Πατρίσιο Γκουσμάν: Ο σκηνοθέτης που μετέτρεψε τα ντοκιμαντέρ του σε ένα ηθικό όπλο στο πεδίο της μάχης της λήθης και της λησμονιάς
«Όσοι έχουν μνήμη μπορούν και ζουν στον εύθραυστο παρόντα χρόνο. Όσοι δεν έχουν, δεν ζουν πουθενά»
Ο Πατρίσιο Γκουσμάν χρησιμοποίησε τον κινηματογραφικό του φακό για να υπηρετήσει ίσως ένα από τα δυσκολότερα κινηματογραφικά είδη: το ιστορικό και κοινωνικό ντοκιμαντέρ, εμποτισμένο όμως με την ανθρωπιά που αναδύεται μέσα από τις μαρτυρίες των ανθρώπων. Ανθρώπων που κάποτε ήλπισαν σε έναν καλύτερο κόσμο, που είδαν τα όνειρα και τις προσπάθειές τους για το χτίσιμο αυτού του κόσμου να γκρεμίζονται, που είδαν αγαπημένους τους ανθρώπους να εξαφανίζονται, αλλά δεν τους ξέχασαν ποτέ και εξακολουθούν ακόμη να τους αναζητούν.
Ο Γκουσμάν έκανε ένα είδος ντοκιμαντέρ που λειτουργεί και ως εργαλείο αντίστασης. Ο κινηματογράφος του συμμετέχει στην ιστορία ενός λαού και αναδεικνύει εκείνα τα στοιχεία της ιστορίας που η κυρίαρχη αφήγηση συχνά επιχειρεί να αφήσει στο περιθώριο. Και το έκανε χρησιμοποιώντας ένα ιδιαίτερα αποτελεσματικό μέσο: την καταγραφή της προφορικής ιστορίας. Μέσα από αυτή φωτίζει τη συλλογική μνήμη κοινωνικών στρωμάτων που ενώ αποτέλεσαν ενεργά υποκείμενα της ιστορίας και συνέπραξαν στη διαμόρφωσή της, είδαν αργότερα τη φωνή τους να καταπνίγεται.

Στην τριλογία «Η Μάχη της Χιλής» δεν κατέγραψε απλώς τα γεγονότα που ακολούθησαν την εκλογή του Σαλβαδόρ Αλιέντε και την άνοδο της Λαϊκής Ενότητας στην κυβέρνηση. Δεν κατέγραψε μόνο την πολιτική και κοινωνική σύγκρουση που κατέληξε στο πραξικόπημα της 11ης Σεπτεμβρίου 1973 και στην δολοφονία του Αλιέντε. Το σημαντικότερο είναι ότι η τριλογία αποτέλεσε μαρτυρία μιας λανθάνουσας αλλά δυναμικής κοινωνικής πραγματικότητας, η οποία θα έμενε σε μεγάλο βαθμό αθέατη αν ο κινηματογραφικός του φακός δεν κατάφερνε να αποτυπώσει τις δυνάμεις και τους μηχανισμούς που κινούσαν αυτή την πραγματικότητα. Ο Γκουσμάν δεν αποτύπωνε μόνο τα ντοκουμέντα. Τα συνέδεε, τα αντιπαρέβαλλε και μέσα από αυτά αποκάλυπτε όσα βρίσκονταν πίσω από την επιφάνεια των γεγονότων: την όξυνση της ταξικής και πολιτικής σύγκρουσης, τον ρόλο της αντιπολίτευσης, τη δράση ακροδεξιών οργανώσεων, την ολοένα μεγαλύτερη εμπλοκή του στρατού και την εξωτερική παρέμβαση. Τον ρόλο της CIA που χρηματοδοτούσε κόμματα της αντιπολίτευσης, μέσα ενημέρωσης και οργανώσεις του ιδιωτικού τομέα, στοχεύοντας σε έναν βαθύτερο κοινωνικό διχασμό υποκινώντας απεργίες με στόχο την κοινωνική αναταραχή, την πολιτική αποσταθεροποίηση και το χάος, όλα αυτά τα στοιχεία που δίνουν την ευκαιρία στις ακροδεξιές και φασιστικές οργανώσεις να ξετρυπώσουν από το λαγούμι τους , όπως και το έκαναν. Παράλληλα, καταγράφει την αμείλικτη επίθεση στην πολιτική που επιχειρούσε να εφαρμόσει η Λαϊκή Ενότητα στη χώρα: τις εθνικοποιήσεις, την ενίσχυση του κρατικού ελέγχου σε βασικούς τομείς της οικονομίας, την αυξημένη συμμετοχή των εργαζομένων και την προσπάθεια περιορισμού της οικονομικής εξάρτησης από ξένα συμφέροντα. Απέναντι σε αυτή την πολιτική αναπτύχθηκε μια ισχυρή εσωτερική αντιπολίτευση, την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες ενίσχυσαν οικονομικά και πολιτικά. Έτσι, όταν ο Γκουσμάν φτάνει στο πραξικόπημα, αυτό δεν εμφανίζεται σαν κάτι που γεννήθηκε ξαφνικά το πρωί της 11ης Σεπτεμβρίου 1973, αλλά ως αυτό που πραγματικά υπήρξε: το αποτέλεσμα μιας λυσσαλέας -διαχρονικά λυσσαλέας- προσπάθειας των ΗΠΑ, που υπάγεται φυσικά στην ιμπεριαλιστική πολιτική τους, να μην υπάρξει λαός έξω από την επιρροή τους, να μην υπάρξει λαός που να αποφασίζει ο ίδιος για την πολιτική του διακυβέρνηση.

Ανάμεσα στα ντοκιμαντέρ που ακολουθούν μετά την τριλογία «Η Μάχη της Χιλής», περνώντας στο μεταγενέστερο έργο του Γκουσμάν, βλέπουμε το ενδιαφέρον του να μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε μια ιχνηλάτηση των αποτυπωμάτων της δικτατορίας του Πινοσέτ. Μιας δικτατορίας που, όπως όλες οι δικτατορίες, δεν συγχωρεί εκείνους που αντιστέκονται, δεν συγχωρεί εκείνους που δεν υποτάσσονται, δεν συγχωρεί εκείνους που δεν συγχωρούν και τους τιμωρεί. Και η πιο σκληρή τιμωρία δεν είναι μόνο η θανάτωσή τους, αλλά κάτι πολύ περισσότερο: η εξαφάνισή τους, έτσι ώστε με τον καιρό η λήθη να σκεπάσει τα πάντα και η ιστορία να ξαναγραφτεί με τον τρόπο εκείνων που τη στραγγάλισαν.
Ο Γκουσμάν λοιπόν, επιστρέφει ξανά στο παρελθόν και αναζητά, μαζί με τους συγγενείς των θυμάτων που δολοφονήθηκαν, στοιχεία που θα μπορούσαν να συναρμολογήσουν ξανά την αληθινή ιστορία, να δικαιώσουν τον αγώνα των αγωνιστών και να απαλύνουν τον πόνο των συγγενών που αναζητούν τους δικούς τους ανθρώπους.

Ένα μαργαριταρένιο κουμπί μπορεί να ζωντανέψει αυτές τις μνήμες, φωτίζοντας και άλλους νεκρούς που χάθηκαν από τον ιμπεριαλισμό στην Παταγονία -αναφέρομαι στους ιθαγενείς- ή ρίχνοντας φως σε εκείνα τα ορυχεία χαλκού που τον 19ο αιώνα χρησιμοποιούσαν τους ντόπιους σαν δούλους για την εξόρυξή του και που τον 20ο αιώνα μετατράπηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και θανάτου των αντιστασιακών κατά του Πινοσέτ.
«Η Χιλή κρατά τα μυστικά της. Ο κόσμος δεν γνωρίζει τι έχει συμβεί στη Χιλή, οι ίδιοι οι Χιλιανοί προτιμούν να ξεχάσουν την ιστορία τους, να την κρύψουν σ’ ένα ντουλάπι, να την απωθήσουν. Ζούμε σε μια τεχνητή ζωή, τα media δεν μιλούν ποτέ για το παρελθόν της χώρας, που είναι όμως, τόσο πρόσφατο. Είναι μια χώρα που υπερίπταται στον αέρα, δεν έχει μια βάση για να στηριχτεί. Είναι μια παράξενη χώρα», ανέφερε κάποτε σε μία συνέντευξή του ο σκηνοθέτης.
Και ίσως ακριβώς γι’ αυτό, στο «Νοσταλγώντας το Φως», αναζητείται εκείνο το φως που δεν επιτρέπει μόνο στον αστρονόμο να φωτίσει το παρελθόν της δημιουργίας του σύμπαντος που μας περιβάλλει, αλλά και εκείνο το φως που θα στρέψει το τηλεσκόπιο προς τα κάτω, για να φωτίσει τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν σε βάρος των ανθρώπων που απλώς ζητούσαν και αγωνίζονταν να φτιάξουν, να ομορφύνουν τη ζωή τους. Ζητείται εκείνο το φως που όταν πέσει πάνω στη σκόνη, στα οστά, στα ίχνη που άφησε πίσω της η βία, δεν θα τα αφήσει να χαθούν μέσα στη λήθη. Εκείνο το φως που έχει τη δύναμη να ξαναφέρει στην επιφάνεια τις μνήμες των ανθρώπων που εξαφανίστηκαν και να δώσει φωνή σε εκείνους που επιχειρήθηκε να εξαφανιστούν όχι μόνο από τη ζωή αλλά και από την ίδια την ιστορία. Αναζητείται εκείνο το φως που νοσταλγεί η μνήμη, γιατί μέσα από αυτό «ζωντανεύουν» ξανά οι άνθρωποί της.
Είναι πολύ δύσκολο, σε ένα άρθρο, να συμπεριλάβεις το τεράστιο έργο ενός από τους καλύτερους, κατά τη γνώμη μου, ντοκιμαντερίστες όλων των εποχών. Μην χάσετε την ευκαιρία, όταν σας δοθεί, να παρακολουθήσετε τα ντοκιμαντέρ του.

Ο άνθρωπος που πριν από λίγες μέρες εγκατέλειψε τον κόσμο μας, ο Πατρίσιο Γκουσμάν -και που ίσως κάπου να είναι κι αυτός μια κουκκίδα μέσα σε εκείνη την αστρική σκόνη που έλουζε το «Νοσταλγώντας το Φως»-είχε πει κάτι πολύ σπουδαίο σε εκείνο το ντοκιμαντέρ. Κάτι που προσωπικά μου έμεινε χαραγμένο και επηρέασε ακόμη περισσότερο τη ματιά μου απέναντι στα γεγονότα και την προσπάθειά μου, πίσω από καθετί που μου προσφέρεται ως δεδομένο, να αναζητώ την ιστορία του:
«Όσοι έχουν μνήμη μπορούν και ζουν στον εύθραυστο παρόντα χρόνο. Όσοι δεν έχουν, δεν ζουν πουθενά».
Καλό του ταξίδι.
