμη της ωστόσο αμαυρώθηκε από το γεγονός πως δεν έκανα τίποτε να παρεμποδίσει την εθνοκάθαρση των Ροχίγκια, μη διστάζοντας μάλιστα το 2019 να υπερασπιστεί τις πρακτικές του στρατούς της χώρας έναντι της μειονότητα στο διεθνές δικαστήριο της Χάγης.

Καραβάνια υποσιτισμένων προσφύγων Ροχίγκια προς το Μπαγκλαντές

To γεγονός αυτό συνδέεται και με το ότι ο στρατός ακόμα και πριν το πραξικόπημα ασκούσε πολύ μεγάλο ρόλο στην πολιτική ζωή της χώρας. Σύμφωνα με το σύνταγμα του 2008, που σε μεγάλο βαθμό συντάχθηκε από το στρατό, δίδει το θεσμικό πλαίσιο διαιώνισης της στρατιωτικής εξουσίας. Σύμφωνα με το σύνταγμα, το 25% των εδρών οφείλει να καταλαμβάνεται από άτομα της εμπιστοσύνης του στρατού, ενώ στρατιωτικοί βρίσκονταν στα υπουργεία άμυνας και εσωτερικών. Η δικλείδα ασφαλείας για την επιβολή ανοιχτής χούντας σε περίπτωση “έκτακτης ανάγκης” είναι το άρθρο 417 του συντάγματος, που επιτρέπει την διάλυση της πολιτικής κυβέρνησης, αυτό δηλαδή ακριβώς που έκανε ο στρατός την 1η Φλεβάρη του 2021, μετά από δυο διαδοχικές ήττες τους κόμματός του στις εκλογές του 2015 και 2021.

Η εξουσία παραδόθηκε στο στρατηγό Μιν Αούνγκ Χλάινγκ, ο οποίος ήλπιζε ότι θα καταλάμβανε ειρηνικά το προεδρικό αξίωμα μετά τη λήξη της θητείας του ως επικεφαλής των ενόπλων δυνάμεων της Μιανμάρ. Ο Χλάινγκ ακόμα και πριν το πραξικόπημα ήλεγχε ένα μεγάλο μέρος της οικονομίας της χώρας, μέσω ελεγχόμενου από το στρατό κονσόρτσιουμ και μέσω των πολυάριθμων ιδιωτικών επιχειρήσεων των παιδιών του Αούνγκ Πυάε Σόνε και Κιν Τίρι Τετ Μον, ενώ πολιτικά ασκούσε την επιρροή του μέσω της τοποθέτησης στενού συνεργάτη του ως ηγέτη του στρατιωτικού κόμματος “Ένωση για την Πρόοδο και την Ανάπτυξη”.

Η δύναμη των όπλων δεν μοιάζει προς το παρόν αρκετή για να πείσει το λαό της Μιανμάρ να συμμορφωθεί με το νέο καθεστώς. Από το προηγούμενο Σάββατο, είναι διαρκείς σε όλη τη χώρα οι διαδηλώσεις δεκάδων χιλιάδων πολιτών, ακόμα και στην πρωτεύουσα Naypyitaw η οποία χτίστηκε επί τούτου από το στρατό και πήρε το 2005 τη θέση της παλιάς πρωτεύουσας Γιανγκόν. Στις εκλογές του 2015 και 2020, η επικράτηση του κόμματος της Κιγί ήταν άνετη στην πόλη, αποδεικνύοντας ότι ο στρατός δεν μπορεί να κερδίσει σημαντικό λαϊκό έρεισμα ούτε στο προπύργιο της εξουσίας του. Οι διαδηλώσεις συνοδεύονται και από απεργιακές κινητοποιήσεις, ανάμεσά τους σε ενώσεις δημοσίων υπαλλήλων που αρνούνται να εργαστούν για το στρατιωτικό καθεστώς, εκπαιδευτικών, σιδηροδρομικών, κοινωνικών λειτουργών και υπαλλήλων του Υπουργείου Υποδομών. Ο στρατός έχει απαντήσει ως τώρα με καταστολή και χρήση πλαστικών σφαιρών, ακόμα και πραγματικών πυρών, με αρκετούς τραυματίες, ενώ τουλάχιστον μία νέα γυναίκα νοσηλεύεται σε κρίσιμη κατάσταση από την Πέμπτη.

Νοσηλευτές συμμετέχουν στις διαδηλώσεις κατά του πραξικοπήματος

Οι εξελίξεις στη Μιανμάρ σαφώς και δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτές έξω από το κάδρο των έντονων γεωπολιτικών ανταγωνισμών στην περιοχή, με κύριους πρωταγωνιστές τις ΗΠΑ και την Κίνα. Η δεύτερη είναι γείτονας της Μιανμάρ, με σύνορα έκτασης χιλιάδων χιλιομέτρων κι αποτελεί επίσης βασικό εμπορικό εταίρο και επενδυτή στη χώρα. Εδώ και τουλάχιστον μια δεκαετία, οι ΗΠΑ προσπαθούν να ανακόψουν την πρόσδεση αυτή της Μιανμάρ με το βόρειο γείτονά της, θεωρώντας την Κιγί ιδανικό πολιτικό όχημα για σύσφιξη των σχέσεων με τη Δύση. Ιδιαίτερα δραστήριος σε αυτή την κατεύθυνση υπήρξε ο πρόεδρος Ομπάμα, ο οποίος επισκέφτηκε μαζί με τη Χίλαρι Κλίντον τη Μιανμάρ και προσωπικά την Κιγί το 2012, ενώ το 2016, μετά την επικράτηση του κόμματός της στις εκλογές, ήρε τις κυρώσεις των ΗΠΑ στη χώρα, ευελπιστώντας να τη στρέψει περισσότερο προς το δυτικό άξονα.

H Αούνγκ Σαν Σουού Κιγί με τον Μπάρακ Ομπάμα και τη Χίλαρι Κλίντον το Νοέμβρη του 2012

Παρά τις φιλοδυτικές διαθέσεις της Κιγί, οι οποίες υποστηρίζονται από μεσαία στρώματα της χώρας που προσδοκούν οικονομικά οφέλη από μια προσέγγιση με τις ΗΠΑ, οι δεσμοί της Μιανμάρ με την Κίνα ήταν πολύ δύσκολο να διαρραγούν έτσι απλά, όχι μόνο λόγω της συνεχιζόμενης παρουσίας του στρατού, αλλά και για πολιτικοοικονομικούς λόγους. Μάλιστα, το 2017 η Κιγί είχε επισκεφτεί το Πεκίνο για να εντάξει τη Μιανμάρ στο λεγόμενο “Κινέζικο Δρόμο του Μεταξιού”, όπως είναι διεθνώς γνωστή η πρωτοβουλία “Μια ζώνη, ένας δρόμος” που αποσκοπεί στην παραπέρα εδραίωση της κινεζικής επιρροής στην Ευρασία. Επιπλέον, λίγες μόνο μέρες πριν το πραξικόπημα, στα μέσα του Γενάρη 2021, ο υπουργός εξωτερικών της Κίνας επισκέφτηκε τη Μιανμάρ για τη συζήτηση του σχεδίου αυτού, αλλά και την παροχή βοήθειας κατά της πανδημίας του COVID-19. O Κινέζος υπουργός συναντήθηκε τόσο με την ίδια την Κιγί, όσο και με τη στρατιωτική ηγεσία, που πραγματοποίησε το πραξικόπημα της 1ης Φλεβάρη.

Η γεωπολιτική διελκυστίνδα γύρω από τη Μιανμάρ αποτυπώνεται και στη στάση των ενδιαφερόμενων δυνάμεων στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, όπου αναβλήθηκε νέα συνεδρίαση του συμβουλίου για το πραξικόπημα, με την Κίνα και τη Ρωσία να ζητούν “περισσότερο χρόνο” στη διάρκεια της προηγούμενης συνεδρίασης και τις ΗΠΑ να μη χάνουν την ευκαιρία να παρουσιαστούν ως υπερασπιστές της δημοκρατίας και των ανθρώπινων δικαιωμάτων, καταδικάζοντας το πραξικόπημα, την καταστολή των διαδηλώσεων και προαναγγέλλοντας κυρώσεις κατά των πραξικοπηματιών.

Δεν είναι τυχαίο που βασικό αίτημα των διαδηλωτών αποτελεί να σταματήσει η κινεζική στήριξη στο στρατό, ενώ η κινεζική πρεσβεία στην Ρανγκούν, που την Τετάρτη βρέθηκε σε κλοιό διαδηλωτών που φώναζαν “στηρίξτε τη Μιανμάρ-μη στηρίζετε δικτάτορες”, διέψευσε πληροφορίες που έκαναν το γύρο του διαδικτύου, σύμφωνα με τις οποίες κινέζικα αεροπλάνα κατέφτασαν στη χώρα για μεταφορά τεχνικού προσωπικού.

 

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: