«Άμνετ / Hamnet» της Κλόι Ζάο (2026)

«Άμνετ»: Να με θυμάσαι…

Το κείμενο που ακολουθεί περιέχει σημαντικά spoilers για την ταινία.

Γύρω στο 1596, ένα αγόρι πεθαίνει στο Στράτφορντ του Ουόρικσερ, στην Αγγλία. Ο θάνατός του θα αποτελέσει, αιώνες αργότερα, την πηγή έμπνευσης για το μυθιστόρημα «Άμνετ» της Μάγκι Ο’Φάρελ (κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Ψυχογιός, σε μετάφραση του Αύγουστου Κορτώ) στο οποίο η συγγραφέας επιχειρεί να ανασυνθέσει, μέσα από όσα ιστορικά στοιχεία έχουν διασωθεί, τη ζωή του Άμνετ Σαίξπηρ και της οικογένειάς του. Ωστόσο, η ιστορική ακρίβεια δεν αποτελεί τον βασικό στόχο του έργου. Είτε πρόκειται για τον πραγματικό Άμνετ είτε για ένα ανώνυμο παιδί, ένα από τα χιλιάδες θύματα της επιδημίας πανώλης που έπληξε την Αγγλία στα τέλη του 16ου αιώνα, η αφήγηση αποκτά μια πανανθρώπινη διάσταση, υπερβαίνοντας τα όρια του χώρου και του χρόνου. 

Στο μυθιστόρημα αυτό βασίζεται και η κινηματογραφική μεταφορά «Άμνετ». Στον πυρήνα της βρίσκεται η απώλεια. Όχι μια οποιαδήποτε απώλεια, αλλά η απώλεια ενός παιδιού. Στην ιστορία της ανθρωπότητας ο θάνατος υπήρξε πάντοτε το κατεξοχήν ανερμήνευτο φαινόμενο, γύρω από το οποίο αναπτύχθηκαν θρησκείες, φιλοσοφικά ρεύματα και ποικίλες θεωρίες, στην προσπάθεια του ανθρώπου να κατανοήσει και να συμβιβαστεί με το αναπόφευκτο του τέλους. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ταινία δεν αφηγείται απλώς την ιστορία μιας οικογένειας που πενθεί, αλλά μετατρέπει το προσωπικό δράμα σε ένα καθολικό ανθρώπινο βίωμα.

Τρεις σπαρακτικές κραυγές ακούμε σε όλη τη διάρκεια της ταινίας από την Άγκνες, τη μητέρα του Άμνετ. Οι δύο ακούγονται όταν γεννά τα παιδιά της και η τρίτη όταν χάνει το ένα από τα δίδυμά της. Τον πόνο που τον ακολουθεί η ζωή και τον άλλον τον αγιάτρευτο πόνο που μετά από αυτόν, ακολουθεί το τίποτα, το κενό που παραμένει τεράστιο και δεν καλύπτεται, γιατί το σχήμα και τα όριά του παραμένουν απροσδιόριστα. 

Η πρώτη μορφή πόνου, ο πόνος της γέννας, οδηγεί στη ζωή και σε κάνει να συνειδητοποιείς ακόμη περισσότερο την αξία του να ζεις. Μέσα στη ζωή συνυπάρχουν το εύκολο με το δύσκολο, η οδύνη με τη χαρά. Με κάποιον τρόπο εναρμονίζονται σε τέτοιες δόσεις, ώστε να σε κάνουν να νιώθεις αυτό το συναίσθημα αγαλλίασης που γεννά η ισορροπία της φύσης. Μια αρμονία που η Άγκνες δείχνει να κατανοεί πολύ καλά, γιατί η ίδια είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη φύση. Συνομιλεί με τα φυτά, με τα ζώα του δάσους, με τα πουλιά, με τα μελίσσια της, με τα δέντρα. Αφουγκράζεται τους ήχους του δάσους, των φυλλωμάτων, κατανοεί τις διαφορές τους από μέρα σε μέρα και από εποχή σε εποχή. Παρόλο που η διαφορετικότητά της δεν είναι ανεκτή στην εποχή της -κάθε εποχή έχει τις δικές της μη ανεκτές διαφορετικότητες-στα μάτια των άλλων είναι η «ζαβή», η μάγισσα, το ξωτικό που κανένας δεν θέλει στο σπίτι του. Παρ’ όλα αυτά, διαθέτει τη σοφία που σπούδασε στη φύση, τη σοφία του να παρατηρεί, να αφουγκράζεται, να νιώθει και, με τον τρόπο αυτό, να προβλέπει, όχι με την έννοια της μάντισσας, αλλά του ανθρώπου που μπορεί να διαισθανθεί τη διατάραξη της ισορροπίας στη φύση. Υπό αυτή την έννοια, νιώθει εντελώς ανήμπορη και χάνει και η ίδια το έρμα της όταν ο θάνατος της παίρνει το παιδί. Αυτό δεν ταιριάζει με την αρμονία που διδάχθηκε από τη φύση. Πώς αναπληρώνεται το κενό; Πώς αποκαθίσταται μια ισορροπία, έστω και στοιχειώδης; Πώς, δηλαδή, συνεχίζεις να ζεις όταν όλο σου το είναι λαχταράει το χαμένο σου παιδί; Πώς να κατανοήσεις το άδικο μιας τέτοιας απώλειας; Πώς να το χωρέσει ο νους της και σε ποιον να μιλήσει για τον πόνο της, όταν το ίδιο φορτίο επωμίζονται ο πατέρας και οι αδελφές, αναζητώντας ο καθένας και η καθεμία τους, τους δικούς τους τρόπους αντιμετώπισης ενός τέτοιου συγκλονιστικού γεγονότος;

Η Άγκνες αναζητά απαντήσεις στη φύση και πλέον δεν μπορεί να τις βρει. Ο Γουίλ ο πατέρας του μικρού Άμνετ,-ο άνθρωπος του θεάτρου, συγγραφέας και ηθοποιός μαζί- τις αναζητά αλλού. Ο Γουίλ δεν συνομιλεί με τη φύση. Συνομιλεί με το μυαλό του, με τα διαβάσματά του, με τις δημιουργίες του νου. Συνομιλεί με το θέατρο, με έναν άλλον κόσμο που τον τραβάει μακριά από τις καθημερινές έγνοιες, μακριά από τη μιζέρια της καθημερινότητας και της τριβής με ανθρώπους με τους οποίους δεν θέλει να σχετίζεται, ακόμη κι αν ανήκουν στην ίδια του την οικογένεια, όπως ο δικός του πατέρας-δυνάστης, για τον οποίο η αξία του γιου μετριέται από τα χρήματα που μπορεί να φέρει στο σπίτι. Μέσα από τις ιστορικές περιπέτειες που γράφει για τον θίασό του και μέσα από τις κωμωδίες του, μπορεί να ξεχάσει ό,τι τον πικραίνει. Μετά την απώλεια του γιου του απομακρύνεται από τη γυναίκα του. Όχι γιατί δεν την αγαπά, αλλά γιατί νιώθει να έλκεται από το βάθος του πένθους της, και ταυτόχρονα, νιώθει πως αν αφεθεί να παρασυρθεί από αυτό, το ρεύμα του θα τον τραβήξει στον βυθό, από όπου δεν θα μπορέσει να αναδυθεί ποτέ ξανά. Πρέπει να κρατήσει τον εαυτό του όρθιο για να επιβιώσει, γιατί αν βουλιάξει, θα πάρει μαζί του όλα τα αγαπημένα του πρόσωπα. Ακόμη και τον νεκρό του γιο, που μέσα στο βούλιαγμα του πατέρα θα χαθεί οριστικά για δεύτερη φορά. Γιατί και ο ίδιος, στο βάθος της ύπαρξής του, δεν μπορεί να πιστέψει ότι ο γιος του έφυγε τόσο ξαφνικά. Πρέπει, μέσα από την οδύνη του, να βρει έναν τρόπο να τον ξαναζωντανέψει. 

Σε αυτή τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στη ζωή και τον φυσικό θάνατο έρχεται η τέχνη. Η σκηνοθέτιδα φέρνει τους δύο ήρωές της, τον πατέρα και τη μητέρα, να συναντηθούν ουσιαστικά. Γιατί οι δυσκολότερες συναντήσεις είναι εκείνες που πραγματοποιούνται μπροστά σε ένα κοινό, ανυπέρβλητο εμπόδιο. Διαφορετικά, ο καθένας χαράζει τη δική του πορεία, με αποτέλεσμα οι δρόμοι να χωρίζουν και οι σχέσεις να διαλύονται.Ο πατέρας αναζητά τον γιο του και τον βρίσκει γράφοντας γι’ αυτόν. Και όχι απλώς γράφοντας, αλλά βιώνοντας τον θάνατο του γιου του μέσα από τη μορφή του νεκρού πατέρα, ο οποίος στον «Άμλετ» εμφανίζεται ως φάντασμα. Και εκεί, μέσα στο κατάμεστο θέατρο, η Άγκνες καταλαβαίνει αυτό που μόνη της δεν μπορούσε να δει, αυτό που παρέμενε ένας αβάσταχτος πόνος μέσα της, κάθε μέρα, κάθε στιγμή, αυτό που ο χρόνος δεν μπορούσε να επουλώσει. Καταλαβαίνει πως ο πατέρας παίρνει τον θάνατο του γιου τους και τον κάνει δικό του. Πως αυτό που, στο νεκρικό κρεβάτι του παιδιού της, είχε ευχηθεί τόσες φορές -να έπαιρνε ο Χάρος εκείνη αντί για τον γιο της-γίνεται πάνω στο θεατρικό σανίδι. Και, για μια στιγμή, βλέπει και τους δυο τους εκεί: τον νεκρό της γιο να ζωντανεύει και τον ζωντανό πατέρα να πεθαίνει.

Πού θα μπορούσε να συμβεί αυτό; Πουθενά. Μόνο πάνω στη σκηνή.

Είναι νίκη του ανθρώπου απέναντι στον θάνατο; Όχι.

Η Άγκνες, λίγα μέτρα πιο μακριά από τη σκηνή του θεάτρου, απλώνει το χέρι της για να δείξει ότι τους βλέπει, διαπερνώντας το κενό ανάμεσα στο θέατρο και την αληθινή ζωή. Και τότε τα εκατοντάδες χέρια που απλώνονται από το ετερογενές κοινό -ένα κοινό που έχει έρθει να δει την παράσταση, έχει απορροφηθεί από αυτήν και τη βιώνει, ξυπνώντας τα δικά του τραύματα, τις δικές του απώλειες, τις δικές του οδύνες-ανοίγουν τον δρόμο που, μέσα από τον θάνατο, οδηγεί ξανά στη ζωή, καταφέρνοντας να ζωντανέψουν εκείνο που έχει χαθεί.

Και αυτό βρίσκεται σε τρεις μόνο λέξεις:

«Να με θυμάσαι.»

Άραγε, χάνεται ποτέ πραγματικά κάποιος όσο η θύμησή του παραμένει ζωντανή μέσα μας;  

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: