Οι Ψίθυροι (The Children’s Hour) / Σκηνοθεσία: Γουίλιαμ Γουάιλερ (1961)
Ό,τι δεν μπορεί να ειπωθεί, ψιθυρίζεται.
Κι όταν οι ψίθυροι ακουστούν, μπορεί να κάνουν εκκωφαντικό θόρυβο.
Η Μάρθα (Σίρλεϊ Μακ Λέιν)είναι 28 χρονών, δεν έχει σύζυγο και δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τους άνδρες που την προσεγγίζουν. Δεν την ενδιαφέρει επίσης ιδιαίτερα η εξωτερική της εμφάνιση, δεν αγοράζει καινούρια ρούχα, και αυτό που φαίνεται να την ελκύει και στο οποίο αφιερώνει περισσότερο τον χρόνο και τη φροντίδα της είναι το σχολείο που διευθύνει μαζί με την Κάρεν (Όντρεϊ Χέπμπορν) αλλά και το να περνάει πολύ χρόνο μαζί της, τόσο στο σχολείο όσο και εκτός αυτού. Δείχνει να εκνευρίζεται και να ξεσπά όταν ο αρραβωνιαστικός της Κάρεν την επισκέπτεται στο οικοτροφείο που διευθύνουν, και ακόμη περισσότερο όταν μαθαίνει ότι η Κάρεν θα παντρευτεί σύντομα.
Από την άλλη, η Κάρεν δείχνει ότι η φιλία της με τη Μάρθα την γεμίζει, όμως φαίνεται προσαρμοσμένη στις κοινωνικές νόρμες και δεν αντιδρά στην απαίτηση του μελλοντικού της συζύγου για επίσπευση του γάμου τους, παρότι εκείνος δεν υπολογίζει τη δική της επιθυμία να παραμείνει στο σχολείο και να αφοσιωθεί σε αυτό. Το σχολείο της αποσπά πολύ χρόνο, όμως ταυτόχρονα της προσφέρει την αίσθηση ότι εκείνη και η Μάρθα δημιουργούν κάτι δικό τους, χωρίς να έχουν κανέναν πάνω από το κεφάλι τους, και ότι σιγά σιγά οι κόποι τους αρχίζουν να ανταμείβονται.Και το «σ’ αγαπώ» της απέναντι στον μελλοντικό της σύζυγο ακούγεται κάπως σαν να μην αναδύεται από μέσα της, αλλά σαν να επικαλύπτει τα πραγματικά της συναισθήματα, εξαιτίας ενός φόβου που νιώθουμε να υποβόσκει μέσα της, φόβου του τι θα συμβεί αν ματαιώσει τις προσδοκίες του μελλοντικού της συζύγου. Σαν αυτό το «σ’ αγαπώ» να λειτουργεί ως δικλείδα ασφαλείας, εμποδίζοντας την έκφραση μιας πραγματικής της επιθυμίας που δεν συμβαδίζει με την κοινωνικά επιβεβλημένη συνεκτικότητα του φύλου της.

Ποια από τις δύο γυναίκες θεωρούμε ότι έχει «φυσιολογική» συμπεριφορά; Στην Αμερική του 1961, όπου διαδραματίζεται η ιστορία μας, η απάντηση μοιάζει αυτονόητη: η Κάρεν.
Όταν ένα κοριτσάκι του σχολείου διαδίδει, για τους δικούς του λόγους, χωρίς καμία απόδειξη, τη φήμη ότι η Κάρεν και η Μάρθα διατηρούν ερωτικές σχέσεις, το ψιθυρίζει στη γιαγιά του- γιατί μπορεί εκείνη την εποχή ο Κώδικας Χέιζ να είχε ήδη αποδυναμωθεί, ωστόσο εξακολουθούσε να ισχύει και η λογοκρισία να υφίσταται, με αποτέλεσμα μια ερωτική σχέση μεταξύ δύο γυναικών να μην μπορεί ακόμη να κατονομαστεί ανοιχτά- οι ανατροπές έρχονται, κλιμακωτά.
Οι ψίθυροι γίνονται σιγά σιγά ένα ορμητικό ποτάμι, μέσα στο οποίο βουλιάζουν οι δύο γυναίκες. Όμως αυτό το ποτάμι συμπαρασύρει και όλους εκείνους που, με το δάχτυλο στη σκανδάλη, είναι έτοιμοι να κατακρίνουν και να περιθωριοποιήσουν οτιδήποτε αντιτίθεται στις νόρμες τους, στις βαθιά εσωτερικευμένες τους νόρμες. Ταυτόχρονα, όταν στο τέλος το ποτάμι ξεβράσει όσα παρέσυρε στο διάβα του, θα αποκαλυφθούν αλήθειες που δεν αντέχονται.

Ο Γουάιλερ τολμά να διεισδύσει σε βάθος στον ψυχισμό των δύο γυναικών, της Κάρεν και της Μάρθας, και να βάλει τη Μάρθα να μιλήσει σαν να μιλά εξ ονόματος πολλών γυναικών για τα συναισθήματα που τρέφει προς την Κάρεν. Συναισθήματα που ούτε η ίδια τολμά να παραδεχτεί, που την κάνουν να υποφέρει, να επιθυμεί, να προσπαθεί να αντισταθεί στον ορμητικό τους χείμαρρο, αλλά ταυτόχρονα να λυγίζει από αυτόν.
Μπερδεύεται ανάμεσα σε αυτά που πραγματικά νιώθει για την Κάρεν και σε αυτά που θεωρεί ότι θα έπρεπε να νιώθει, σύμφωνα με τις κοινωνικές προσδοκίες γύρω από το φύλο και τη νόρμα της εποχής. Ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο το άτομο εντάσσεται σε κατηγορίες που απαιτούν συγκεκριμένες, αναμενόμενες συμπεριφορές, κατηγορίες που αλλάζουν από εποχή σε εποχή και ενδεχομένως εκμοντερνίζονται, χωρίς όμως να παύουν να παραμένουν περιοριστικές. Έτσι, η Μάρθα, όπως και κάθε άτομο που αναζητά τη θέση και την αποδοχή του, νιώθει ότι δεν χωρά σε έναν κόσμο όπου η ίδια αντιλαμβάνεται πως είναι κάτι πολύ περισσότερο από τις κατηγορίες που αυτός ο κόσμος διαθέτει. Και ίσως εδώ βρίσκεται και κάτι από τη διαχρονικότητα της ιστορίας της Μάρθας: οι κατηγορίες αλλάζουν, όπως αλλάζουν και οι λόγοι για τους οποίους ένας άνθρωπος μπορεί να θεωρηθεί διαφορετικός, όμως παραμένει η πίεση να ενταχθεί σε ήδη διαμορφωμένα σχήματα, σαν η αναγνώριση και η αποδοχή του να προϋποθέτουν πάντοτε την κατηγοριοποίησή του. Ωστόσο, το φινάλε της ιστορίας, μας κάνει να νιώσουμε πως η επιτακτικότητα της ανάγκης να υπάρξεις μέσα σε πεδία όπου οι σχέσεις εξουσίας οριοθετούν εκ των προτέρων τι λογίζεται ως αλήθεια και τι όχι- ταξινομώντας τον κόσμο με ορισμένους κανονικούς και κανονιστικούς τρόπους που συγκροτούν το εκάστοτε πεδίο ύπαρξης- αυτή η επιτακτικότητα, αρχίζει για τις δυο γυναίκες να υποχωρεί.

Πολύ δυνατές ερμηνείες από την Όντρεϊ Χέπμπορν ως Κάρεν και τη Σίρλεϊ Μακ Λέιν ως Μάρθα. Η δεύτερη αποδίδει εξαιρετικά μια γυναίκα που ντρέπεται για όσα αισθάνεται, χωρίς όμως η ντροπή αυτή να ακυρώνει τη γνησιότητα των συναισθημάτων της προς την Κάρεν, συναισθήματα που, όπως τελικά ομολογεί, είναι κάτι περισσότερο από φιλικά. Και βέβαια, εξαιρετική είναι και η σκηνοθεσία του Γουάιλερ, ο οποίος όχι μόνο τολμά να φέρει στον κινηματογράφο της εποχής ένα θέμα που παρέμενε εξαιρετικά περιορισμένο και σχεδόν αδιανόητο για το αμερικανικό σινεμά, εκείνο της γυναικείας ομοφυλοφιλίας, αλλά καταφέρνει μέσα από αυτό να αναδείξει την υποκρισία της πατριαρχίας και των σχέσεων που διαμορφώνονται στο πλαίσιό της. Και προχωρά ακόμη παραπέρα, παρουσιάζοντας με αγάπη δύο γυναίκες που η καθεμία με τον δικό της τρόπο, αναζητά την ουσιαστική ελευθερία που υπάρχει σε εκείνο που απομένει στον άνθρωπο όταν καταφέρνει να ξεφύγει από την τελική κατηγοριοποίηση- με όλο το μεγάλο κόστος που συνεπάγεται μια τέτοια απόδραση.
Δύο φορές επιχείρησε ο Γουάιλερ να μεταφέρει στον κινηματογράφο το θεατρικό «Η Ώρα των Παιδιών» της Λίλιαν Χέλμαν, πάνω στο οποίο βασίζεται και η συγκεκριμένη ταινία. Η πρώτη ήταν το 1936, με το «Σκιές που Περνούν» (These Three) μόνο που τότε η ιστορία έπρεπε να αλλάξει: η ομοφυλοφιλική σχέση που αποτελούσε το κεντρικό θέμα του θεατρικού αντικαταστάθηκε από ένα ετεροφυλοφιλικό ερωτικό τρίγωνο. Σαν να θεωρούνταν πιο «φυσιολογικό» δύο γυναίκες να συγκρούονται για έναν άνδρα και να αλληλοτρώγονται μεταξύ τους, παρά να μπορούν να επιθυμήσουν η μία την άλλη. Το πρώτο μπορούσε να περάσει από τη λογοκρισία, το δεύτερο όχι. Είκοσι πέντε χρόνια αργότερα, το 1961, ο Γουάιλερ επιστρέφει στο ίδιο έργο με τον τίτλο «Οι Ψίθυροι» αυτή τη φορά, επαναφέροντας την ομοφυλοφιλία στον πυρήνα της ιστορίας. Και φτάνοντας στο σήμερα, αναρωτιέμαι: έχει αλλάξει άραγε τόσο πολύ αυτή η ιεράρχηση; Ή μήπως εξακολουθούμε, με διαφορετικούς πλέον όρους, να θεωρούμε ορισμένες μορφές επιθυμίας και σχέσεων περισσότερο αυτονόητες, περισσότερο «φυσιολογικές» και τελικά περισσότερο αποδεκτές από άλλες;
Η ταινία επαναπροβάλλεται.
