«Το θέατρο μπορεί να γίνει φως που αποκαλύπτει, που ζεσταίνει, που καθοδηγεί…Και αυτό το φως αξίζει να το δίνουμε στα παιδιά…»

Με επιτυχία πραγματοποιήθηκε η εκδήλωση-βιβλιοπαρουσίαση, στο Κερατσίνι, για το βιβλίο του Θανάση Ν. Καραγιάννη “Το θέατρο για παιδιά και ενήλικες. Ιστορικές, θεωρητικές και ιδεολογικές αναζητήσεις στο σχολικό, ερασιτεχνικό, επαγγελματικό θέατρο” (ΒΙΝΤΕΟ-ΦΩΤΟ)

Εκδήλωση/Βιβλιοπαρουσίαση στο Κερατσίνι για το βιβλίο του Θανάση Ν. Καραγιάννη

Το Θέατρο για παιδιά και ενήλικες

ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ, ΘΕΩΡΗΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΝΑΖΗΤΗΣΕΙΣ

ΣΤΟ ΣΧΟΛΙΚΟ, ΕΡΑΣΙΤΕΧΝΙΚΟ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ

Εκδοτικός Οίκος Κ. & Μ. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη 2023, σελ. 772

Μετά από την πρόσκληση του Δ.Σ. του Συλλόγου Εκπαιδευτικών Π.Ε. Κερατσινίου-Περάματος «Νίκος Πλουμπίδης», πλήθος γονιών και εκπαιδευτικών κατέκλυσε την αίθουσα εκδηλώσεων του 3ου Δημ. Σχολείου Κερατσινίου, την Τρίτη, 3.2.2026. Η εκδήλωση άρχισε στις 17.30΄ και ολοκληρώθηκε περίπου τρεις ώρες αργότερα.

Μετά από το προλόγισμα του Προέδρου του ενλόγω Συλλόγου Εκπαιδευτικών Π.Ε., κ. Βασίλη Βατίστα, ο οποίος αναφέρθηκε στην αξία της διδασκαλίας του θεάτρου και της ενγένει καλλιτεχνικής αγωγής στο σύγχρονο σχολείο και στους στόχους που θέτει για την επίτευξη οργάνωσης και λειτουργίας ενός πολύ καλύτερου σχολείου το ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα των εκπαιδευτικών, τον λόγο πήρε η κ. Ιωάννα Μενδρινού, Δρ. Θεατρολογίας-Παιδαγωγικής και Συγγραφέας, η οποία παρουσίασε το βιβλίο του Δρ, Θανάση Ν. Καραγιάννη, Το Θέατρο για παιδιά και ενήλικες, με θέμα της ομιλίας της: «Το θέατρο για παιδιά και ενήλικες ως πεδίο ιστορικού και παιδαγωγικού αναστοχασμού»:

«Το θέατρο, ως καλλιτεχνική και κοινωνική πρακτική, δεν περιορίζεται στα όρια της σκηνής ούτε εξαντλείται στην αισθητική εμπειρία, όπως αναδεικνύεται άλλωστε στη μακραίωνη πορεία του. Συνιστά κοινωνικό γεγονός, πολιτισμικό φαινόμενο,  και βαθιά μορφωτική /παιδευτική διαδικασία· έναν ζωντανό χώρο συνάντησης της τέχνης με τη συλλογική μνήμη, την ιδεολογία και την κοινωνική συνείδηση. Συγχρόνως, αναγνωρίζεται ως τόπος σημείωσης της πραγματικότητας κάθε εποχής, αλλά και προβολής κυρίαρχων ή αντιστικτικών ιδεών, αξιών και στάσεων· ένα πεδίο, εντέλει, όπου η τέχνη δεν απομονώνεται από το κοινωνικό γίγνεσθαι, αλλά βρίσκεται σε διαρκή και ενεργό διάλογο μαζί του.

Η πολυδιάστατη φύση του θεάτρου -επαγγελματικού ή ερασιτεχνικού- αποκτά επιπροσθέτως ιδιαίτερη παιδαγωγική βαρύτητα στην περίπτωση του Θεάτρου για παιδιά και νέους. Στην περίπτωση αυτή,  το θέατρο συνομιλεί με έναν θεατή που διαμορφώνεται, μαθαίνει να βλέπει, να αισθάνεται και να ερμηνεύει τον κόσμο.

Σε αυτό το σύνθετο και απαιτητικό πεδίο εντάσσεται το βιβλίο του Θανάση Ν. Καραγιάννη Το Θέατρο για παιδιά και ενήλικες. Ιστορικές, Θεωρητικές και Ιδεολογικές Αναζητήσεις στο Σχολικό, Ερασιτεχνικό, Επαγγελματικό Θέατρο (Εκδόσεις Σταμούλη, 2023). Πρόκειται για έναν εκτενή τόμο 768 σελίδων, ο οποίος συγκεντρώνει και οργανώνει 85 κείμενα –αδημοσίευτα και δημοσιευμένα ή αναδημοσιευμένα– καλύπτοντας ένα ευρύ φάσμα θεατρολογικών, παιδαγωγικών και ιδεολογικών ζητημάτων. Το έργο προσφέρει μια πανοραμική και τεκμηριωμένη αποτύπωση της διαχρονικής πορείας του θεάτρου στην Ελλάδα, με έμφαση σε λιγότερο φωτισμένες, αλλά καίριες, εκφάνσεις του.

Το παρόν άρθρο προσεγγίζει το βιβλίο όχι μόνο ως σημαντική επιστημονική συμβολή, αλλά και ως πεδίο ιστορικού και παιδαγωγικού αναστοχασμού. Μέσα από την παρουσίαση της δομής και των θεματικών ενοτήτων του τόμου, με ιδιαίτερη έμφαση στο θέατρο για παιδιά και στο σχολικό θέατρο, αναδεικνύεται η σημασία του έργου του Θ. Καραγιάννη για τη θεατρολογική έρευνα, την εκπαίδευση και τη σύγχρονη πολιτισμική συζήτηση.

Η πολυδιάστατη φύση του θεάτρου για παιδιά και νέους

Το θέατρο για παιδιά και νέους, όπως και το σχολικό και μαθητικό θέατρο, θεμελιώνεται στο δικαίωμα της καθολικής πρόσβασης στον πολιτισμό και στις τέχνες. Είτε προσφέρεται από επαγγελματίες σε παιδιά είτε παράγεται με τη συμμετοχή τους, συγκροτείται ως καλλιτεχνική πρακτική με εγγενή διττή υπόσταση: αποτελεί υψηλών απαιτήσεων καλλιτεχνικό προϊόν και ταυτόχρονα, παιδαγωγική πράξη με ισχυρό προσωπικό και κοινωνικό αντίκτυπο. Δεν λειτουργεί διδακτικά με την παραδοσιακή έννοια, αλλά δημιουργεί εμπειρίες, καλλιεργεί συναισθήματα και διαμορφώνει στάσεις ζωής, διασυνδέοντας την αισθητική ποιότητα με την παιδαγωγική ευθύνη.

Υπό αυτή την οπτική, το πόνημα του χαλκέντερου ερευνητή, συγγραφέα και εκπαιδευτικού, Θ. Καραγιάννη αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Το έργο του δεν περιορίζεται σε μια αποσπασματική καταγραφή, αλλά φωτίζει ιστορικά, θεωρητικά και ιδεολογικά το πεδίο, με αναφορές που εκτείνονται από τις αρχές του 20ού αιώνα έως τις σύγχρονες θεατρικές και εκπαιδευτικές πρακτικές. Παράλληλα, λειτουργεί ως εφαλτήριο για την επανατοποθέτηση κρίσιμων ερωτημάτων: ποιο θέατρο επιδιώκουμε, ποιο θέατρο προσφέρουμε εντέλει στα παιδιά και ποιος είναι ο ρόλος της σκηνικής πράξης στην εκπαίδευση σήμερα.

Δομή και περιεχόμενα του τόμου

Ο τόμος δεν αποτελεί ένα ενιαίο μονοθεματικό σύγγραμμα. Η ίδια η δομή του μαρτυρά τον σύνθετο χαρακτήρα του και οργανώνεται σε πέντε διακριτές αλλά εσωτερικά αλληλοσυμπληρούμενες ενότητες.

Η πρώτη περιλαμβάνει δοκίμια, άρθρα και εισηγήσεις με θεωρητικές και ιστορικές προσεγγίσεις για το σχολικό θέατρο, τη δραματουργία για παιδιά και τη θεατρική παιδεία. Η δεύτερη συγκεντρώνει δεκατρείς θεατρικές κριτικές παραστάσεων του επαγγελματικού και ερασιτεχνικού θεάτρου για ενήλικο κοινό, τις οποίες κατέθεσε ο συγγραφέας κατά την περίοδο 2009–2019. Η τρίτη ενότητα περιλαμβάνει τριάντα πέντε βιβλιοπαρουσιάσεις που χαρτογραφούν το επιστημονικό και εκδοτικό τοπίο της θεατρολογικής έρευνας στην Ελλάδα, καλύπτοντας ένα ευρύ χρονολογικό φάσμα: από τα τέλη του 1980 έως τις αρχές της τρίτης δεκαετίας του 21ου αιώνα. Η τέταρτη φιλοξενεί συνεντεύξεις σημαντικών θεωρητικών και δημιουργών του θεάτρου για παιδιά, του θεάτρου σκιών και του ερασιτεχνικού θεάτρου. Τέλος, η πέμπτη ενότητα περιλαμβάνει κείμενα πολιτισμικού και εκπαιδευτικού χαρακτήρα, με ιδιαίτερη βαρύτητα στο Ρωμαίικο Ερασιτεχνικό και Σχολικό Θέατρο της Κωνσταντινούπολης.

Η πολυμορφία αυτή δεν συνιστά αδυναμία· αντιθέτως, συγκροτεί επιστημονικό πλούτο. Όπως επισημαίνεται στον πρόλογο του τόμου από την Ομότιμη Καθηγήτρια του ΕΚΠΑ, Χρυσόθεμις Σταματοπούλου-Βασιλάκου, πρόκειται για μια miscellanea: έναν συγκεντρωτικό τόμο επιλεγμένων μελετών οι οποίες, μέσα από τη νέα τους οργάνωση, αποτυπώνουν τη διαχρονική πνευματική διαδρομή του μελετητή και συγκροτούν ένα ενιαίο σώμα σκέψης.

Μια σύντομη περιήγηση στα περιεχόμενα του τόμου αποκαλύπτει κείμενα που αναδεικνύουν το εύρος της έκδοσης, τη μεθοδολογική και ιδεολογική συγκρότηση του συγγραφέα και θεματικές ξεχωριστού ενδιαφέροντος, που αξίζει να επισημανθούν.

Ενδεικτικά στην πρώτη ενότητα του τόμου, ξεχωρίζει η μελέτη που εστιάζει στη δραματουργική παραγωγή με θέμα τον Αθανάσιο Διάκο, εμπλουτίζοντας τη σχετική βιβλιογραφία με νέες πηγές σε έναν θεματικό άξονα της ελληνικής ιστορίας -και ειδικότερα της Επανάστασης του 1821- για τον οποίο το καλλιτεχνικό, εκπαιδευτικό και θεατρολογικό ενδιαφέρον εμφανίζει αισθητή υποχώρηση κατά τη μεταπολιτευτική περίοδο. Εξίσου σημαντικά είναι τα πέντε κείμενα που αφορούν το ποιητικό και δραματουργικό έργο του Βασίλη Ρώτα, το ιδεολογικό του στίγμα και τη συμβολή του στο σχολικό θέατρο, τα οποία λειτουργούν συμπληρωματικά προς την ήδη κατατεθειμένη μονογραφική έρευνα του Θ. Καραγιάννη. 

Στην ίδια ενότητα περιλαμβάνεται, ακόμη, μελέτη αφιερωμένη στον Μπέρτολτ Μπρεχτ και στο διδακτικό–διαλεκτικό του έργο για παιδιά και εφήβους, καθώς και τρία κείμενα που εξετάζουν κρίσιμα παιδαγωγικά και ιδεολογικά ζητήματα της δεκαετίας 1940–1949. Ζητήματα όπως η αστική ιδεολογία και προπαγάνδα, ο αντικομμουνισμός, η θρησκοληψία, ο εθνικισμός και ο ανορθολογισμός αναλύονται σε συνάρτηση με το ιστορικό και κοινωνικό τους πλαίσιο, αναδεικνύοντας τη λειτουργία του θεάτρου ως πεδίου ιδεολογικής διαπραγμάτευσης. Η ενότητα συμπληρώνεται από κείμενο που αφορά το θέατρο για εφήβους στις αρχές του 21ου αιώνα, με έμφαση στις σύγχρονες θεματολογικές και ιδεολογικές του κατευθύνσεις.

Οι επόμενες ενότητες του τόμου διευρύνουν περαιτέρω το ερευνητικό πεδίο. Ειδικότερα η τρίτη, με τις βιβλιοπαρουσιάσεις σημαντικών μελετών και έργων εφαρμοσμένου θεάτρου, παρέχει έναν συνεκτικό βιβλιογραφικό οδηγό για θεατρολόγους, ερευνητές, καλλιτέχνες και εκπαιδευτικούς, στον οποίο αποτυπώνεται ανάγλυφα η εξελικτική πορεία της θεατρολογικής έρευνας στην Ελλάδα. Περιλαμβάνονται, ενδεικτικά, παρουσιάσεις βιβλίων εμβληματικών προσωπικοτήτων, όπως των Χάρη Σακελλαρίου, Βασίλη Ρώτα, Ελένης Θεοχάρη-Περάκη, ή μελέτες σύγχρονων ερευνητών -μεταξύ των οποίων οι Θόδωρος Γραμματάς, Βάλτερ Πούχνερ, Μαίρη Δημάκη-Ζώρα, Κυριακή Πετράκου και Χρυσόθεμις Σταματοπούλου Βασιλάκου- που συνέβαλαν στην προαγωγή της συστηματικής έρευνας. Η συμβολή τους υπήρξε καθοριστική για την αναβάθμιση και την προβολή της αξίας ενός θεατρικού είδους που παρέμενε καλλιτεχνικά απαξιωμένο, τουλάχιστον έως και τη δεκαετία του ’70.

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει και στο πέμπτο μέρος του τόμου, όπου περιλαμβάνονται κείμενα πολιτισμικού και εκπαιδευτικού χαρακτήρα, με ξεχωριστή τη συστηματική προσπάθεια χαρτογράφησης του Ρωμαίικου Ερασιτεχνικού και Σχολικού Θεάτρου της Κωνσταντινούπολης. Ωστόσο, κομβική θεωρείται η συμβολή της τέταρτης ενότητας, στην οποία συγκεντρώνεται σπάνιο και πολύτιμο υλικό δεκαεννέα συνεντεύξεων με σημαντικούς δημιουργούς και μελετητές. Οι μαρτυρίες αυτές  -προερχόμενες από καλλιτέχνες και ανθρώπους του θεάτρου για παιδιά, του θεάτρου σκιών και του ερασιτεχνικού θεάτρου- συνιστούν πρωτογενές υλικό υψηλής ιστορικής, παιδαγωγικής και θεατρολογικής αξίας. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν οι μαρτυρίες των Γιάννη Μποστατζόγλου, Τάκη Βαμβακίδη, Χάρη Σακελλαρίου, Δημήτρη Αδάμη, Νίκου Δαφνή, Γιάννη Καλατζόπουλου, Λάκη Κουρετζή, Νανάς Νικολάου, Φράνσης Σταθάτου και Γιάννη Φρατζεσκάκη. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν, επίσης, του Τούρκου καραγκιοζοπαίχτη Ιμπραήμ Μπαρουλάι, καθώς και του ερασιτέχνη Κωνσταντινουπολίτη ηθοποιού και σκηνοθέτη Αιμίλιου Κομβόπουλου.

Ο συγγραφέας και η ερευνητική του τοποθέτηση

Η έκδοση επισφραγίζει την πολυετή και αδιάλειπτη ερευνητική πορεία του Θανάση Καραγιάννη, ενός από τους πλέον παραγωγικούς μελετητές στο πεδίο της θεατρολογίας και των επιστημών της αγωγής. Η εργογραφία του, η οποία αριθμεί περισσότερους από τριάντα τίτλους, περιλαμβάνει εμβληματικές μελέτες για τη δραματουργία για παιδιά [Ιστορία της δραματουργίας για παιδιά στην Ελλάδα (1871-1949) και την Κύπρο (1932-1949), Σταμούλης 2011], το σχολικό θέατρο [Σχολικό θέατρο και σκηνικές οδηγίες για σχολικές παραστάσεις (1923-1974). Πρόλογοι. Θεωρητικά και πρακτικά ζητήματα. Σταμούλης 2018] και τη θεατρική κριτική (Κριτική θεάτρου για παιδιά 2007-2010. Πάραλος 2013 – 110 κριτικές· υπό επανέκδοση με την προσθήκη 30 κριτικών).  Σημείο αναφοράς, τέλος, παραμένει η μονογραφία του Ο Βασίλης Ρώτας και το θέατρο για παιδιά και εφήβους (Σύγχρονη Εποχή 2007).

Καθοριστικό στοιχείο της επιστημονικής και συγγραφικής του ταυτότητας αποτελεί η σταθερή σύνδεση της θεωρίας με την εκπαιδευτική πράξη. Η πολυετής θητεία του ως εκπαιδευτικού και σχολικού συμβούλου, σε συνδυασμό με τη συνεπή κοινωνική και πολιτική του στάση, διαμορφώνουν μια έρευνα που δεν αποκόπτεται από την πραγματικότητα, αλλά τροφοδοτείται διαρκώς από αυτήν. Η συστηματική αρχειακή αναζήτηση, η ανάδειξη αθησαύριστων πηγών και η συγκρότηση πρωτογενούς υλικού (θεατρικές κριτικές και συνεντεύξεις) μετουσιώνονται σε λόγο έγκυρο, τεκμηριωμένο και κριτικό.

Παιδαγωγικές και εκπαιδευτικές προεκτάσεις

Πέρα από τη θεατρολογική του αξία, το βιβλίο προσφέρει ουσιαστικές δυνατότητες αξιοποίησης στον χώρο της εκπαίδευσης. Τα δοκίμια για το σχολικό θέατρο μπορούν να “διαβαστούν” ως τεκμήρια της ιστορίας της ελληνικής εκπαίδευσης, καθώς αποτυπώνουν παιδαγωγικές αντιλήψεις, διδακτικές πρακτικές και ιδεολογικές μετατοπίσεις γύρω από τον ρόλο της τέχνης στο σχολείο. Αποτελούν, επομένως, εφαλτήριο αναστοχασμού για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της εκπαίδευσης, προκρίνοντας το θέατρο ως μία κατεξοχήν ενεργητική μορφή μάθησης. Επιβεβαιώνουν, σε κάθε περίπτωση, τη συμβολή του στην καλλιέργεια του αισθητικού και του θεατρικού γραμματισμού,  αλλά και της δημιουργικής, κριτικής και μεταγνωστικής σκέψης -στον αντίποδα της σημερινής, ξέφρενης τεχνολογικής ανάπτυξης και της κυριαρχίας των ψηφιακών μέσων και της τεχνητής νοημοσύνης.

Οι συνεντεύξεις λειτουργούν ως ζωντανά πολιτισμικά τεκμήρια -προφορικές μαρτυρίες ανθρώπων του θεάτρου- ιδιαίτερα χρήσιμες σε προγράμματα πολιτιστικής αγωγής και θεατρικής παιδείας. Οι θεατρικές κριτικές, τέλος, συνιστούν παραδείγματα καλλιεργημένου αισθητικού λόγου και μπορούν επίσης να συμβάλουν ουσιαστικά, στην ανάπτυξη του θεατρικού γραμματισμού και της κριτικής σκέψης. Μέσα από αυτές, ο αναγνώστης ασκείται στο πώς να παρατηρεί μία παράσταση, πώς να ερμηνεύει τη σκηνική γλώσσα και πώς να συνδέει το θεατρικό θέαμα με τα κοινωνικά και αξιακά συμφραζόμενα της εποχής του.

Συμπερασματικά

Το βιβλίο Το Θέατρο για παιδιά και ενήλικες υπερβαίνει τα όρια μιας απλής καταγραφής θεατρολογικού υλικού. Εξίσου σημαντική είναι και η παιδαγωγική του αξία, η οποία έγκειται στο ότι δεν προσφέρει έτοιμες απαντήσεις, αλλά γεννά γόνιμους προβληματισμούς· ωθεί τον αναγνώστη να θέσει εκ νέου ερωτήματα για το σχολείο, το θέατρο, αλλά και τη βαθύτερη σχέση της τέχνης με τη μάθηση και τη ζωή. Συνιστώντας ταυτόχρονα επιστημονικό σημείο αναφοράς και ανοιχτή πρόσκληση σε αναστοχασμό για τη σύνδεση της σκηνικής πράξης με την κοινωνία, το βιβλίο απευθύνεται σε εκπαιδευτικούς και ερευνητές που οραματίζονται έναν ουσιαστικό ρόλο για την τέχνη στον σύγχρονο κόσμο.»

Στη συνέχεια, πήρε τον λόγο ο κ. Άρης Μπαταγιάννης, ηθοποιός και θεατρολόγος, ο οποίος παρουσίασε, με τη σειρά του, το ενλόγω βιβλίο:

«Θα αρχίσω μ’ ένα ποίημα. 

“Στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια

Και του μιλούσανε για Δράκους και για το πιστό σκυλί

Για τα ταξίδια της Πεντάμορφης και για τον άγριο λύκο

Μα στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια

Τώρα, τα βράδια, κάθομαι και του μιλώ 

Λέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι σκοτάδι,

Του δείχνω με το χέρι τους κακούς, του μαθαίνω ονόματα σαν προσευχές, 

του τραγουδώ τους νεκρούς μας.

Α, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά.”

Αυτό το ποίημα, για όσους δεν το γνωρίζουν, ονομάζεται «Στο παιδί μου» και είναι του σπουδαίου μας ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη. Ο τελευταίος του στίχος ήρθε και σφήνωσε στο μυαλό μου, ήδη, από το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου για το οποίο έχω τη χαρά να πω δυο σκέψεις σήμερα. 

Θέατρο για παιδιά και ενήλικες λοιπόν, ο τίτλος. Ιστορικές, Θεωρητικές και Ιδεολογικές Αναζητήσεις στο Σχολικό, Ερασιτεχνικό, Επαγγελματικό Θέατρο, ο υπότιτλος.  Το πρώτο μέρος του βιβλίου απαρτίζεται από δοκίμια και άρθρα αναφορικά με σημαντικούς δραματουργούς, θεατροπαιδαγωγούς και άλλους ανθρώπους του πολιτισμού, όπως ο Βασίλης Ρώτας, ο Χάρης Σακελλαρίου, ο Πλωρίτης, Ο Αντώνης Δελώνης, ο Μπρεχτ και άλλοι. Το έργο των οποίων μπορούμε να πούμε πως διέπεται από τη θέση που βάζει και ο ποιητής. Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά.  Και στα μικρά και στα μεγάλα, θα συμπληρώσω εγώ. Το Θέατρο -και η Τέχνη εν γένει-  είναι ένας άλλος τρόπος να εξηγήσουμε τον κόσμο. Η τέχνη δεν «εξηγεί» με ορισμούς· εξηγεί με μορφές, σχήματα, εικόνες, αφηγήσεις και αναδεικνύοντας αντιφάσεις.
      Μας κάνει να κατανοούμε πριν ακόμη διατυπώσουμε λογικά το τι κατανοούμε. Ένα ποίημα του Ρίτσου, το Καπνισμένο Τσουκάλι παραδείγματος χάριν, δεν αποδεικνύει κάτι· αλλά φανερώνει μια αλήθεια για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Ασφαλώς, στον πυρήνα κάθε καλλιτέχνη, κάθε επιστήμονα και κάθε ανθρώπου που διατυπώνει μια σκέψη, συνειδητά ή μη, βρίσκεται, η φιλοσοφική του άποψη. Ο τρόπος με τον οποίον βλέπει τον κόσμο, με μια λέξη η κοσμοθεωρία του. Δεν βρισκόμαστε όμως σε μάθημα φιλοσοφίας και η πίεση του χρόνου δεν μου επιτρέπει να επεκταθώ διεξοδικώς. Θα πω μόνο επιγραμματικά πως το βασικό πρόβλημα της φιλοσοφίας είναι αυτό της σχέσης του πνεύματος με τη φύση. Τι προηγείται από το άλλο; Η ύλη ή το πνεύμα; Η απάντηση που δίνουμε σε αυτό το ερώτημα μας κατατάσσει σε μία από τις δύο κύριες κατηγορίες στους Υλιστές ή στους Ιδεαλιστές. Υπάρχει, βέβαια, και μια τρίτη κατηγορία φιλοσόφων, οι Αγνωστικιστές, που απαντάνε πως η αλήθεια είναι απροσέγγιστη για τον άνθρωπο. 

Οι υλιστές, όπως έλεγα, θεωρούν ότι η ύλη —η αντικειμενική πραγματικότητα— προηγείται και ότι η ανθρώπινη συνείδηση είναι το ανώτερο προϊόν της. Αυτό σημαίνει πως η Τέχνη, το Θέατρο και η Παιδαγωγική δεν είναι πνευματικές νησίδες έξω από την κοινωνία· είναι μορφές κοινωνικής γνώσης και δράσης που γεννιούνται μέσα σε συγκεκριμένες ιστορικές περιόδους και ανάγκες. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να φέρω στη συζήτηση δύο σημαντικές και αστείρευτες πηγές. Το έργο του Βασίλη Ρώτα και το θέατρο του Μπέρτολτ Μπρεχτ. Με τους οποίους συνομιλεί άμεσα ο πυρήνας του βιβλίου του Θανάση Καραγιάννη. 

Ο Ρώτας λοιπόν, ένας από τους σημαντικότερους λαϊκούς παιδαγωγούς και θεατρικούς ανθρώπους του τόπου μας, πίστευε βαθιά ότι τα παιδιά έχουν δικαίωμα σε ένα θέατρο που δεν τα υποτιμά. Δεν είναι τυχαίο ότι στο περίφημο βιβλίο του Θέατρο για Παιδιά —και στα σχολικά θεατρικά του έργα της δεκαετίας του ’40 και του ’50— συναντάμε ήρωες που δεν ζουν σε παραμυθένια μέρη, αλλά μέσα στις πραγματικές κοινωνικές συγκρούσεις της εποχής τους: φτώχεια, αδικία, συλλογικός αγώνας, ελευθερία.

Ο Ρώτας επέμενε πως το παιδί πρέπει να έρθει σε επαφή με την αλήθεια, όχι για να τρομάξει, αλλά για να μάθει να τη μετασχηματίζει. Γι’ αυτό και η γλώσσα του ήταν καθαρή, λαϊκή και ανεπιτήδευτη — μια γλώσσα που δεν κρύβει αλλά αποκαλύπτει. Στη σκέψη του, το παιδικό θέατρο δεν είναι χώρος φυγής, αλλά σχολείο δημοκρατίας, τόπος όπου οι μικροί θεατές δοκιμάζουν την αίσθηση της δικαιοσύνης, της αλληλεγγύης και της ευθύνης.

Αν κάτι ενώνει τον Ρώτα με τον Αναγνωστάκη —και με τον τρόπο που ο Θανάσης Καραγιάννης βλέπει το παιδικό και το εφηβικό θέατρο— είναι η θέση ότι το παιδί δεν χρειάζεται «φύκια για μεταξωτές κορδέλες». Χρειάζεται να μιλήσουμε μαζί του όπως μιλάμε με έναν άνθρωπο ικανό να κρίνει, να νιώσει και να αγωνιστεί.

Από την άλλη πλευρά, ο Μπέρτολτ Μπρεχτ —ένας από τους πιο επιδραστικούς, αν όχι ο επιδραστικότερος, δραματουργός του 20ού αιώνα— προσφέρει μια άλλη όψη της αλήθειας: όχι την αλήθεια ως βεβαιότητα, αλλά την αλήθεια ως ερώτημα και ως διακύβευμα. Ο Μπρεχτ ζητά από το θέατρο να μην αποκοιμίζει, αλλά να προκαλεί. Να μη συγκινεί απλώς, αλλά να διαμορφώνει κριτική σκέψη.

Η μπρεχτική αποστασιοποίηση, χάριν της κατανόησης, συνδέεται άμεσα με τη θέση που διαπερνά το βιβλίο του Καραγιάννη˙ ότι το θέατρο είναι πράξη γνώσης. Η επική μορφή του Μπρεχτ, με τα τραγούδια, τις πινακίδες με τα σχόλια, η καθαρή διακοπή της αφήγησης, είναι μια τεράστια παιδαγωγική μηχανή. Ο θεατής —και ο νεαρός θεατής— δεν πρέπει να παρασυρθεί παθητικά, αλλά να σταθεί απέναντι στα γεγονότα και να αναρωτηθεί: «Πώς αλλιώς θα μπορούσε να είναι; Ποιος κερδίζει; Ποιος χάνει; Τι με αφορά;»

Ο Μπρεχτ λέει κάπου ότι: «το θέατρο πρέπει να κάνει τον κόσμο αναστρέψιμο: να δείχνει πως αυτό που είναι έτσι σήμερα, αύριο μπορεί να είναι αλλιώς».

Αυτό δεν είναι μόνο αισθητική θέση ή τσιτάτο· είναι παιδαγωγική ευθύνη.

Και αν ο Αναγνωστάκης ζητά να λέμε την αλήθεια στα παιδιά, ο Μπρεχτ προσθέτει κάτι ακόμη. Πως πρέπει να τους δείχνουμε ότι η αλήθεια δεν είναι κάτι το σκοτεινό και το μυστηριώδες, αλλά κάτι που, καταρχάς υπάρχει, και που κατακτιέται μέσα από σκέψη, πράξη και συλλογικότητα. 

Το βιβλίο του Θανάση Καραγιάννη διατρέχεται ακριβώς από αυτή τη διπλή γραμμή: τη λαϊκή, διαυγή, ριζωμένη στην καθημερινότητα αλήθεια του Ρώτα και την κριτική, ανατρεπτική και ενεργοποιητική αλήθεια του Μπρεχτ. Μέσα από το βιβλίο αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς πως ο συγγραφέας του είναι ένας μελετητής του θεάτρου όπου με διεπιστημονικό τρόπο και εντιμότητα αλλά και με μια αίσθηση χρέους και ευθύνης απέναντι στον λαό, παίρνει θέση υπέρ των καταπιεσμένων.

Υπερασπίζεται το θέατρο ως κοινωνική πράξη. Στέκεται απέναντι σε μια τέχνη «αποστειρωμένη», που θεωρεί ότι τα παιδιά πρέπει να ζουν σε έναν κόσμο απονευρωμένο πολιτικά, χωρίς σύγκρουση, χωρίς ταξικότητα, χωρίς λαϊκότητα. Με τον δικό τους τρόπο, επαναλαμβάνει τον Αναγνωστάκη:
«Α, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά.»

Το βιβλίο του Καραγιάννη, ειδικά στα μέρη που εξετάζει το σχολικό και ερασιτεχνικό θέατρο, δείχνει ότι όταν τα παιδιά ανεβαίνουν στη σκηνή, δεν μαθαίνουν απλώς ρόλους. Μαθαίνουν να σκέφτονται τον κόσμο μέσα από τις πράξεις τους. Μαθαίνουν ότι η Τέχνη δεν είναι διασκέδαση, αλλά τρόπος να δεις, να μάθεις και να αλλάξεις κάτι — πρώτα μέσα σου και ύστερα γύρω σου.

Γι’ αυτό και το σχολικό θέατρο, όταν γίνεται με συνέπεια, δεν υπηρετεί το «καλό παιδί». Υπηρετεί τον ενεργό άνθρωπο. Όπως το ήθελε ο Ρώτας, όπως το ονειρεύτηκε ο Μπρεχτ, όπως το προτείνει με τον τρόπο του ο Καραγιάννης.

Θα έλεγα, λοιπόν, ότι το βιβλίο αυτό δεν είναι μόνο ένα θεωρητικό εγχειρίδιο. Είναι μια πρόσκληση. Μια υπενθύμιση ότι το θέατρο —ειδικά το θέατρο για παιδιά και νέους— είναι ένας χώρος όπου η αισθητική συνάντηση γίνεται ηθική πράξη, και η ηθική πράξη γίνεται κοινωνική σκέψη. Δεν είναι απλώς μια θεατρολογική μελέτη. Είναι, στην ουσία του, μια ριζοσπαστική ιδεολογική ανάλυση του θεάτρου ως πεδίου ταξικής και κοινωνικής πάλης. Ο συγγραφέας αναλαμβάνει το καθήκον να αποκαλύψει πώς ο καλλιτεχνικός λόγος, ακόμη και όταν απευθύνεται στο παιδί, λειτουργεί ως κρίσιμος μηχανισμός πολιτισμικής ηγεμονίας και αναπαραγωγής της κυρίαρχης τάξης.

Ο Καραγιάννης μάς δίνει τα εργαλεία για να αποδομήσουμε το θέατρο που λειτουργεί ως ιδεολογικός μηχανισμός του αστικού κράτους.

Η κεντρική ιδεολογική ρήξη του βιβλίου εστιάζεται στην άρνηση του διδακτικού, ηθικολογικού θεάτρου.

Η κυρίαρχη αστική τάξη επένδυσε ανέκαθεν στην κατασκευή μιας «αθώας» παιδικής θεατρικής παραγωγής, η οποία, στην πραγματικότητα, είναι βαθιά φορτισμένη:

Όχι η αλήθεια ή η κριτική, αλλά η κοινωνική συμμόρφωση και η αποδοχή της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων. Το θέατρο αυτό αντικαθιστά τη διαλεκτική υλιστική σκέψη με την ατομική ηθικολογία. Το παιδί μαθαίνει να υπακούει σε αφηρημένες αξίες, αντί να αναγνωρίζει τις υλικές αιτίες της κοινωνικής αδικίας.

Ο Καραγιάννης, με σαφήνεια, αναδεικνύει την ανάγκη για ταξική συνείδηση και κριτική συνειδητοποίηση στο παιδικό κοινό. Το θέατρο πρέπει να εκπαιδεύει όχι απλώς έναν «καλό άνθρωπο», αλλά έναν ενεργό, συνειδητοποιημένο πολίτη που θα αμφισβητήσει και θα διεκδικήσει την αλλαγή. Η αναφορά του στον Μπρεχτ είναι καθοριστική: η διαλεκτική σκέψη είναι το αντίδοτο στην παθητική κατανάλωση της αστικής κουλτούρας.

Η αξία του βιβλίου βρίσκεται στην ιστορική του τεκμηρίωση, αποκαλύπτοντας το θέατρο ως ιδεολογικό όπλο.

Στην ανάλυση του Σχολικού Θεάτρου της περιόδου 1941-1949, ο Καραγιάννης αποδεικνύει ότι η θεατρική παραγωγή ήταν συστηματικά στρατευμένη στην προώθηση του εθνικισμού, του ανορθολογισμού και, κυρίως, του αντικομμουνισμού. Ήταν μια προσπάθεια, μέσω της τέχνης, να θωρακιστεί το σύστημα απέναντι στην αναδυόμενη ταξική συνείδηση του λαού και της Νεολαίας. Αντιπαραβάλλει αυτή την παραγωγή με μορφές όπως ο Βασίλης Ρώτας, ο οποίος χρησιμοποίησε τη δραματουργία του για την ιδεολογική ενίσχυση του εργατικού και ταξικού κοινωνικού κινήματος. Εδώ, το θέατρο ανακτά τον ρόλο του ως εργαλείο της από τα κάτω αλλαγής.

Ο Καραγιάννης μάς καλεί να αναγνωρίσουμε ότι η επιλογή της θεματολογίας—από την απλή δραματοποίηση παραμυθιών μέχρι τα έργα με κοινωνικό περιεχόμενο—είναι πάντα πολιτική.

Η ιδεολογική αναζήτηση κορυφώνεται με το βλέμμα στο σύγχρονο θέατρο για εφήβους. Ο Καραγιάννης εξετάζει αν η σημερινή παραγωγή μπορεί να ξεφύγει από τους περιορισμούς του νεοφιλελεύθερου διδακτισμού και να θέσει τα πραγματικά, δομικά ερωτήματα της εποχής μας. Ο ρόλος του καλλιτέχνη, μέσα από τις συνεντεύξεις, αναδεικνύεται ως πολιτικό καθήκον. Δεν είναι αρκετό να είναι «καλός» παιδαγωγός. Πρέπει να είναι συνειδητοποιημένος διανοούμενος, ικανός να διαρρήξει τον ιστό της ιδεολογικής πλάνης.

Είναι μια πρόσκληση να εμπιστευτούμε τα παιδιά. Να τους μιλάμε ειλικρινά. Να μη φοβόμαστε ότι δεν θα καταλάβουν. Να θυμόμαστε ότι τα παιδιά έχουν μάτια που βλέπουν πιο βαθιά από τα δικά μας, αρκεί να τους δώσουμε χώρο και αλήθεια.

Ο Ρώτας, ο Μπρεχτ —και, θα προσθέσω, ο Θανάσης Καραγιάννης— συναντιούνται σε μια κοινή πεποίθηση:
ότι το θέατρο μπορεί να γίνει φως. Όχι φως παραμυθένιο, αλλά φως που αποκαλύπτει. Φως που ζεσταίνει. Φως που καθοδηγεί.

Και αυτό το φως αξίζει να το δίνουμε στα παιδιά. Στα παιδιά κάθε ηλικίας.»

Κατόπιν, διαβάστηκαν αποσπάσματα από το βιβλίο του μελετητή/κριτικού Θεάτρου Θαν. Ν. Καραγιάννη, από τους ομιλητές και τον συγγραφέα, με σκοπό οι παρευρισκόμενοι γονείς και εκπαιδευτικοί να πάρουν μιαν ιδέα από το ύφος γραφής του συγγραφέα και από το περιεχόμενο του βιβλίου, 772 σελίδων, το οποίο περιλαμβάνει 79  κείμενα (δοκίμια – άρθρα – εισηγήσεις σε συνέδρια, σεμινάρια, ημερίδες, κριτικές θεάτρου, βιβλιοπαρουσιάσεις, διάφορα άλλα κείμενα) (σελ. 29-304, 385-507, 665-728), μια μονογραφία για Κωνσταντινουπολίτη ερασιτέχνη ηθοποιό/σκηνοθέτη (σελ. 305-384) και συνεντεύξεις κυρίως από επαγγελματίες σκηνοθέτες του Θεάτρου για παιδιά και από άλλους (σελ. 511-652)   

Το θεωρητικό μέρος της εκδήλωσης έκλεισε με συζήτηση του συγγραφέα με γονείς και εκπαιδευτικούς πάνω σε θεατρικά ζητήματα και κυρίως θεατρικής αγωγής των παιδιών. 

Στη συνέχεια μαθητές της Στ΄ τάξης του 3ου Δημ. Σχολείου Κερατσινίου, με τη θαυμάσια παιδαγωγική, αισθητική και σκηνοθετική καθοδήγησης της ηθοποιού/εκπαιδευτικού θεατρικής και καλλιτεχνικής αγωγής κ. Κλειώς Στεφανίδου, παρουσίασαν δρώμενα με ηθοποιούς/μαθητές στο Θέατρο Σκιών, ένα μονόπρακτο του Βασίλης Ρώτα, από τα «Καραγκιόζικα» και ένα μικρό φιλειρηνικό δρώμενο. Αποδείχτηκε πόσο αξία έχει το σχολικό θέατρο και πόσο σημαντικά είναι τα παιδαγωγικά και αισθητικά οφέλη του για τα παιδιά, όταν καθοδηγούνται σωστά από τους εκπαιδευτικούς τους. Οι ίδιοι μαθητές χόρεψαν ακόμη χορούς υπό των ήχο παραδοσιακών ρυθμικών μελωδιών του Λαϊκού Θεάτρου Σκιών.

   

Η εκδήλωση τελείωσε με μουσικό πρόγραμμα από τον υπέροχο τραγουδιστή και κιθαρίστα, κ. Νίκο Μπoφίλιο, ο οποίος ενθουσίασε τους παρευρισκόμενους.

Η φιλοξενία του Σχολείου με προεξάρχουσες τη Διευθύντρια κ. Μαρία Εξαρχάκου και την Υποδιευθύντρια κ. Αλεξάνδρα Λούκενα ήταν υποδειγματική και η οργάνωση της εκδήλωσης θαυμάσια. Στο τέλος προσφέρθηκαν εδέσματα και αναψυκτικά στους παρευρισκόμενους. 

Οπωσδήποτε η βιβλιοπαρουσίαση/εκδήλωση θεωρήθηκε πετυχημένη και εποικοδομητική, όσον αφορά την πρόσληψη γνώσεων, πληροφοριών και προβληματισμού στους γονείς και στους εκπαιδευτικούς.

Η μελέτη δε του παρουσιαζόμενου βιβλίου, θα δώσει οπωσδήποτε πολλά περισσότερα, σε όσες και όσους ενδιαφερόμενους το αναζητήσουν και το κάνουν κτήμα τους και εργαλείο της επιμόρφωσής τους. Μιας επιμόρφωσης, που φυσικά είναι καθήκον της πολιτείας να παρέχεται συστηματικά και ουσιαστικά, και στον τομέα της Θεατρικής Αγωγής, στα παιδιά  της Προσχολικής Αγωγής και Εκπαίδευσης, στους μαθητές του Δημοτικού, Γυμνασίου και Λυκείου, και όχι μόνο για τις 4 πρώτες τάξεις του Δημοτικού, αποκλείοντας με απαράδεκτο τρόπο, τους μαθητές όλων των άλλων τάξεων της Εκπαίδευσης. 

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: