«Ματιές» στη ζωή και το έργο λογοτεχνών – μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας | Κώστας Πουρναράς – Μπόσης
Τα κομμουνιστικά χαρακτηριστικά, η ανιδιοτέλεια, η αρετή του να παραμένει κανείς όρθιος, η πίστη στην τελική νίκη θεμελιώνονται και ισχυροποιούνται στο καμίνι της ταξικής πάλης, εκεί που πρωτοπόροι βρίσκονται οι κομμουνιστές. Τέτοιος αγωνιστής ήταν και ο Κώστας Πουρναράς – Μπόσης.
Ένα σημαντικό και αναγκαίο αφιέρωμα στους λογοτέχνες – μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ) παίρνει σάρκα και οστά μέσα από τις σελίδες του Ριζοσπάστη του Σαββατοκύριακου. Το αφιέρωμα εγκαινιάζεται στο φύλλο 5-6/9/2026 με τον αγωνιστή δάσκαλο και λογοτέχνη, στέλεχος του ΚΚΕ και του ΔΣΕ, Κώστα Πουρναρά – Μπόση.
Η Κατιούσα χαιρετίζει τη νέα ενότητα της εφημερίδας του Κόμματος, και με αναδημοσιεύσεις των σχετικών δημοσιευμάτων θα προσπαθήσει να συμβάλλει στη διατήρηση και ανάδειξη της μνήμης και του έργου εκείνων «που ρίχτηκαν στη φωτιά της πιο μεγάλης ταξικής σύγκρουσης του 20ού αιώνα στην Ελλάδα και με τα δύο όπλα – το αυτόματο και την πένα.»
Αναδημοσιεύουμε το αφιέρωμα του Ριζοσπάστη στον Κώστα Πουρναρά – Μπόση. Στο τέλος του αφιερώματος σημειώνουμε μια δική μας απαραίτητη διόρθωση.
Εμείς θα νικήσουμε!
Μια σύντομη αναφορά στον λογοτέχνη – μαχητή του ΔΣΕ Κώστα Πουρναρά – Μπόση
«Ματιές» στη ζωή και το έργο λογοτεχνών – μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας… Αυτών που ρίχτηκαν στη φωτιά της πιο μεγάλης ταξικής σύγκρουσης του 20ού αιώνα στην Ελλάδα και με τα δύο όπλα – το αυτόματο και την πένα.
Πρόκειται για ανεκτίμητα ντοκουμέντα από μια εποποιία αυτοθυσίας, συλλογικότητας, ανθρωπιάς και αφοσίωσης στον σκοπό του αγώνα για την κοινωνική απελευθέρωση. Μέσα από τα αφιερώματα που επιμελείται το Τμήμα Πολιτισμού της ΚΕ του ΚΚΕ και θα φιλοξενούνται το επόμενο διάστημα στην εφημερίδα μας, αποτίουμε φόρο τιμής σε αυτούς τους δημιουργούς, φροντίζοντας πρώτα και κύρια το έργο τους να γίνει κτήμα και σε νεότερες γενιές.
Αυτή η ξεχωριστή ενότητα εγκαινιάζεται με τον Αρτινό δάσκαλο και λογοτέχνη Κώστα Πουρναρά – Μπόση, προπολεμικό κομμουνιστή, δοκιμασμένο αγωνιστή στις σκληρές ταξικές αναμετρήσεις του Μεσοπολέμου, που εμπνέεται από τις κατακτήσεις του πρώτου εργατικού κράτους στον κόσμο. Θα γράψει στο βιβλίο του «Εμείς θα νικήσουμε», μεταφέροντας τα λόγια ενός παλαίμαχου εργάτη κομμουνιστή σε έναν νεολαίο που μόλις είχε οργανωθεί στην ΟΚΝΕ… «Μπαίνεις στο Κόμμα σε δύσκολες μέρες. Μα οι δυσκολίες πρέπει να σε φτιάξουν καλό κομμουνιστή. Το Κόμμα παλαίβει για μια ευτυχισμένη κοινωνία. Μα ποτέ δε θα σε πιστέψει ο κόσμος αν δεν παλαίβεις καθημερινά για το ψωμί του, το μεροκάματο, τη ζωή του. Θα βρεθείς σε δύσκολες μέρες. Θυμήσου πως δεν είσαι μονάχος σου. Δίπλα σου θα ‘ναι το Κόμμα. Αν αποκοπείς; Σκέψου το συμφέρον του Κόμματος και του λαού και πράξε. Οξω δε θα πέσεις ενενήντα στα εκατό. Για προβλήματα του παγκόσμιου κινήματος αν δε βρίσκεις λύση; Κοίταξε στη Μόσχα…».

Το φύλλο μητρώου αξιωματικών ΔΣΕ του Κώστα Πουρναρά – Μπόση
Τα κομμουνιστικά χαρακτηριστικά, η ανιδιοτέλεια, η αρετή του να παραμένει κανείς όρθιος, η πίστη στην τελική νίκη θεμελιώνονται και ισχυροποιούνται στο καμίνι της ταξικής πάλης, εκεί που πρωτοπόροι βρίσκονται οι κομμουνιστές. Τέτοιος αγωνιστής ήταν και ο Πουρναράς – Μπόσης. Εργάστηκε αρχικά ως δάσκαλος σε χωριά της Ανατολικής Μακεδονίας και της Αρτας. Οπως θα καταγράψει ο Κώστας Μπαλάφας, φωτογράφος και μέλος του φωτοκινηματογραφικού συνεργείου του ΔΣΕ, οι κάτοικοι των περιοχών θυμούνταν με περισσή αγάπη «τον δάσκαλο με το πλατύ χαμόγελο και τη μεγάλη καρδιά που περίμενε να πληρωθεί για να μοιράσει τον μισθό του σε φτωχούς και ανήμπορους ενώ αυτός ζούσε ασκητικά…». Στη συνέχεια ανέλαβε καθοδηγητικές χρεώσεις κύρια σε περιοχές της Ηπείρου.
Στα χρόνια της μεταξικής δικτατορίας εξορίστηκε στον Αη Στράτη. Ηταν ένας από αυτούς που παραδόθηκαν σιδηροδέσμιοι στους ναζί κατακτητές και πάλεψαν το μαρτύριο της πείνας που τους επέβαλε η χωροφυλακή. Το 1947 το εκδοτικό τμήμα της ΚΕ του ΚΚΕ εξέδωσε σε 1.500 αντίτυπα το σπαραχτικό ντοκουμέντο του Μπόση, «Αη Στράτης – Η μάχη της πείνας των πολιτικών εξορίστων στα 1941»… Οπως έγραφε, «ο χάρος τριγυρίζει το “Θάλαμο”», όμως «στις 27 Φλεβάρη η πολιορκία έσπασε. Τριάντα τρεις σύντροφοι ήταν ο απολογισμός της μάχης. Το Κόμμα κέρδισε κι άλλη μια μεγάλη νίκη». Το 1943 οργανώθηκε η απόδραση όλων των εξόριστων από τον Αη Στράτη. Δούλεψε κομματικά στη Θεσσαλονίκη και την Ηπειρο. Στα χρόνια μετά την Απελευθέρωση πέρασε στην παρανομία, συνελήφθη και στάλθηκε εξορία στην Ικαρία. Με εντολή του Κόμματος και με τη βοήθεια της Κομματικής Οργάνωσης του νησιού δραπέτευσε.
Τον Δεκέμβρη του 1947 έφυγε για το βουνό. Την 1η Γενάρη του 1948 συναντήθηκε με τα ένοπλα τμήματα Ρούμελης. Αναδείχθηκε Πολιτικός Επίτροπος της ηρωικής 107ης Ταξιαρχίας που δρούσε στην περιοχή της Βόρειας Πίνδου. Πήρε τον βαθμό του ταγματάρχη και από τον Μάρτη του 1949 δούλεψε στη διαφώτιση του Γενικού Αρχηγείου μέχρι την υποχώρηση. Κείμενά του και ανταποκρίσεις δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα του Γενικού Αρχηγείου, «Προς τη Νίκη». Κοινός τόπος είναι η καταγραφή, με βαθιά ανθρωπιά κι αγάπη, όχι υπερηρώων, αλλά απλών, καθημερινών ανθρώπων, που μάχονται για τη ζωή και το μέλλον με την αδάμαστη δύναμη και θέληση που κρύβουν μέσα τους. «Στην πορεία υπομονετικοί. Ακούραστοι στην οχύρωση. Αετοί στην επίθεση. Βράχοι στην άμυνα και σαν κατακάθεται ο κουρνιαχτός της μάχης και περνάει η μπόρα, παιδιά γεμάτα ζωή κι ορμή και δύναμη και χαρά και αισιοδοξία. Κάπου και κάποτε υπάρχουν και σκοτεινά σημάδια. Μα τα συννεφάκια τ’ Αλωνάρη τον ήλιο δεν μπορούν να τον σκοτώσουν», γράφει τον Μάη του ’49.
Μετά την ήττα εγκαταστάθηκε στην ΕΣΣΔ και στη συνέχεια στη Ρουμανία, μέχρι και τον θάνατό του. Τότε παρέδωσε το δικό του έργο βασισμένο στα μεγάλα χρόνια του λαού μας, ακολουθώντας την κατεύθυνση που έδινε το Κόμμα να πληθύνουν τα έργα που έχουν αναφορά στην περίοδο που προηγήθηκε, σαφώς επεξεργασμένα αισθητικά. «Χρωστούμε ευγνωμοσύνη στον σ. Μπόση σαν αναγνώστες και σαν κομμουνιστές για τις σελίδες που μας χάρισε από την εποποιία του Γράμμου. Ο Γράμμος δεν είναι θέμα, όπως πολύ σωστά λέει ο σ. Μπόσης, που μπορεί να το ολοκληρώσει ένας συγγραφέας. Ολοι οι συγγραφείς και όλοι όσοι ζήσανε τον Γράμμο καθήκον έχουνε να μιμηθούνε τον Μπόση», έγραφε η Ελλη Αλεξίου.

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»
Το έργο του Κώστα Πουρναρά Μπόση – «Ο Κραβαρίτης», «Δύσκολες μέρες», «Αναμνήσεις», «Ο Θωμάς ο Καρατζάς», «Και το τρένο τραβούσε για τα ξεχερσώματα» και φυσικά τα βιβλία που αναφέραμε και παραπάνω για τον Αη Στράτη και «Εμείς θα νικήσουμε» – μας επιτρέπουν να γνωρίσουμε την εποχή και τις συνθήκες που το λαϊκό κίνημα με μπροστάρηδες τους κομμουνιστές βγήκε στο προσκήνιο, αλλά και το τι μπορεί να κάνει ο λαός όταν πιστέψει στη δύναμή του, αφού καταφέρνει να εκφράσει με τόση ένταση και ρεαλισμό στιγμές αυτής της τιτάνιας μάχης. Να ψηλαφίσουμε πλευρές αυτής της εποποιίας. «Δυο χρόνια οι περισσότεροι από μας περπατάνε από τον Παρνασσό ως τον Γράμμο κι απ’ την Τζένα ως τη Μουργκάνα. Απάτητη κορφή δεν άφησαν κι όσες κορφές και μάχες. Κι όσο περνάει ο καιρός τόσο λιγοστεύουν και οι καινούριοι που έρχονται σε μας. Σιδερόφραχτα κάστρα έκανε ο εχθρός τις πολιτείες. Ξεκλήρισε τα χωριά και άπλωσε ζώνη νεκροταφείο ανάμεσα σε μας και τον λαό».
Ο Κώστας Μπόσης δεν ωραιοποιεί, ούτε εξιδανικεύει. Μέσα από τις σελίδες των βιβλίων του υπάρχουν όλες οι εκφάνσεις της ζωής. Οι μικροεγωισμοί, ο μαχητής που τελικά δειλιάζει και πάει να το σκάσει, η πείνα και οι σοβαρές ελλείψεις σε οπλισμό και υποδομή που λυγάνε τους μαχητές, το δράμα των παιδιών… «Και σ’ αυτή τη σκληρή πάλη επόμενο είναι ο παλιός κόσμος που μάχεται τον καινούριο, οι δυσκολίες του αγώνα να ‘χουν επίδραση, επόμενο είναι να παρουσιάζονται και οι ανάποδες πλευρές. Τέτοια είναι η ζωή και πρέπει να τη βλέπουμε μ’ ανοιχτά μάτια».
Πλάι όμως σε αυτές τις δυσκολίες αναδεικνύεται πως σε κρίσιμες στιγμές της ταξικής πάλης μέσα στη μάχη διαπαιδαγωγούνται και οι ίδιοι οι άνθρωποι. Αντιλαμβανόμαστε πως ο απλός άνθρωπος του μόχθου που ανέβηκε στο βουνό αποκτά βαθύτερη συνείδηση της ανθρωπιάς του, γίνεται επαναστάτης. Φανερώνεται επίσης το ηθικό μεγαλείο των μαχητών, ο απίστευτος ηρωισμός, η βαθιά συνείδηση του χρέους που ωθεί τον μαχητή και την μαχήτρια, αλλά και τον κάτοικο των χωριών ακόμα και στις πιο δύσκολες συνθήκες, να μην παραδίδεται, έχοντας απόλυτη συνείδηση τόσο της θέσης του, όσο και του επιχειρούμενου τολμήματος... «Συναγωνιστές. Ο εχθρός ανέβηκε στο ύψωμα. Εμείς θα πάμε να τους κυνηγήσουμε. Ποιος από σας είναι παλικάρι ναρθει μαζί μας. – Εγώ πάω για επίθεση, μη με ξαναφωνάξετε, είπε η τηλεφωνήτρια στο τηλέφωνο. Αρπαξε ένα εφεδρικό μπρεν και βγαίνοντας: “Είμαι έτοιμη”, μουρμούρισε. Ο Νίκος ο σύνδεσμος άλλαξε από χέρι σε χέρι το στάγιερ: “Το δεξί δε δουλεύει, μονολογεί, θα δουλέψει τ’ αριστερό”. Η νοσοκόμα παράτησε τον τραυματία λέγοντας: “σα γυρίσουμε, σε δένω”. Πίσω κίνησε και ο τραυματίας με τραύματα και στα δυο χέρια. “Εγώ θα φωνάζω και θα δίνω κουράγιο”, είπε».
Αυτό που ξεχωρίζει τον Μπόση είναι η βαθιά ταξική του ματιά και οξυδέρκεια. Φωτίζει στο έργο του τα ασυμφιλίωτα ταξικά – κοινωνικά συμφέροντα, την αναγκαιότητα της επανάστασης, ενώ αναδεικνύει και προβληματικές πλευρές στη στρατηγική του Κόμματος. Χαρακτηριστικό είναι το μυθιστόρημα «Δύσκολες μέρες» που αναφέρεται στην περίοδο που ακολούθησε τη Συμφωνία της Βάρκιζας. Παρότι στο μυθιστόρημα δεν αμφισβητείται ανοιχτά η κομματική κατεύθυνση για συμφιλίωση μέσα από νόμιμη πολιτική δραστηριότητα, στην πράξη υπονομεύεται από την καθηλωτική περιγραφή του ανελέητου ανθρωποκυνηγητού. «Αντί να κυνηγούμε τον εχθρό μας κυνηγάει κι αυτό καταλαβαίνεις τι επίδραση έχει… Ο κόσμος πικράθηκε. Μερικοί φοβήθηκαν, άλλοι απογοητεύτηκαν κι άλλοι μούδιασαν και κουμπώθηκαν. Ο περισσότερος κόσμος δε χάλασε. Πάνω από δυο χρόνια τώρα καταπίνει τα δάκρυα, δένει τις πληγές του, μαζεύει μέσα του οργή και μίσος, ελπίζει και παλαίβει όπως μπορεί κι αύριο, πρέπει να ελπίζουμε, θάναι καλύτερα. Μα αν το αύριο θάναι χειρότερο – γιατί μπορεί να γίνει κι αυτό – το μεθαύριο θάναι οπωσδήποτε καλύτερο».
Και ίσως γι’ αυτό αξίζει ακόμα περισσότερο να τον μνημονεύουμε. Για αυτή τη βαθιά αισιοδοξία του – που δεν είναι τυφλή, αλλά πηγάζει από τη γνώση των νομοτελειών – για αυτή την άνοιξη που θα ‘ρθει και «θαναι παντοτινή». Για τα λόγια του ετοιμοθάνατου λοχαγού στον συναγωνιστή του μετά τη μεγάλη μάχη του Γράμμου… «Η νύχτα πέφτει απαλά. Ο Δημοκρατικός Στρατός κάνει τον ελιγμό στο Βίτσι. Κείνη την ώρα απ’ όλες τις κορφές του Γράμμου φάνηκαν φωτοβολίδες κόκκινες, άσπρες, πράσινες. Ο Πίδας με σπαραγμό για το διοικητή που πέθνησκε, για το Γράμμο που πατήθηκε, έσκυψε και ψιθύρισε:
– Αντώνη ανέβηκαν στο Γράμμο!
– Ας ανέβηκαν Πίδα. ΕΜΕΙΣ ΘΑ ΝΙΚΗΣΟΥΜΕ».
Α. Π.
Αναδημοσιεύεται από τον Ριζοσπάστη Σάββατο 5 Σεπτέμβρη 2026 – Κυριακή 6 Σεπτέμβρη 2026 – αριθ. φύλλου: 15070
Μια απαραίτητη διόρθωση: Στο αφιέρωμα αναφέρεται λανθασμένα πως ο φωτογράφος Κώστας Μπαλάφας υπήρξε «μέλος του φωτοκινηματογραφικού συνεργείου του ΔΣΕ». Ο Κ. Μπαλάφας, που καταγόταν όπως και ο Κώστας Πουρναράς – Μπόσης από την Χόσεψη (Κυψέλη) Άρτας, δεν εντάχτηκε ποτέ στον ΔΣΕ, ούτε συμμετείχε στον εμφύλιο. Το 1942 κατατάχτηκε στον ΕΛΑΣ (85ο Σύνταγμα), έχοντας πάντα μαζί τη φωτογραφική του μηχανή και καταγράφοντας συγκλονιστικά με τον φακό του το Αντάρτικο στην Ήπειρο. Όπως αναφέρεται και στο βιογραφικό του: «Από το 1945 μέχρι το 1951 εργάστηκε ως διερμηνέας, επειδή γνώριζε καλά την αγγλική γλώσσα, σε μία βρετανική ομάδα μηχανικών, που έκανε αποκαταστάσεις συγκοινωνιών μετά τον πόλεμο».
