Αυτοκτονία Καρυωτάκη – «Η φοβερότερη απόδειξη ειλικρίνειας που δόθηκε ποτέ χωρίς να ζητηθεί»

Έτσι κι αυτός, προτίμησε πάντα το μαύρο. Μα ό,τι είχε να δώσει απ’ την ενατένιση του μαύρου, το έδωσε. Καλό θα ήταν να σταθεί και σε άλλα χρώματα. Μα δεν ήταν σε θέση. Εκτός αν στή ζωή του γινόταν το θαύμα. Αλλά πώς;

Αυτοκτονία Καρυωτάκη - «Η φοβερότερη απόδειξη ειλικρίνειας που δόθηκε ποτέ χωρίς να ζητηθεί»

Στις 21 του Ιούλη 1928, σαν σήμερα, ο Κώστας Καρυωτάκης μ’ ένα περίστροφο δίνει τέλος στη ζωή του.

Το 1983 κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη το βιβλίο του λογοτέχνη – κριτικού Τίμου Μαλάνου (1897-1984), «Βάρναλης, Αυγέρης, Καρυωτάκης», που περιέχει κριτικά κείμενα για τις τρεις αυτές ξεχωριστές μορφές της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Σε κριτικό σημείωμα για το βιβλίο του Μαλάνου, η Έλλη Αλεξίου θα γράψει την ίδια χρονιά: «Μας εντυπωσίασε η εμπεριστατωμένη και ακριβής πληροφόρηση των πολιτικο-φιλοσοφικών ρευμάτων, που κατά καιρούς επηρέασαν τους κρινόμενους. Ίσως μάλιστα στην περίπτωση Καρυωτάκη και να έφτασε στην υπερβολή, η τόσο πλατιά διερεύνηση, η εξονυχιστική προσπάθεια ανεύρεσης του μυστηρίου της ψυχικής αναταραχής του αδικοχαμένου ποιητή.(…) Πρόκειται κι απ’ αυτή την πλευρά για υπόδειγμα κριτικής(…)».

Ο Τ. Μαλάνος αφού αναφερθεί «ακτινογραφικά» στη ζωή και στον διαμορφωμένο χαρακτήρα του Καρυωτάκη, εστιάζει στην αυτοκτονία του. Με σκοπό να μην κουράσουμε τον αναγνώστη επιλέγουμε ένα μόνο μικρό απόσπασμα, από το πολύ ενδιαφέρον αυτό βιβλίο, στο οποίο ο κριτικός κάνοντας συσχετισμό του τραγικού τέλους του ποιητή με το έργο του, χαρακτηρίζει την ποίησή του ως «απόλυτο ταυτισμό ανθρώπου και ποιητή».

Γράφει ο Τίμος Μαλάνος:

Όταν έμαθα την αυτοκτονία του, είπα: Και τί δεν θα έδινε στην ποίησή μας ακόμη, αν ζούσε. Αυτός ήταν ό πρώτος μου συλλογισμός. Αργότερα όμως, κοιτάζοντας με περισσότερη προσοχή το σύνολο της ως τότε παραγωγής του, κατέληγα σε ένα διαφορετικότερο συμπέρασμα. Ότι το μεν έργο του είχε συμπληρωθεί με το ποίημα «Πρέβεζα», η δε αυτοκτονία του ήταν η κατακλείδα μιας αγωνίας που αδιάλειπτα προβαλλόταν σ’ αυτό μέσα. Δεν βλέπω επομένως τί θα μπορούσε να του προσθέσει ακόμα. Για τον Καρυωτάκη ως ποιητή, θα μπορούσε κανείς να επαναλάβει εκείνο που λέγει ο ίδιος στον «Ονειροπόλο» του: «Αν μπαίνει από το φεγγίτη λίγο φως, το κοιτάζει για μια στιγμή κι έπειτα το επιστρέφει μ’ όλη του την καρδιά. Βλέπει το φωτεινό εκείνο τετραγωνάκι, δειγματολόγιο σε σχήμα βιβλίου, ν’ αλλάζει χρώματα, σα να το φυλλομετρά το αόρατο χέρι του Θεού. Ροζ, μπλε, πράσινο, μωβ… Αυτός όμως προτιμά το βελούδινο μαύρο που προεκτείνεται στο δωμάτιο όταν νυχτώσει». Έτσι κι αυτός, προτίμησε πάντα το μαύρο. Μα ό,τι είχε να δώσει απ’ την ενατένιση του μαύρου, το έδωσε. Καλό θα ήταν να σταθεί και σε άλλα χρώματα. Μα δεν ήταν σε θέση. Εκτός αν στή ζωή του γινόταν το θαύμα. Αλλά πώς; Ο ίδιος όπως ξέρουμε πέρασε από τρεις φάσεις. Ξεκινά απ’ τη συναίσθηση του πόνου του: πρώτη ποιητική συλλογή. Πηγαίνει προς την ποίηση, ζητώντας για τον πόνο του φάρμακα: δεύτερη ποιητική συλλογή. Για να καταλήξει στη σάτιρά του: τρίτη ποιητική συλλογή και τελευταία. Από εκεί και ύστερα η απελπισία του βρίσκεται κατάμονη μπροστά στο «μαύρο αδιέξοδο». Τη λύση που θα επακολουθήσει, μπορούμε και να τη μισομαντέψουμε διαβάζοντας μερικούς απ’ τους τελευταίους του στίχους:

Νύχτα βαθιά. Με πνεύμα οργής έσπρωξα το κρεββάτι.
Άνοιξα τις αραχνιασμένες κάμαρες. Καμία
ελπίς. Απ’ το παράθυρο, του τελευταίου διαβάτη
είδα τη σκιά. Κ’ εφώναξα στριγγά στην ησυχία:
«Δυστυχία!»

Η φριχτή λέξη με φωτιά στον ουρανόν εγγράφη.
Δένδρα τη δαχτυλοδειχτούν, αστέρια την κοιτούνε.
Επιγραφή την έχουνε τα σπίτια  τάφοι,
ακόμη θα την άκουσαν οι σκύλοι κι αλυχτούνε.
Οι άνθρωποι δεν ακούνε;

Ο πόνος του φτάνει στον παροξυσμό. Κάνει την τελευταία του προσπάθεια. Σαν ένας άνθρωπος που ασφυχτιά και αγωνίζεται σε ολόκλειστες κάμαρες, τις ανοίγει επί τέλους και φωνάζει. Μα δεν τον ακούει κανένας. Είναι μόνος. Ή μάλλον όχι. Ο θάνατος τον παραμονεύει. Βρίσκεται στη σκιά του την ίδια. Πλάι του, πίσω του, εμπρός του…

Ζοφερή Νύχτα, ξέρω, πλησιάζεις.
Με ζητούνε τα νύχια σου. Στα χνώτα
σου βλέπω που ωχριούν άνθη και φώτα.
Στ’ απλωμένα φτερά σου με σκεπάζεις.

Δος μου λίγο καιρό, Νύχτα μεγάλη!
θα καταβάλω όλη τη Θέλησή μου.
Σα μορφασμό θα πάρω στη μορφή μου
τη χαρά που στα στήθη έχουν οι άλλοι.

Και τότε κάποια πρόφαση θα μείνει
(σημαίας κουρέλι από χαμένη μάχη),
η ψυχή για να μη δείλια μονάχη
και για να λησμονεί τη σκέψη εκείνη.

Το πάθος όχι, το ίνδαλμά του μόνον,
ή τη γαλήνη, θέλω ν’ αντικρύσω
μια φορά. Κ’ ύστερα πάρε με πίσω
και καλά τύλιξέ με, ω Νύχτα αιώνων!

Η επίκλησή του αυτή είναι ένας μονόλογος εξίσου δραματικός με μερικούς σαιξπηρικούς μονόλογους. Μας μεταδίδει το ρίγος του θανάτου. Νοιώθουμε γύρω μας μιαν υγρή ψύχρα τάφου, ενώ βλέπουμε τον άνθρωπο που «παλεύει απελπιστικά» με τη αδυσώπητη μοίρα του. Είναι ακόμη ζωντανός. Μα ο ίδιος, με το στίχο του Μωρεάς που μεταφράζει την ίδια εποχή, μας κατατοπίζει πού ακριβώς βρίσκεται:

Μέσα στους τάφους κατοικώ, μόνο οι νεκροί μ’ ακούνε.

Αλλά ποιος θα μπορούσε να φανταστεί μια τέτοιαν ειλικρίνεια, διαβάζοντας την τελευταία του συλλογή που κυκλοφόρησε μερικούς μήνες πριν απ’ την αυτοκτονία του; Και όμως, σ’ ό,τι θα μπορούσε να θεωρηθεί εκ των υστέρων ως εξομολόγηση σ’ αυτή μέσα, δεν υπήρχε ούτε η ελάχιστη δόση ποιητικής υπερβολής, μα τουναντίον απόλυτος ταυτισμός ανθρώπου και ποιητή. Φανερή αυτοβιογραφία, ως ένα σημείο, η ποίησή του. Και πράγματι, όλον αυτό τον καιρό, ως άνθρωπος τής κάνει τις πιο απίστευτες εξομολογήσεις, κι εκείνη με τη σειρά της σε μάς. Ωστόσο, ενώ τα λόγια της μας συγκινούσαν όπως τα λόγια όλων των αληθινών ποιητών, την αλήθεια του προσωπικού δράματος που έκρυβαν δεν θα την πιστέψουμε (μα ούτε και ήταν απαραίτητο να την πιστέψουμε*) παρά μόνον ύστερ’ απ’ το τραγικό τέλος του, που υπήρξε και η φοβερότερη απόδειξη ειλικρίνειας που δόθηκε ποτέ χωρίς να ζητηθεί. Τα ποιήματά του εξάλλου δεν είχαν ανάγκη από χειρονομίες του είδους αυτού για να μάς επιβληθούν. Γιατί, όπως σωστά παρατήρησε ο κ. Καραντώνης, «εάν ο Καρυωτάκης νικήθηκε σαν άνθρωπος, νίκησε όμως σαν καλλιτέχνης». Και πράγματι, ως ποιητής με το να συνδυάζει γνήσιο ανθρώπινο αίσθημα, σπάνια εκφραστική δεξιοτεχνία και άψογο γλωσσικό αισθητήριο, γρήγορα ξεχώρισε με τη φωνή του μεταξύ των ποιητών της γενιάς του.

*Ο Καρυωτάκης έριξε στο έργο του μέσα όλο το βάρος του ανθρώπινου αισθήματός του, χωρίς να παραμελήσει όμως και το ποιητικό. Θα τον αδικούσαμε ωστόσο, αν ζητούσαμε απ’ αυτόν’ όπως έκαναν μερικοί κριτικοί την επαύριο του θανάτου του, τη λεγόμενη «άδολη ποίηση».

 

Για την αυτοκτονία του Κ. Καρυωτάκη δείτε ακόμα:

«Σπάνιο φαινόμενο εύνοιας της μοίρας» – Η Έλλη Αλεξίου για τον Κώστα Καρυωτάκη

Μπορείτε επίσης πατώντας σε αυτό τον σύνδεσμο να δείτε όλη την πλούσια αρθρογραφία του περιοδικού για τον Κώστα Καρυωτάκη.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: