Το διήγημα της Πέμπτης: «Όπη η Μπουμπουλινίτσα» της Κατίνας Τέντα – Λατίφη

Αλήθεια, γιατί τα τράβηξε όλα αυτά η Όπη; Τι το κακό έκανε αυτή η μικρή Μπουμπουλινίτσα; Το ότι αγάπησε πολύ την πατρίδα της, το ότι δεν το άντεχε η μικρή της καρδιά να την βλέπει σκλαβωμένη;
Το ότι έκανε το υπεράνω όλων χρέος της, αυτό ήταν το αμάρτημά της και της αναποδογύρισαν όλη τη ζωή;

Η Κατίνα Τέντα – Λατίφη, γεννήθηκε στον Αλμυρό πριν από 94 χρόνια. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής εντάχθηκε στην ΕΠΟΝ και στη συνέχεια στον Εφεδρικό ΕΛΑΣ. Μετά τη Βάρκιζα, όπως και άλλοι αγωνιστές διώχθηκε, φυλακίστηκε και εξορίστηκε. Δραπέτευσε και εντάχθηκε στον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας.

Έχει πλούσια συγγραφική δραστηριότητα και στο βιβλίο της «Τα Απόπαιδα» καταγράφονται πολλές από τις μνήμες της στη διάρκεια της συμμετοχής στο κίνημα.

Το διήγημα «Όπη η Μπουμπουλινίτσα» δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στον Ριζοσπάστη τον Απρίλη του 2022 (Α’ μέρος εδώ και Β’ μέρος εδώ) και αναφέρεται σε εμπειρίες από τη ζωή και τη δράση της στο αντάρτικο.

Όπη η Μπουμπουλινίτσα
της Κατίνας Τέντα – Λατίφη

Τον καιρό της κατοχής η φιλενάδα μου η Οπη ήταν μικρή μαθητριούλα. Φορούσε άσπρα σοσονάκια όπως φορούσαν τότε, και στα σγουρά μαλλιά της είχε μια φαρδιά, άσπρη κορδέλα. Κοπελίτσα χαρούμενη, ζωντανή με χαμόγελο στη ζωή. Γεννήθηκε και ζούσε στην κωμόπολη Χρούπιστα που τώρα είναι η πόλη Αργος Ορεστικόν. Οι Γερμανοί καταχτητές έστειλαν στη Χρούπιστα τους Ιταλούς συμμάχους τους που φορούσαν μαύρους χιτώνες και είχαν φτερά στα καπέλα τους και αυτοί μόλις έστησαν την κομαντατούρα τους, ανακοίνωσαν παντού όλα τα απαγορεύεται και όλα τα υποχρεούνται για τους κατοίκους με την αυστηρή προειδοποίηση ότι η κάθε παράβαση θα τιμωρούνταν σκληρά και με θάνατο ακόμη. Ο ήλιος της πατρίδας σκοτείνιασε μονομιάς, οι λαμπερές αχτίνες του δεν έφταναν στις καρδιές των ανθρώπων όπου άρχισε να φωλιάζει ο φόβος και η αγανάχτηση.

Η Οπη – Πηνελόπη ήταν ολόκληρο το όνομά της – είχε έναν μεγαλύτερο αδελφό που άρχισε κι’ όλας να κινείται για την δημιουργία των πρώτων ομάδων αντίστασης και χωρίς ταλάντευση έγινε η βοηθός του. Εκανε το σύνδεσμο μεταφέροντας μηνύματα και σημειώματα, μοίραζε τις πρώτες προκηρύξεις που καλούσαν τον κόσμο να μην υποταχθεί αλλά να αρχίσει να αντιστέκεται στους καταχτητές και… μια και δυο τα πληροφορήθηκαν αυτά οι Ιταλοί και την έπιασαν. Μιλάμε για το 1941, δηλαδή για τον πρώτο χρόνο της κατοχής, για τους πρώτους μήνες! Οχι βέβαια πως οι Ιταλοί οι ίδιοι γνώριζαν την Οπη και τις κινήσεις της, αυτοί δεν ήξεραν την Οπη, αυτοί δεν ήξεραν κανέναν, ούτε την Χρούπιστα την είχαν ακούσει ποτέ από πριν. Αλλά, όπως υπάρχουν οι ήρωες πατριώτες, υπάρχει κι’ αυτό το σιχαμερό είδος των προδοτών. Κι έτσι αυτή η πιτσιρίκα βρέθηκε απ’ τους πρώτους – πρώτους κρατούμενη για αντίσταση κατά των καταχτητών!

Οι Ιταλοί την ανέκριναν και την φοβέριζαν να μαρτυρήσει τις συνδέσεις της, αλλά είδαν και απόειδαν – σιγά να μην έπαιρναν πληροφορίες από την Οπη – και μετά από λίγο καιρό την άφησαν. Αλλωστε ήταν ακόμη αρχή, δεν είχαν δημιουργηθεί οι μεγάλες αντιστασιακές οργανώσεις. Αυτές ξεπήδησαν αμέσως μετά, η Εθνική Αλληλεγγύη, το ΕΑΜ, και σε συνέχεια η αξέχαστη και ανεπανάληπτη μέσα στην ιστορία η νεολαιίστικη οργάνωση ΕΠΟΝ. Η Οπη πρωτοστάτησε στην ίδρυσή της στην Χρούπιστα και την επαρχία της και έβγαλε …φτερά! Απ’ το πρωί ως το πρωί έτρεχε για χίλια δύο πράγματα του αγώνα. Για να προσχωρήσουν οι νέοι στον ΕΛΑΣ, για να μαζευτούν τρόφιμα και πλεχτά για τους αντάρτες, για να συγκεντρώσουν πληροφορίες γύρω απ’ τις κινήσεις του εχθρού, για να δημιουργήσουν Λέσχη Νεολαίας με θέατρο, με χορωδία και τμήμα χορού, για να στηρίξουν τις ορφανεμένες οικογένειες, για να κρύψουν την σοδειά απ’ τους καταχτητές, για να καθαρίσουν τους δρόμους απ’ τα ερείπια και για να μάθουν γράμματα στους αναλφάβητους. Ολα τα αναγκαία που απαιτούνταν για την απελευθέρωση της πατρίδας και για τον ταλαιπωρημένο λαό της, όλα τα έκαναν και δεν υπολόγιζαν τον κίνδυνο του θανάτου. Και μέσα σ’ αυτή την ενθουσιώδη ανεμοζάλη του αγώνα, της έτυχε να γνωρίσει τον Νίκο της, έναν λεβέντη ΕΠΟΝίτη από χωριό της περιοχής που τον ερωτεύθηκε και την ερωτεύθηκε. Κι όπως ήταν τότε οι αρχές της εποχής και του κινήματος, ο δεσμός τους γνωστοποιήθηκε στους γονείς και στους συναγωνιστές τους. Χώρισαν όμως γρήγορα γιατί ο Νίκος προσχώρησε στον ΕΛΑΣ, όπου ανέλαβε διοίκηση τμήματος.

Η Οπη παρέμεινε στην Χρούπιστα παίζοντας κρυφτούλι με τους κινδύνους, ώσπου βγήκε κι αυτή στον ΕΛΑΣ στην περιοχή της Σαμαρίνας και έφτασε έως την Θεσσαλία.

Οι μάχες με τους καταχτητές πύκνωναν, οι περιοχές σιγά – σιγά απελευθερώνονταν και όπως οι νοικοκυρές καθαρίζουν μ’ ένα πανί την θαμπάδα του τζαμιού για να μπει άπλετο φως, έτσι και οι αγωνιστές με την ματωμένη ορμή τους έδιωχναν την μαυρίλα της κατοχής για να λάμψει ο ήλιος της λευτεριάς. Αλλά ποιας λευτεριάς; Οπως λέει κι ένας Γάλλος ερευνητής «για όλον τον κόσμο ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος τέλειωσε τον Μάη του 1945 εξαιρουμένης της Ελλάδας, μόνον γι’ αυτήν ο πόλεμος δεν έληξε τότε». Γιατί οι Εγγλέζοι που την ήθελαν υπό την κυριαρχία τους έχοντας στήριγμά τους το παλάτι δημιούργησαν με την ανοιχτή στρατιωτική επέμβασή τους ένα κράτος και ένα παρακράτος με φιλοβασιλικά στοιχεία και με όλους τους συνεργάτες των καταχτητών και εξαπέλυσαν μια ανήκουστη επίθεση εξόντωσης των αντιστασιακών. Δηλαδή των πατριωτών που συνεχίζοντας τις παραδόσεις του λαού μας του 1821, του Ελληνο-ιταλικού πολέμου στον αγώνα για την ελευθερία, ρίχτηκαν στην θυσία για να σώσουν την πατρίδα. Η Οπη ήταν απ’ τους πρώτους στόχους τους στην περιοχή της. Για να την γλιτώσουν οι δικοί της την έστειλαν σε κάτι συγγενείς τους, αλλά και εκεί την εντόπισαν και την ανάγκασαν να βγει στο βουνό για να γλιτώσει. Ετσι έγινε αντάρτισσα του ΔΣΕ.

Στα τέλη του Αυγούστου του 1948 κι ενώ μαίνονταν οι σκληρές μάχες των ανταρτών ενάντια στη μεγάλη επίθεση του στρατού, την αποκαλούμενη «Κορωνίς», συγκαλέσθηκε μια σύσκεψη των Υπεύθυνων Γυναικών του ΔΣΕ1 στο ύψωμα Πατώματα του Γράμμου που το κατείχε η 16η ταξιαρχία με διοικητή τον Μήτσο Ζυγούρα-Παλαιολόγου. Δρόμος δεν υπήρχε κι εγώ με την Αθανασία αντιπρόσωπο γυναικών ενός λόχου βαδίζαμε ώρες ανηφορικά και όταν φθάσαμε στην έδρα της νύχτωνε. Μας υποδέχθηκε ο ίδιος ο διοικητής και όπως γύρισα αριστερά είδα να ξεπροβάλλει μέσα από τη γη, μια υψηλή όμορφη κοπέλα. Ξεδίπλωνε το κορμί της στο στόμιο του αμπριού και όπως στήθηκε μπροστά μας με το δίκοχο πάνω στα ημίσγουρα μαύρα μαλλιά της, ντυμένη με το χακί παντελόνι και με ένα άσπρο μεταξωτό πουκάμισο ραμμένο από ύφασμα εγγλέζικου αλεξίπτωτου, φάνταξε στην ανταύγεια του φεγγαριού σαν οπτασία, σαν παραμυθένια νύμφη του βουνού. Αυτή ήταν η Οπη, η υπεύθυνη γυναικών της ταξιαρχίας που μας καλωσόριζε χαμογελαστή και μας καλούσε να πάμε να καθήσουμε λίγο πιο πάνω στην πλαγιά που δέσποζε πάνω απ’ τον Σαραντάπορο και τα απέναντι βουνά. Εκείνη ακριβώς την ώρα άρχιζε να μας βάζει – όπως κάθε βράδυ – το βαρύ πυροβολικό απ’ την Κόνιτσα.

Βλέπαμε την λάμψη της εκτόξευσης της οβίδας, την ακούγαμε να φτερουγίζει πάνω απ’ τα κεφάλια μας με αγωνία πού θα σκάσει, και μετά ο εκκωφαντικός κρότος της έκρηξής της που την αναμετέδιδε ο αντίλαλος συντάραζε το σύμπαν και νόμιζες πως θα άνοιγαν τα βουνά.

Εμείς καθιστές γύρω – γύρω συζητούσαμε τα θέματα που μας απασχολούσαν σαν μαχήτριες. Μας πήρε η νύχτα βαθειά και όπως ξαπλώσαμε μισοκοιμισμένες κάποια παρακάλεσε να τραγουδήσει η Οπη την Παπαρούνα του Αττίκ.

– Ελα Οπη τραγούδησέ τη μας!

– Ω! βρε κορίτσια, τι Παπαρούνα να πω τώρα μέσα στις βροντές, είπε με χαμόγελο. Δεν χάλασε όμως το χατίρι κι άρχισε με μια φωνή που δεν την είχα ξανακούσει:

Την πρωτοείδε στα ολοκόκκινα ντυμένη

καλλιτέχνης με κεφάλι αυτός ψαρρό,

κοριτσάκι αυτή μικρό

να μαζεύει ζωηρό παπαρούνες σε κάποιο αγρό

Παπαρούνα χαρωπή, παπαρούνα μυρωμένη

ο διαβάτης που προσμένει άλλη δεν ζητάει να δει

Παπαρούνα…

Η φωνή της ανέβαινε στις πιο ψηλές νότες, φωνή γλυκεία, έγχρωμη, μελωδική, με καταπληκτική ερμηνεία. Ημέρεψε θαρρείς ο γύρω τόπος, γλύκανε η ψυχή μας κι αποκοιμηθήκαμε.

Με το σκάσιμο της μέρας την βρήκα καθισμένη μέσα στις ολοπράσινες φτέρες παρέα με μια γνωστή της αντάρτισσα. Κοιτούσαν και οι δυο μια φωτογραφία.

– Ελα να σου δείξουμε τον αρραβωνιαστικό της Οπη από την Χρούπιστα. Το κορίτσι μας είναι ερωτευμένο και έχει μήνες να τον δει, αυτός βρίσκεται σε άλλα τμήματα. Ηταν μια μικρή φωτογραφία με έναν όμορφο νεαρό αντάρτη.

– Μα αυτός, είπα, είναι ο Νίκος, ο ταξίαρχος. Πολύ γνωστός στα τμήματα για το ήθος, την παλληκαριά και την στρατιωτική ικανότητά του.

– Ε, αυτός είναι! Είπε χαμογελώντας.

Κατά το σούρουπο, την ώρα που τέλειωνε η σύσκεψη, διαισθανθήκαμε μια κάποια περίεργη κινητικότητα κι ώσπου να διερωτηθούμε τι να συμβαίνει, μας ειδοποίησαν να φύγουμε γρήγορα για τα τμήματά μας. Ο Γράμμος εγκαταλείπονταν απ’ το Δημοκρατικό Στρατό γιατί ο κυβερνητικός στρατός περνώντας ξυστά μέσα απ’ τα αλβανικά σύνορα, αιφνιδίασε τους αντάρτες και προχωρούσε να τον κυκλώσει, ο οποίος όμως κατάφερε να ξεφύγει με όλη τη δύναμή του και να περάσει στην περιοχή του Βίτσι.

Σημείωση:

1. Σε όλα τα τμήματα του ΔΣΕ υπήρχαν δίπλα στη διοίκηση και Υπεύθυνες Γυναικών, γιατί το ποσοστό των γυναικών ήταν 30%.

(Συνεχίζεται)

*
Β’ μέρος
Χωρίσαμε στα βιαστικά με την Οπη και χαθήκαμε. Ακριβώς ένα χρόνο αργότερα, τον Αύγουστο του 1949, την βρήκα στα προωθημένα χειρουργεία του ΔΣΕ που ήταν σε μια πλαγιά δίπλα στο χωριό Κόττας. Ηταν έγκυος στον 7ο μήνα, η πρώτη έγκυος στον ΔΣΕ που έβλεπα εγώ. Μόλις είχε αρχίσει η μεγάλη επίθεση του στρατού και τραντάζονταν ο τόπος απ’ τις εκρήξεις. Αεροπλάνα κατά σμήνη και όλων των ειδών πυροβόλα ανάσκαβαν τη γη με φωτιά και σίδερο. Φθάνοντας στα χειρουργεία από ολονύκτια πορεία τρύπωσα στο μικρό αμπρί, έπεσα μπρούμυτα και με πήρε ο ύπνος.

– Ξύπνα μωρ’ μάννα μου να ακούσεις τον χαλασμό που γίνεται, με σκούντηξε ανήσυχη. Ξύπνα!

Σύμπτωση; Ηταν τυχαίο; Εκείνη ακριβώς την στιγμή έπεφτε νεκρός ο Νίκος της λίγο πιο κάτω από μας έξω απ’ το χωριό Κόττας, έβγαλε το κεφάλι του απ’ το αμπρί και τον χτύπησε θραύσμα οβίδας. Με κάλεσαν να κατέβω γρήγορα στο τηλέφωνο.

– Πάρε, μου λέει ο τηλεφωνητής να ακούσεις. Δεκάδες φωνές αναμετέδιδαν την είδηση, ο μέραρχος Νίκος Σκοτίδας σκοτώθηκε, ο Σκοτίδας σκοτώθηκε! Κρατήστε την Οπη μακρυά είπαν, μην το μάθει και μας πάθει τίποτε μέσα σ’ αυτόν τον χαλασμό.

Κάναμε γύρω της κλοιό ώσπου ήρθαν και την πήραν. Η άμυνα του ΔΣΕ στο Βίτσι δεν άντεξε πολύ και μέσα σε δύο μέρες δόθηκε διαταγή σύμπτυξης των τμημάτων προς την Αλβανία. Βαδίζαμε νύχτα ένα σωρό κόσμος γύρω απ’ την Μικρή Πρέσπα και μέσα στο σκοτάδι ένοιωσα την Οπη να γαντζώνεται επάνω μου, ήθελε να έρθει μαζί μου. Φάνηκε ότι δεν της είχαν πει τίποτε ακόμη, αλλά την ίδια στιγμή έφτασε λαχανιασμένα ο ανταρτοτσέλιγκας μπάρμπα-Κίτσος να την συγκρατήσει. Με πολύ δυσκολία την έπεισε να μείνει και… ευτυχώς! Γιατί προχωρώντας προς το χωριό Μικρολίμνη αντικρίσαμε επάνω στην αποβάθρα ένα φορτίο σκεπασμένο με άσπρο σεντόνι, ήταν η σορός του Νίκου της, θα τον περνούσαν με το καΐκι απέναντι. Πάγωσα! Πώς δεν ήρθε μαζί μου! Τότε κατάλαβα την επιμονή του Μπάρμπα-Κίτσου να την κρατήσει.

Η Οπη πέρασε στην Αλβανία την επομένη το πρωί με αυτοκίνητο. Κάπου σ’ ένα ξέφωτο κοντά στο χωριό Πυξός είδαν μια ομάδα της Σχολής Αξιωματικών του ΔΣΕ που πυροβολούσε στον αέρα.

– Για σταθείτε, είπε στον σωφέρ και στην αντάρτισσα που ήταν μαζί της, τι ζητάει η Σχολή Αξιωματικών εδώ στα σύνορα, ο πόλεμος είναι πίσω μας. Αυτοί τι κάνουν εδώ;

Ο σωφέρ βιάστηκε να τους προσπεράσει κι αυτή εντελώς στα ξαφνικά άρχισε να τραγουδάει το «Δυο αγάπες στην ζωή μου έχω κλείσει, η πατρίδα είναι μια και η άλλη εσύ». Τραγουδούσε μ’ εκείνη την όλο έκφραση μελωδική φωνή της και οι συνοδοί της κατάπιναν τα δάκρυα, γιατί δεν μπορούσαν να της πουν πως εκείνη την ώρα έθαβαν τον άντρα της και πως η ομάδα των αξιωματικών απέδιδε φόρο τιμής στον νεώτερο υποστράτηγο του ΔΣΕ Νίκο Σκοτίδα.

Με την υποχώρηση όλα τα αντάρτικα τμήματα συγκεντρώθηκαν μέσα στην Αλβανία δίπλα στα σύνορα με την Ελλάδα. Ηταν ένα πλατύ δασωμένο μέρος με ένα μικρό λόφο στο κέντρο του. Με το που φθάνω εκεί βλέπω στην κορυφή του την Οπη, όρθια με τα χέρια στις τσέπες του παντελονιού της, η κοιλιά της να προεξέχει και το κεφάλι της να γυρίζει γύρω – γύρω όλο ανησυχία. – Μα πού είναι; Πού είναι και δεν τον βλέπω, ψιθύριζε.

Εψαχνε τον άντρα της. Ενοιωσα ένοχη. Ολη η μεραρχία που διοικούσε, όλος εκείνος ο στρατός, όλοι γνώριζαν ότι ο Σκοτίδας είχε σκοτωθεί και μόνον αυτή, η αγαπημένη του, μόνον αυτή δεν το ήξερε. Και είναι πραγματικά αξιοσημείωτο πώς κατάφεραν όλοι να σεβαστούν την απόφαση της διοίκησης να μην της το πει κανείς στην κατάσταση που βρισκόταν, μακρυά από κάποιο ιατρικό κέντρο βοήθειας.

Με αυτή την πονεμένη εικόνα στο μυαλό μου πέρασαν από τότε περίπου 9 χρόνια χωρίς να ανταμώσω την Οπη. Είχα μάθει όμως με συγκίνηση ότι το παιδί που γέννησε ήταν αγόρι και ότι του έδωσε το όνομα του πατέρα του, το ονόμασε Νίκο. Οταν την ξαναβρήκα στο Βουκουρέστι, το παιδί ήταν πια μεγάλο και βρίσκονταν σε ένα ειδικό σχολείο στη Σοβιετική Ενωση για παιδιά Ελλήνων, Ισπανών και άλλων αγωνιστών που είτε ήταν φυλακισμένοι στις χώρες τους, είτε είχαν σκοτωθεί.

Η ίδια εργαζόταν δαχτυλογράφος στα γραφεία του Συλλόγου των Πολιτικών Προσφύγων στο Βουκουρέστι και είχε μαζί της τον τρίχρονο γιο της Λεωνίδα. Είχε ζήσει με το πένθος της τέσσερα και πλέον χρόνια και όλοι γύρω της προσπαθούσαν να την πείσουν να ξαναφτιάξει τη ζωή της, τόσο νέα που ήταν και στην ξενητειά. Δεν το αποφάσιζε, ώσπου ήρθε μπροστά της ο Γιώργης, ένας ρουμελιώτης μορφονιός, αξιωματικός του ΔΣΕ, ευγενικός άνθρωπος, με χιούμορ, με ήθος, γέννημα – θρέμμα της εποχής της Αντίστασης. Παντρεύτηκαν. Στον πρώτο χρόνο γεννήθηκε ο γιος τους και πριν ξεπεταχθεί το μωρό, ο Γιώργος έφυγε. Το Κόμμα τού ανέθεσε αποστολή να κατέβει παράνομα στην Ελλάδα για την ανασύσταση των Κομματικών Οργανώσεων, αλλά σύντομα τον συνέλαβαν και τον έκλεισαν στη φυλακή με τον πιο σκληρό νόμο – εφεύρεση, νόμο καρμανιόλα, τον περί κατασκοπείας, εκείνο το νόμο που έφαγε τον Μπελογιάννη και άλλα παλληκάρια.

Η Οπη έμεινε με δύο παιδιά από δύο άντρες και χωρίς άντρα, χωρίς στοργή και φροντίδα, μόνο με ευθύνες. Και δεν κλάφτηκε ούτε στιγμή, διατήρησε εκείνο το χαμόγελο και είδε την ζωή της σαν έναν αγώνα όχι μόνον επιβίωσης, αλλά και θυσίας, γιατί μέσα απ’ το δικό της άγριο κυνηγητό, γνώρισε τον φασισμό και την αδικία στον κόσμο.

Ετυχε να συγκατοικήσω για ένα διάστημα μαζί της και όταν το μεσημέρι επιστρέφοντας απ’ τη δουλειά περνούσε κι έπαιρνε απ’ τον Παιδικό Σταθμό τον μικρό, παρακολουθούσα την συμπεριφορά της, τόσο τρυφερή, τόσο λεπτή, τόσο προσεχτική μην αφήσει ίχνος θλίψης στην ψυχή του με τις απαντήσεις της στις αμέτρητες ερωτήσεις που της έβαζε: – Μαμά, έγραψε ο μπαμπάς πότε θα ‘ρθει; – Μαμά γιατί τον κρατάνε και δεν τον αφήνουν να έρθει αφού τον θέλουμε μαζί μας; – Μαμά, τον μπαμπά τον ξέρεις κι εσύ μόνον απ’ την φωτογραφία; – Μαμά στο γράμμα που έστειλες έγραψες και την φόρμουλα «άντε και γρήγορη αντάμωση».

Γρήγορη αντάμωση! Πόσο γρήγορη; Ενα – δύο μήνες, ένα – δύο χρόνια, τρία χρόνια; Αμ, δε! Είκοσι δύο χρόνια! Μάλιστα. Αριθμητικώς: 22! Τόσα ακριβώς πέρασαν ως το 1976, όταν επιτράπηκε στην Οπη και τα δύο παιδιά της – απόφοιτοι του Πολυτεχνείου πια – να επαναπατρισθούν και να συναντηθούν με τον Γιώργη που είχε αποφυλακισθεί μετά το πέσιμο της Χούντας. Εχ! Τι είναι η ζωή του ανθρώπου; Πόση είναι; Αν σου κλέψουν την παιδική ηλικία, την εφηβεία, γενικά σου κλέψουν τη νιότη, μαζί και την ηλικία της ωριμότητας και σου τις γεμίσουν με αναστεναγμό και δάκρυα, τι απομένει;

«Ολο για τον πόλεμό σας μιλάτε», είπε κάποτε ο Χέμινγουεϊ στους Ισπανούς του εμφυλίου.

– Ενδεχομένως να θυμούμαστε εν είδει μετάληψης τον πόλεμό μας, τον θάνατο σ’ αυτόν, όμως για τη νιότη μας μιλάμε, για την φλόγα της νιότης μας που την κατάπιε, γι’ αυτήν μιλάμε, του απάντησαν.

Αλήθεια, γιατί τα τράβηξε όλα αυτά η Οπη; Τι το κακό έκανε αυτή η μικρή Μπουμπουλινίτσα; Το ότι αγάπησε πολύ την πατρίδα της, το ότι δεν το άντεχε η μικρή της καρδιά να την βλέπει σκλαβωμένη;

Το ότι έκανε το υπεράνω όλων χρέος της, αυτό ήταν το αμάρτημά της και της αναποδογύρισαν όλη τη ζωή;

Αν όμως ο άνθρωπος έχει μέσα του δύναμη, προχωράει και σ’ αυτό που απόμεινε. Πήραν την ζωή τους απ’ την αρχή με όλες τις δυσκολίες. Δούλεψαν, βρήκαν τον τόπο τους, τους συγγενείς και φίλους, περπάτησαν στις πορείες – φόρος τιμής στα παιδιά του Πολυτεχνείου, σε λίγο παντρεύτηκαν τα παιδιά τους και η Οπη ξανατραγούδησε την «Παπαρούνα». Με τον καιρό ήρθαν και τα εγγόνια, με λίγα λόγια το δέντρο τους φούντωσε, έβγαλε κλαδιά και τα κλαδιά, κλαδάκια.

«Το παιδί αποτελεί προέκταση στην αιωνιότητα» έχει πει ένας σοφός. Και προέκτασή τους είναι οι σημερινοί απόγονοί τους, που δεν μπορεί, θα μεταφέρουν στους δικούς τους απογόνους αυτά που έμαθαν απ’ τους γονείς τους, ότι η υπεράσπιση της πατρίδας είναι ιερή παράδοση του λαού μας, ότι πόλεμος, και μάλιστα αδελφοκτόνος πόλεμος, δεν πρέπει ποτέ να ξαναγίνει, και ότι η διεκδίκηση του δίκιου του αδικημένου λαού απαιτεί θάρρος, τόλμη και θυσία.

Η Οπη πέθανε στην Αθήνα τον Σεπτέμβρη του 2009.

“Το διήγημα της Πέμπτης”: Δείτε όλα τα διηγήματα εδώ.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: