Κυριακή πρωί μ’ ένα ποίημα: «Ένας γέροντας στην ακροποταμιά» του Γιώργου Σεφέρη
“Αν είναι ανθρώπινος ο πόνος δεν είμαστε άνθρωποι μόνο για να πονούμε
γι’ αυτό συλλογίζομαι τόσο πολύ, τούτες τις μέρες, το μεγάλο ποτάμι…”
Ο Γιώργος Σεφέρης, πραγματικό όνομα Γιώργος Σεφεριάδης, γεννήθηκε στις 29 Φεβρουαρίου / 13 Μαρτίου του 1900, στη Σμύρνη της Μικράς Ασίας.
Στην αρχή του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, το 1914, η οικογένειά Σεφεριάδη, μετακόμισε στην Αθήνα. Εκεί ο Σεφέρης τελειώνει το Γυμνάσιο.
Σπούδασε Νομικά στο Παρίσι, ως το 1924. Όμως, νωρίτερα, από το 1918, ο Σεφέρης θα εκδηλώσει την αγάπη του για την ποίηση και άρχισε να γράφει.
Από το 1926 μέχρι το 1962, σταδιοδρόμησε στο διπλωματικό κλάδο, υπηρετώντας το Υπουργείο Εξωτερικών και σε διάφορες χώρες. Όταν αποσύρθηκε από τη διπλωματική σταδιοδρομία, αφιερώνεται ολοκληρωτικά στο λογοτεχνικό έργο του, μέχρι το θάνατό του.
Έφυγε από τη ζωή στις 20 Σεπτεμβρίου του 1971 στην Αθήνα και η κηδεία του, εν μέσω δικτατορίας και μετά τη γνωστή δήλωσή του, προσέλαβε χαρακτήρα διαμαρτυρίας εναντίον του καθεστώτος της χούντας.
Ο Γιώργος Σεφέρης είναι ο πρώτος Έλληνας που τιμήθηκε το 1963, με το βραβείο Νόμπελ της Λογοτεχνίας.
Έργα του: Στροφή (1931), Η στέρνα (1932), Μυθιστόρημα (1935), Γυμνοπαιδία (1938), Τετράδιο Γυμνασμάτων (1928 – 1937), Ο κ. Στράτης Θαλασσινός, Σχέδια για ένα καλοκαίρι, Ημερολόγιο Καταστρώματος Α’, Ημερολόγιο Καταστρώματος Β ‘, «Κίχλη» (1947), Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ’, Τρία κρυφά ποιήματα (1966 –Πάνω σε μια χειμωνιάτικη αχτίνα, Επί σκηνής, Θερινό ηλιοστάσι), Τετράδιο Γυμνασμάτων Β’ (1976, μετά θάνατον).
Έγραψε δοκίμια, μυθιστορήματα και μετέφρασε κυρίως έργα του Τόμας Έλιοτ (Η έρημη χώρα κ.ά.)
Το ποίημα «Ένας γέροντας στην ακροποταμιά», εμπεριέχεται στο «Ημερολόγιο Καταστρώματος, Β’» και από το βιβλίο Γιώργος Σεφέρης “Ποιήματα” (δέκατη πέμπτη έκδοση – εκδ. Ίκαρος)
Ένας γέροντας στην ακροποταμιά
Στον Νάνη Παναγιωτόπουλο
Κι όμως πρέπει να λιγαριάσουμε πώς προχωρούμε.
Να αισθάνεσαι δε φτάνει μήτε να σκέπτεσαι μήτε να κινείσαι
μήτε να κινδυνεύει το σώμα σου στην παλιά πολεμίστρα,
όταν το λάδι ζεματιστό και το λιωμένο μολύβι αυλακώνουνε τα τειχιά.Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε κατά πού προχωρούμε,
όχι καθώς ο πόνος μας το θέλει και τα πεινασμένα παιδιά μας
και το χάσμα της πρόσκλησης των συντρόφων από τον αντίπερα γιαλό·
μήτε καθώς το ψιθυρίζει το μελανιασμένο φως στον πρόχειρο νοσοκομείο,
το φαρμακευτικό λαμπύρισμα στο προσκέφαλο του παλικαριού που χειρουργήθηκε το μεσημέρι·
αλλά με κάποιον άλλο τρόπο, μπορεί να θέλω να πω καθώς
το μακρύ ποτάμι που βγαίνει από τις μεγάλες λίμνες τις κλειστές βαθιά στην Αφρική
και ήτανε κάποτε θεός κι έπειτα γένηκε δρόμος και δωρητής και δικαστής και δέλτα·
που δεν είναι ποτές του το ίδιο, κατά που δίδασκαν οι παλαιοί γραμματισμένοι,
κι ωστόσο μένει πάντα το ίδιο σώμα, το ίδιο στρώμα, και το ίδιο Σημείο,
ο ίδιος προσανατολισμός.Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη.
Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές που σιγά-σιγά βουλιάζει
και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε από τα μαλάματα το πρόσωπό της
κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά.Αν είναι ανθρώπινος ο πόνος δεν είμαστε άνθρωποι μόνο για να πονούμε
γι’ αυτό συλλογίζομαι τόσο πολύ, τούτες τις μέρες, το μεγάλο ποτάμι
αυτό το νόημα που προχωρεί ανάμεσα σε βότανα και χόρτα
και ζωντανά που βόσκουν και ξεδιψούν κι ανθρώπους που σπέρνουν και που θερίζουν
και σε μεγάλους τάφους ακόμη και μικρές κατοικίες των νεκρών.
Αυτό το ρέμα που τραβάει το δρόμο του και που δεν είναι τόσο διαφορετικό από το αίμα των ανθρώπων
κι από τα μάτια των ανθρώπων όταν κοιτάζουν ίσια-πέρα χωρίς το φόβο μες στην καρδιά τους,
χωρίς την καθημερινή τρεμούλα για τα μικροπράγματα ή έστω και για τα μεγάλα·
όταν κοιτάζουν ίσια-πέρα καθώς ο στρατοκόπος που συνήθισε ν’ αναμετρά το δρόμο του με τ’ άστρα,
όχι όπως εμείς, την άλλη μέρα, κοιτάζοντας το κλειστό περιβόλι στο κοιμισμένο αράπικο σπίτι,
πίσω από τα καφασωτά, το δροσερό περιβολάκι ν’ αλλάζει σχήμα, να μεγαλώνει και να μικραίνει·
αλλάζοντας καθώς κοιτάζαμε, κι εμείς, το σχήμα του πόθου μας και της καρδιάς μας,
στη στάλα του μεσημεριού, εμείς το υπομονετικό ζυμάρι ενός κόσμου που μας διώχνει και που μας πλάθει,
πιασμένοι στα πλουμισμένα δίχτυα μιας ζωής που ήτανε σωστή κι έγινε σκόνη και βούλιαξε μέσα στην άμμο
αφήνοντας πίσω της μονάχα εκείνο το απροσδιόριστο λίκνισμα που μας ζάλισε μιας αψηλής φοινικιάς.Κάιρο, 20 Ιουνίου ’42
“Κυριακή πρωί μ’ ένα ποίημα”: Δείτε όλα τα ποιήματα εδώ.
