Βγαίνουν από την πίπα σου σαν απ’ το Λύχνο του Αλαδδίνου
“Να, κ’ εκεί, αγάπη μου, εκεί στη γωνιά, κοίταξε την άνοιξη πούρχεται κοίταξε αυτά τα παλικάρια που μάς γνέφουνε με τα δρεπάνια και τα κορίτσια πίσω τους που δένουν σε δεμάτια τις αχτίνες του ήλιου κοίταξε, μάς γνέφουν. Όλα μάς γνέφουν. Καλημέρα…”
Μια κλεφτή ματιά στον κόσμο του μεγάλου Κουβανού συγγραφέα – Γράφει και μεταφράζει η Σαπφώ Διαμάντη, καθηγήτρια, μεταφράστρια, διερμηνέας
Υπήρχε μια ουρά με παιδάκια που περίμεναν να μιλήσουν στον Αϊ-Βασίλη και στην ουρά ήταν και ένας μεγάλος, ένας κύριος που έμοιαζε θυμωμένος και που κρατούσε από το χέρι ένα πολύ μικρό παιδί, που έκλαιγε και που φώναζε πως φοβόταν και πως δεν ήθελε να του κάνουν πάλι εμβόλιο.
“Τα παιδιά τραγουδούν με τη δική μας φωνή τα δικά μας τραγούδια και με τα λόγια εκείνων που εκτελέστηκαν με το κεφαλι ψηλά ή χάθηκαν στις εξορίες και τις φυλακές…”
“Φοβάσαι μη λυγίσω; Άκου, φίλε μου, να κάνω δήλωση γιατί; Να κερδίσω τι: δυο μήνες ζωή κι ύστερα; πάλι θα πεθάνω. Κι αν ζήσω χίλια χρόνια μήπως θα χορτάσω; Θα πω νισάφι; όχι! Δεν έχει σημασία πόσο θα ζήσει κανένας, μα πώς θα ζήσει…”
Μ’ ένα χαμόγελο γαρύφαλλο αναμμένο Που δεν κατάφερε ούτε η εκτέλεση να σβήσει
Πρόκειται για ένα γοητευτικό κράμα, στο οποίο βαρύνοντα ρόλο παίζουν η αναμέτρηση με τις πληγές του παρελθόντος, η αναψηλάφηση των οικογενειακών και ερωτικών σχέσεων αλλά και συναισθήματα γλυκόπικρα, όπως η δικαίωση και η δίψα για ζωή μπροστά στο αναπόφευκτο τέλος.
Κάποιος είπε πως στο δρόμο τούτο κατοικούν «πόρνες, ρουφιάνοι, χαρτοπαίχτες, μπάσταρδοι» -εννοούσε, δηλαδή, πως κατοικούν άνθρωποι λογής λογής. Αν τους κοίταζε όμως από μιαν άλλη χαραμάδα, ίσως τότε να ’χε πει πως κατοικούν «άγγελοι, άγιοι και οσιομάρτυρες» -και πάλι θα εννοούσε το ίδιο.
“Το χέρι που στα φύκια σ’ έχει ρίξει, να το ’κοβα ψηλά μ’ ένα δρεπάνι, ο κόσμος σα μυλόπετρα να τρίξει…”