Smile τρελέ, τι σου ζητάμε; (Πότε και γιατί θυμόμαστε την ψυχική υγεία)
Ακούγονται πολλά με αφορμή το τραγικό περιστατικό με τις δύο κοπέλες. Και δυστυχώς έχει διαχυθεί η ηλίθια πολιτική της κυβέρνησης να τα λύνει όλα με αριθμούς τηλεφώνου και panic button.
Το άρθρο αυτό εμφανίστηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Κατιούσα το μακρινό (;) 2022. Μέσα στην πανδημία δηλαδή, όταν και βγήκε η πρώτη ταινία Smile, και όταν ο εγκλεισμός που επέβαλε η κυβέρνηση είχε οξύνει προβλήματα που ήδη είχαν διογκωθεί στην περίοδο των μνημονίων. Ο τίτλος είναι ένα μπλέξιμο του βιβλίου του Χρόνη Μίσσιου και της πρόσφατης τότε ταινίας (ψυχολογικού) τρόμου Smile. Η ταινία αποτελεί μια αλληγορία τρόμου. «Μα γιατί δε με ακούει κανείς» επαναλαμβάνουν τα θύματα συνεχώς. Θύματα της κοινωνικής αδιαφορίας, του κομφορμισμού και του στίγματος. Εγκλωβισμένα στο να μη μπορούν να νιώθουν άσχημα, χωρίς αυτό να ποινικοποιείται. «Δεν είμαι τρελή, είμαι υποψήφια διδάκτορας» δηλώνει το πρώτο θύμα, λίγο πριν αυτοκτονήσει με ένα τρομακτικό χαμόγελο στο πρόσωπο. Αυτή είναι και η κατάρα που μεταδίδει το ένα θύμα στο επόμενο, η τρομακτική ανάγκη να φορά ένα χαμόγελο που δεν του ανήκει, έως ότου δεν αντέξει. Είναι φυσιολογικό να παίρνεις άδεια από τη δουλειά αν έχεις χτυπήσει το πόδι σου, αλλά όχι αν έχεις κρίσεις πανικού ή κατάθλιψη. Όπως είναι φυσιολογικό να μιλάς για τα καρδιολογικά προβλήματα των γονιών σου, αλλά όχι για τα ψυχολογικά. «Ο γκόμενος μου με θεωρεί τρελή, από τη δουλειά με έβαλαν σε αργία και η ψυχίατρος μου με απειλεί ότι θα καλέσει την αστυνομία, γιατί να μην είμαι καλά;», αναρωτιέται η ψυχίατρος πρωταγωνίστρια στο κλασσικό κλισέ ερώτημα του αν αισθάνεσαι καλά. Δεν περιμένει κανείς να φτιάξει ένα σπασμένο πόδι αν πούμε έλα κόλλα. Παρ’ όλ’ αυτά το «ε, μην αγχώνεσαι» και το «χαμογέλα, όλα περνάνε» θεωρούνται θεραπεία πρώτης γραμμής στις ψυχικές νόσους.
Η μόνη λύση στην ταινία για να σπάσει η κατάρα είναι να σκοτώσεις κάποιον με πολύ φρικτό τρόπο. Και, όντως, το να ξεπεράσεις ένα ψυχολογικό πρόβλημα δημιουργώντας ένα ακόμη μεγαλύτερο σε άλλο, είναι η πιο άμεση και οικονομική λύση που υπάρχει. Για παράδειγμα στην Ελλάδα οι πρωτοβάθμιες δομές ψυχικής υγείας είτε δεν υπάρχουν είτε υπάρχουν αποσπασματικά, και κυρίως το σύστημα υγείας και οι δομές του, ασχολούνται με τριτοβάθμια περιστατικά (όπως σε μεγάλο βαθμό συμβαίνει και στις υπόλοιπες κατηγορίες νοσημάτων). Η διαφορά είναι πως η πρόληψη εδώ είναι ακόμα πιο δύσκολη, η επίσκεψη σε ειδικό σε ένα βαθμό ποινικοποιημένη, η χρήση φαρμακευτικών σκευασμάτων ακόμα περισσότερο και η ψυχοθεραπεία είδος πολυτελείας. Είδος πολυτελείας καθώς δε συνταγογραφείται και ο πελάτης πρέπει να επωμιστεί όλο το κόστος, μιας θεραπείας που για μια σειρά περιστατικών πρωτοβάθμιας ψυχικής υγείας είναι και η πρώτη επιλογή.
Έτσι και στην ταινία λόγω όλων των παραπάνω η λύση δε βρίσκεται μαγικά στην ατομική συνειδητοποίηση, στο να τα βάλεις με τους φόβους και σε κάθε κλισέ που μπορεί να έχει ακουστεί από influencers και life coaches. Το τρομακτικό χαμόγελο θα είναι εκεί όσο η κοινωνική πολιτική αξιολογεί το επίπεδο υπηρεσιών υγείας στο οποίο έχουν πρόσβαση οι πολίτες, ανάλογα με την τοποθέτηση τους στην αλυσίδα παραγωγής, ανάλογα με το πόσο αναλώσιμους τους θεωρεί. Αυτό συμβαίνει στον κόσμο στον οποίο οι υπηρεσίες υγείας είναι κυρίως εμπόρευμα και όχι ανάγκη. Δεν είμαστε όλοι ίσοι απέναντι στην ψυχική υγεία, ανάλογα με το ταξικό σύστημα κάποιοι είμαστε τρελοί και κάποιοι είναι εκκεντρικοί. Αν σε όλα αυτά φύγουμε από το άτομο ως ασθενή και τοποθετήσουμε στη μελέτη του φαινομένου τα κοινωνικά σύνολα σε μακροεπίπεδο, η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο τρομακτική: με στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας ή κατάθλιψη έχει επιπολασμό 25% και οι αγχώδεις διαταραχές 40% και όπως αναφέρθηκε οι συνεδρίες ψυχοθεραπείας δεν καλύπτονται από κανένα ταμείο.
Και όλα αυτά έγιναν χειρότερα, πολύ χειρότερα από την πανδημία και μετά. Και λόγο της έλλειψης πραγματικών δομών και πολιτικών αντιμετώπισης, ένα μέρος του πληθυσμού έψαξε λύση στη χρήση ουσιών από κοκαΐνη και αλκοόλ έως φαρμακευτική (γελάει ο κόσμος) κάνναβη. Η πανδημία πέρασε, τα προβλήματα όμως έμειναν. Και όπως επίσης πετυχημένα παρουσιάζει το sequel της ταινίας, έγιναν πιο έντονα από το επανεμφανιζόμενο μοντέλο επαγγελματικής επιτυχίας. Ο σωστός επαγγελματίας δε μπορεί να είναι αδύναμος, δε μπορεί να δείχνει εξαντλημένος, δε μπορεί να έχει ανθρώπινες σχέσεις, μόνο εκμεταλλευτικές και τοξικές. Μέχρι να αναγκαστεί να καταρρεύσει και να μεταδώσει την αντίληψη αυτή στο κοινό του.
Αυτό προσφέρουν πάνω κάτω τα κανάλια τις τελευταίες ημέρες με την αυτοκτονία των δύο κοριτσιών. Ακούγονται πολλά με αφορμή το τραγικό περιστατικό με τις δύο κοπέλες. Και δυστυχώς έχει διαχυθεί η ηλίθια πολιτική της κυβέρνησης να τα λύνει όλα με αριθμούς τηλεφώνου και panic button. Ούτε η κακοποιημένη γυναίκα βέβαια θα προλάβει μάλλον να πατήσει το κουμπί, ούτε και αν βρεθούμε σε αγχωτικές καταστάσεις θα ψάξουμε ποια γραμμή στήριξης να καλέσουμε, ούτε τα κορίτσια που τα έχει φτάσει η κοινωνία στο αμήν θα σκέφτονταν ‘ωραία ας μπω σε γραμμή προτεραιότητας για στήριξη’. Δε λύνονται όλα με θεραπεία και μάλιστα τέτοιου τύπου. Χρειάζεται και πρόληψη.
Και όπως λέει και η εισαγωγή από το κομμάτι one των Mettalica και την ταινία ο Τζόνι πήρε το όπλο του:
-Πατέρα τι είναι δημοκρατία;
-Κάτι που έχει να κάνει με το να στέλνει παιδιά να σκοτώσουν και να σκοτωθούν
Πάνος Χριστοδούλου, Βιοπαθολόγος/Εργαστηριακός Ιατρός, Ιατρός Δημόσιας Υγείας και Κοινωνικής Ιατρικής, MSc Διοίκησης Μονάδων Υγείας, MSc Διατροφής, Τροφίμων και Μικροβιώματος, Υποψήφιος Διδάκτορας Ιατρικής Πανεπιστημίου Πατρών, PGCert Διαχείρισης κρίσεων στη δημόσια υγεία και ανθρωπιστικής απάντησης
