Στάλινγκραντ: 3 Ύμνοι αγάπης του Πάμπλο Νερούδα

Τιμή σ’ όσους μες στην ομίχλη πολεμάνε,
τιμή στον κάθε μαχητή, στον κομισάριο,
τιμή στα ολόγιομα φεγγάρια που περνάνε,
τιμή στου Στάλινγκραντ τον ήλιο-προλετάριο.
(Πάμπλο Νερούδα: Νέος ύμνος αγάπης στο Στάλινγκραντ, 1943)

2 Φλεβάρη 1943. 140 μέρες ηρωικής αντίστασης από τις 17 Ιουλίου 1942. Λήγει η μεγάλη και άνιση μάχη του Στάλινγκραντ με τη συντριβή της 6ης Γερμανικής Στρατιάς. 

Το Στάλινγκραντ θα μείνει για πάντα το μεγάλο οχυρό και σύμβολο της νίκης του σοσιαλισμού ενάντια στον καπιταλισμό και στην ιμπεριαλιστική μηχανή του, που παίρνουν την πιο αποτρόπαια μορφή τους με τον εγκληματικό φασισμό της αστικής τάξης.

  

Πάμπλο ΝερούδαΣτάλινγκραντ

Τρεις οργισμένοι Ύμνοι αγάπης, ελπίδας και ειρήνης

*

Μετάφραση – Σημειώσεις

Μπάμπης Ζαφειράτος – Μποτίλια Στον Άνεμο

Με σύντομο χρονολόγιο

*

Όλες οι έγχρωμες φωτό από το Στάλινγκραντ, όπως και αυτή της κορυφής, είναι έργο της ζωγράφου Όλγα Σίρνινα (Olga Shirnina – Klimbim), για την 75 επέτειο της Μεγάλης Νίκης.

*

 

Μεξικό 1942. Στην πίσω όψη της φωτογραφίας, ιδιόχειρο του ποιητή: Πάμπλο Νερούδα, με φίλους στο Σαποτλάν, 1942. (Πηγή φωτό: https://en.todocoleccion.net).

 

Πρώτος Ύμνος

 

30 Σεπτέμβρη 1942. Ο Νερούδα βρίσκεται στο Μεξικό ως Γενικός Πρόξενος της Χιλής. Το Στάλινγκραντ, δυόμισι μήνες τώρα, αντιστέκεται στη γερμανική πολιορκία και στο σφυροκόπημα της Βέρμαχτ.

Ο Σύνδεσμος Φίλων της ΕΣΣΔ με πρωτοβουλία του Μεξικανικού Συνδικάτου Ηλεκτρολόγων διοργανώνει εκδήλωση αλληλεγγύης και έχει καλέσει τον ποιητή να συμμετάσχει με ομιλία του.

Αντί ομιλίας, ο Νερούδα, εκεί μπροστά στους συγκινημένους Μεξικανούς εργάτες, θα απαγγείλει το ποίημα Ύμνος στο Στάλινγκραντ. Έναν θρήνο, μια ελεγεία για το μοναχικό αγώνα της πόλης.

Το κείμενο θα αναπαραχθεί σε αφίσες και θα τοιχοκολληθεί στην πόλη του Μεξικού.

[Τα λοξά στο ποίημα παραπέμπουν στις σημειώσεις]

 

Ύμνος στο Στάλινγκραντ (1942)

Πάμπλο Νερούδα

 

Τις νύχτες ο αγρότης κοιμάται, ξυπνάει και χώνει
το χέρι του βαθιά μες στα σκοτάδια ρωτώντας την αυγή:
χάραμα, ήλιε αφέντη μου, φως της καινούργιας μέρας,
πες μου άμα εκείνα τα χέρια τα καθάρια των ανθρώπων
υπερασπίζονται ακόμα το κάστρο της τιμής, πες μου, εσύ αυγή,
αν η σκληράδα του ατσαλιού λυγάει στο μέτωπό του,
αν είν’ ακόμα ο άνθρωπος στη θέση του, αν είν’ ακόμα ο κεραυνός στη θέση τη δική του,
πες μου, λέει ο αγρότης, αν δεν ακούει πια η γη,
το αίμα το ηρωικό των κόκκινων αετών
πώς χύνεται στην απεραντοσύνη αυτής της γήινης νύχτας,
πες μου αν υπάρχει ακόμα ουρανός πάνω απ’ το δέντρο,
πες μου αν το μπαρούτι ακούγεται ακόμα εκεί στο Στάλινγκραντ.

Κι ο ναύτης καταμεσής στη μανιασμένη θάλασσα κοιτάει
και ψάχνει μες στους υγρούς αστερισμούς
το ένα, το κόκκινο άστρο της πόλης της φλεγόμενης,
και βρίσκει μες στα φυλλοκάρδια του αυτό το πυρωμένο αστέρι,
αυτό το αστέρι το περήφανο που θέλουν να τ’ αγγίξουνε τα χέρια του,
το αστέρι αυτό απ’ τα δάκρυα φτιαγμένο των ματιών του.

Πόλη μου, αστέρι κόκκινο, λέει ο άνθρωπος κι θάλασσα,
μάζεψε, πόλη, τις αχτίνες σου, κλείσε τις σιδερένιες πόρτες σου,
βγάλε, πόλη, τη δόξα της ματωμένης δάφνη σου,
κι άσε τη νύχτα ν’ αναρριγάει ολόκληρη στη θυμωμένη σπίθα
των ματιών σου πίσω από ένανε πλανήτη καμωμένον με σπαθιά.

Κι ο Ισπανός θυμάται τη Μαδρίτη και λέει: αδερφή μου,
αντιστάσου, πρωτεύουσα της δόξας, αντιστάσου:
από τη γη αναβλύζει όλο το χυμένο αίμα
της Ισπανίας, και για την Ισπανία χύνεται ξανά,
κι ο Ισπανός ρωτάει δίπλα στη μάντρα
των εκτελέσεων, αν είναι ακόμα όρθιο το Στάλινγκραντ:
και μες στις φυλακές μια αλυσίδα μαύρα μάτια
που στέρνουνε μηνύματα, χαράζοντας στους τοίχους τ’ όνομά σου,
κι η Ισπανία σειέται σύγκορμη με τους νεκρούς σου και το αίμα σου,
γιατί εσύ και την ψυχή σου, Στάλινγκραντ, της έδωσες
όταν κι εκείνη ήρωες σαν τους δικούς σου γένναγε.

Η Ισπανία ξέρει τι σημαίνει μοναξιά,
όπως κι εσύ τώρα καλά το ξέρεις, Στάλινγκραντ.
Η Ισπανία έγδερνε με τα νύχια της τη γη
τότε που το Παρίσι μεσουρανούσε από ομορφιά,
η Ισπανία στράγγιξε το τεράστιο αιμάτινό της δέντρο
τότε που το Λονδίνο χτένιζε, όπως μας λέει ο Πέδρο
ο Γάρφιας, το γρασίδι και τους κύκνους του στις λίμνες.
Σήμερα ξέρεις καλά, θεσπέσια κόρη,
σήμερα ξέρεις καλά, Ρωσία, τη μοναξιά, το κρύο.
Όταν χιλιάδες ολμοβόλα συντρίβουν την καρδιά σου,
όταν σκορπιοί με δηλητήριο κι έγκλημα
έρχονται, Στάλινγκραντ, να σου ξεσκίσουνε τα σπλάχνα,
η Νέα Υόρκη το ’χει ρίξει στο χορό και το Λονδίνο διαλογίζεται,
κι εγώ φωνάζω «merde»
γιατί η καρδιά μου δεν αντέχει πια, γιατί
οι καρδιές μας
δεν αντέχουν άλλο, δεν αντέχουνε
σε έναν κόσμο που αφήνει να πεθάνουνε οι ήρωές σου ολομόναχοι.

Τους αφήνετε μόνους; Τώρα αυτοί θα ’ρθουν για σας!
Τους αφήνετε μόνους;
.                                       Θέλετε τη ζωή
να πάει κατά διαόλου, και των ανθρώπων το χαμόγελο
να πέσει στον απόπατο και ν’ ανεβεί το Γολγοθά;
Γιατί δεν απαντάτε;
Θέλετε πιο πολλούς νεκρούς στο Ανατολικό Μέτωπο
μέχρι να πνίξουν εντελώς τον ουρανό σας;
Αλλά τότε άλλο δεν μένει απ’ την κόλαση.
Ο κόσμος πια σιχάθηκε από μικρά αντραγαθήματα,
σαν της Μαδαγασκάρης που οι στρατηγοί
σκοτώνουνε ηρωικά πενήντα πέντε πίθηκους.

Ο κόσμος έχει σιχαθεί από τις φθινοπωρινές συνάξεις σας
υπό την προεδρία μιας ομπρέλας.

Ω πόλη εσύ, ω Στάλινγκραντ, δεν καταφέρνουμε ποτέ
να φτάσουμε τα τείχη σου, βρισκόμαστε πολύ μακριά.
Είμαστε οι Μεξικάνοι, είμαστε οι Αραουκάνοι
είμαστε οι Παταγόνες, είμαστε οι Γουαρανί,
είμαστε οι Ουρουγουανοί, είμαστε οι Χιλιάνοι,
είμαστε εκατομμύρια άνθρωποι.

Έχουμε, για καλή μας τύχη, στην οικογένεια συγγενείς,
όμως ακόμα δεν ερχόμαστε, μητέρα μας, να σε υπερασπιστούμε.
Ω, πόλη, πόλη της φωτιάς, κράτα γερά ως τη στιγμή
που θα ’ρθουμε, εμείς οι Ινδιάνοι ναυαγοί, ν’ αγγίξουμε τα τείχη σου
σαν το φιλί των γιων που λαχταράγανε να φτάσουν.

Στάλινγκραντ, δεν υπάρχει ακόμα Δεύτερο Μέτωπο,
μα δεν θα πέσεις παρόλο που το σίδερο και η φωτιά
σε τρώνε μέρα νύχτα.

Ακόμα κι αν πεθάνεις, δεν πεθαίνεις!

Γιατί οι μαχητές σου δεν πεθαίνουνε ποτέ
και πρέπει να συνεχίσουν τον αγώνα τους από εκεί που πέφτουν,
ωσότου η νίκη δεν θα περνάει μοναχά απ’ τα δικά σου χέρια
έστω κι αν είν’ κατάκοπα και τρυπημένα κι άψυχα,
γιατί άλλα χέρια κόκκινα, όταν θα πέφτουν τα δικά σου,
τα κόκαλα των ηρώων σου θα σπείρουνε στον κόσμο
έτσι που ο σπόρος σου να πλημυρίσει όλη τη γη.

 

Τρίτη Επίγεια Κατοικία –Ενότητα V (1935-1945), 1947

Μετάφραση: Μπάμπης Ζαφειράτος, 15 Σεπτεμβρίου 2019

 

*

 

Δεύτερος Ύμνος

 

Στάλινγκραντ 1943, μετά την Απελευθέρωση. (Πηγή φωτό: https://ok.ru/dorogamipamyiti).

 

Η μεγάλη νίκη του Στάλινγκραντ τον Φεβρουάριο του 1943 είναι η ριζοσπαστική στροφή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου υπέρ των… συμμάχων: της Σοβιετικής Ένωσης και των αντιχιτλερικών(!) πλέον, ΗΠΑ(!) και Αγγλίας(!)

Η προοδευτική μεξικανική διανόηση, για να γιορτάσει και να τιμήσει αυτό το συγκλονιστικό γεγονός, οργανώνει με πρωτοβουλία της επίσημο γεύμα, στο οποίο προσκαλείται και ο Πάμπλο Νερούδα.

Με τον πρώτο Ύμνο του κατηγορήθηκε ότι βεβήλωσε τα ιερά και τα όσια της «καθαρής ποίησης».

Ο ποιητής θα απαντήσει από το βήμα της εκδήλωσης με έναν ακόμα «βέβηλο» Ύμνο για το Στάλινγκραντ, ένα νικητήριο σάλπισμα, γραμμένο με το αίμα της καρδιάς του. 

Κι όπως έχει πει ο ίδιος, όταν έγραψε τον Νέο Ύμνο του:

Ένιωσα μια αίσθηση εξαιρετικής πνευματικής άνθησης, γεννημένη από τη χαρά των ειδήσεων που έφταναν με το τραγούδι του Βόλγα.

 

Νέος ύμνος αγάπης στο Στάλινγκραντ – Με τη φωνή του ποιητή

(Αποσπάσματα – Με λοξά στο ποίημα)

 

Νέος ύμνος αγάπης στο Στάλινγκραντ (1943)

Πάμπλο Νερούδα

 

Για το νερό έχω γράψει, αλλά και για το χρόνο,
μιλώ για μήλα και ουρανούς και περιγράφω
το μπλάβο μέταλλο του πένθους και τον πόνο
                    και να ’μαι τώρα για το Στάλινγκραντ που γράφω.

Σ’ ένα μαντίλι έχει η καλή μου φυλαγμένη
την αστραπή του έρωτά μου και τη ζάλη,
τώρα η καρδιά μου είναι στο χώμ’ ακουμπισμένη
                    μέσα στου Στάλινγκραντ το φως και την αιθάλη.

Ένα πουκάμισο στα χέρια μου αγγίζω
από γαλάζια δειλινά σακατεμένα·
της ζωής μου τώρα τα χαράματα ορίζω
                    κάτω απ’ του Στάλινγκραντ τον ήλιο γεννημένα.

Κι ο πρόωρα γέρος με τα εφήμερα φτερά του,
σαν ένας κύκνος που τον έχουνε δεμένο,
του πόνου σπάει τα περίφημα δεσμά του,
                    καθώς το Στάλινγκραντ καλώ το αγαπημένο.

Όπου αγαπώ πάω την ψυχούλα μου κι αφήνω.
Δεν ζω σε κίτρινα χαρτιά αποκομμένος,
μελάνια απάνω τους να ρίχνω και να σβήνω.
                    Για το τραγούδι είμαι του Στάλινγκραντ πλασμένος.

Με τους τρανούς νεκρούς σου ο λόγος μου γυρίζει,
πάνω στα τείχη σου τα τρύπια όπως γέρνεις,
σαν μια καμπάνα ηχεί σαν άνεμος σφυρίζει,
                    καθώς σε βλέπω, Στάλινγκραντ, ν’ αργοπεθαίνεις.

Συμμαχητές Αμερικάνοι μπήκαν ήδη,
άσπροι και μαύροι σαν τα ρόδια στο σκοπό σου,
μέσα στην έρημο σκοτώνουνε το φίδι.
                    Ναι, τώρα Στάλινγκραντ δεν είσαι μοναχό σου.

Στήνει η Γαλλία τα παλιά οδοφράγματά της,
λάβαρο μανιασμένο υψώνει στο πλευρό σου
κι είναι τα δάκρυα νωπά στα μάγουλά της.
                    Ναι, τώρα Στάλινγκραντ δεν είσαι μοναχό σου.

Πετούν λιοντάρια της Αγγλίας ψυχωμένα,
πάνω απ’ τη θάλασσα που αφρίζει στον αχό σου,
στη σκούρα γη μπήγουν τα νύχια τους για σένα.
                    Ναι, τώρα Στάλινγκραντ δεν είσαι μοναχό σου.

Σήμερα κάτω απ’ τα βουνά του πεπρωμένου,
δεν είναι μόνο όσοι μαζί σου έχουν στραγγίξει:
εκεί η σάρκα σπαρταράει του πεθαμένου
                    το μέτωπό σου που ’ρθε, Στάλινγκραντ, ν’ αγγίξει.

Κι ο επιδρομέας έχει βρεθεί με τσακισμένα
χέρια, και με σκαμμένα μάτια θα γυρίσει,
με τ’ άρβυλά του μες στο αίμα βουτηγμένα,
                    αφού στην πόρτα σου είχε, Στάλινγκραντ, πατήσει.

Στεφανωμένα από πλανήτες τα μαλλιά σου,
με περηφάνια είναι το ατσάλι σου δεμένο,
είναι καρβέλια μοιρασμένα τα οχυρά σου
                    το σύνορό σου, Στάλινγκραντ, συνοφρυωμένο.

Πατρίδα από σφυριά και δάφνες, χιονισμένη
κι απάνω εκεί το αίμα της δόξας μερτικό σου,
του Στάλιν η ματιά μες απ’ τα χιόνια βγαίνει
                    πλεγμένη, Στάλινγκραντ, με το αίμα το δικό σου.

Διάτρητο στήθος μοιάζει η γη, και σωριασμένοι
σάμπως παράσημα αναπαύονται οι νεκροί σου,
ρίγος συγκίνησης βαθύ που συνεπαίρνει,
                    ζωής και θανάτου, Στάλινγκραντ, απ’ την πνοή σου.

Σπίθα βαθιά μέσα απ’ το είναι σου αναβλύζει,
πάει στων ανθρώπων την καρδιά τη λαβωμένη,
νέα γενιά κόκκινους ήρωες μάς χαρίζει,
                    που απ’ το αίμα σου είναι, Στάλινγκραντ, βαμμένοι.

Μέσα στους κήπους μπουμπουκιάζει η ελπίδα
που την προσμέναμε όπως δέντρο ανθισμένο,
με τα όπλα σου είναι χαραγμένη νέα σελίδα,
                    και είσαι, Στάλινγκραντ, με φως ξαναγραμμένο.

Γιγάντιος πύργος που κρατάς τα ιδανικά μας,
και ματωμένοι είναι οι πέτρινοι βωμοί σου,
οι μαχητές σου ώριμοι στέκονται κοντά μας,
                    παιδιά σου, Στάλινγκραντ, κορμιά απ’ το κορμί σου.

Αετοί φλεγόμενοι στα βράχια σου φωλιάζουν,
τα μέταλλα απ’ την ψυχή σου έχουν βυζάξει,
μεγάλα δάκρυα στα αντίο σου σταλάζουν,
                    κύματ’ αγάπης, Στάλινγκραντ, σ’ έχουνε φτιάξει.

Τα κόκαλα των δολοφόνων τσακισμένα,
κλειστά των άθλιων εισβολέων σου τα μάτια,
των πορθητών σου τα λεφούσια αποδιωγμένα
                    πίσω απ’ τη λάμψη σου είναι, Στάλινγκραντ, κομμάτια.

Αυτοί που ατίμωσαν του Θριάμβου την Αψίδα,
και τα νερά του Σηκουάνα μαγαρίσαν,
με τη συναίνεση του σκλάβου, όπως είδα,
                    εκεί στο Στάλινγκραντ για πάντα σταματήσαν.

Αυτοί που την ωραία Πράγα είχαν αφήσει,
μέσα στα δάκρυα, στη σιωπή και προδομένη,
και τις πληγές της είχανε ποδοπατήσει,
                    στο Στάλινγκραντ κείτονται όλοι σκοτωμένοι.

Αυτοί που φτύσαν μες στα σπήλαια στην Ελλάδα
κι έσπασαν τον κρυστάλλινό της σταλαχτίτη,
και τη γαλάζια κλασική της ομορφάδα,
                    για πες μου, Στάλινγκραντ, πού έχουν τώρα σπίτι;

Στην Ισπανία, αυτοί που κάψαν και γκρεμίσαν
που αλυσοδέσαν την καρδιά της και τη σκίζουν,
μάνα ανταρτών κι αιωνόβιων δέντρων που διαλύσαν,
                    μπροστά σου, Στάλινγκραντ, στα πόδια σου σαπίζουν.

Στην Ολλανδία, όσοι ραντίσαν τις τουλίπες
με αίμα και βόρβορο στη γη την ανθισμένη,
που έσπειραν με σπαθί και κνούτο άμετρες λύπες,
                    στο Στάλινγκραντ βρίσκονται τώρα σωριασμένοι.

Της Νορβηγίας τη λευκή νύχτα όσοι τσακίσαν,
με το ουρλιαχτό του τσακαλιού μέσα στη χώρα,
κι όσοι την άνοιξη των πάγων πυρπολήσαν,
                    στο έμπα του Στάλινγκραντ βουβοί στέκονται τώρα.

Τιμή σού πρέπει για ό,τι φέρνεις στους αγέρες,
για το σκοπό που τραγουδάς και τραγουδάνε,
τιμή στους γιους, τιμή στις άγιες σου μητέρες,
                    στους εγγονούς σου, Στάλινγκραντ, που μας φυλάνε.

Τιμή σ’ όσους μες στην ομίχλη πολεμάνε,
τιμή στον κάθε μαχητή, στον κομισάριο,
τιμή στα ολόγιομα φεγγάρια που περνάνε,
                    τιμή στου Στάλινγκραντ τον ήλιο-προλετάριο.

Κράτα μου κάτι απ’ τον παράφορο αφρό σου,
ένα τουφέκι κι ένα αλέτρι φύλαξέ μου
και στάχυ κόκκινο απ’ τη γη σου κράτησέ μου
κι όταν πεθάνω εκεί στο μνήμα μου ας τα στρώσουν,
για να το ξέρουν όλοι εκείνοι που αμφιβάλλουν
πως πέθανα αγαπώντας σε, πως μ’ έχεις αγαπήσει
κι αν δεν πολέμησα ποτέ στα άγια χώματά σου
ρόδι-χειροβομβίδα σπάω, φόρο τιμής μπροστά σου,
                    και νέο ύμνο αγάπης σού έχω Στάλινγκραντ χαρίσει.

 

Τρίτη Επίγεια Κατοικία –Ενότητα V (1935-1945), 1947

Μετάφραση: Μπάμπης Ζαφειράτος, 11 Σεπτεμβρίου 2019

 

*

 

Τρίτος Ύμνος

 

Κανείς δεν έλειψε από τη μάχη. Ο Αλεξέι Ιβάνοφ, μετάλλιο Υπεράσπισης του Στάλινγκραντ, 1943. (Πηγή φωτό: https://ok.ru/dorogamipamyiti).

 

Καλοκαίρι του 1949. Τέσσερα χρόνια από το τέλος του πολέμου. Ο Νερούδα ταξιδεύει για πρώτη φορά στη Σοβιετική Ένωση, προσκεκλημένος στους γιορτασμούς της Μόσχας και του Λένινγκραντ (Αγία Πετρούπολη σήμερα, αλλά και επί Τσάρου!) για την 150ή επέτειο από τη γέννηση του Αλεξάντρ Πούσκιν (6 Ιουν. 1799, Μόσχα – 10 Φεβ. 1837, Αγία Πετρούπολη).

Στο τέλος της γιορτής ρωτήθηκε ποια άλλα μέρη ήθελε να επισκεφθεί,

Το Στάλινγκραντ, απάντησε αμέσως.

Κι εκεί στις όχθες του Βόλγα θα συναντηθεί και θα συνομιλήσει με την ηρωική πόλη, που της έχει ήδη δώσει τα ποιήματά του και την ψυχή του, χωρίς να την ξέρει ακόμα, και που τώρα ξαναγεννιέται μετά την τρομερή καταστροφή. 

Και θα εξακολουθήσει να ζει για πάντα στους στίχους του ποιητή και στις καρδιές εκείνων που δεν θα πάψουν ποτέ να αντιστέκονται και να πολεμάνε το φασισμό.

 

Τρίτος ύμνος αγάπης στο Στάλινγκραντ (1949)

Πάμπλο Νερούδα

 

Στάλινγκραντ με τα φτερά τα παθιασμένα
του καλοκαιριού, τα άσπρα
αρχοντικά σου σε κάνουνε να φαίνεσαι
σαν κάθε πόλη.
Ο κόσμος τραβάει για τη δουλειά του
βιαστικός.
Ένα σκυλί κόβει στα δυο
τη σκονισμένη μέρα.
Ένα κορίτσι τρέχει
μ’ ένα χαρτί στο χέρι.
Δεν τρέχει τίποτ’  άλλο
παρά μονάχα ο Βόλγας
με τα σκοτεινά του τα νερά.
Ένα προς ένα τα σπίτια
υψωθήκανε
από τη θέληση του ανθρώπου,
κι υπάρχουν πάλι γραμματόσημα,
κουτιά γεμάτα γράμματα,
δέντρα,
παιδιά,
σχολεία,
ήρθε ξανά ο έρωτας,
ξαναγεννάνε
οι μάνες,
κρέμονται πάλι τα κεράσια
στα κλαριά,
κι ο άνεμος
στον ουρανό,
κι ύστερα;

Ναι, είν’ εδώ,
το δίχως άλλο.
Εδώ ήταν η άμυνα,
ο δρόμος,
η γωνιά,
εδώ ακριβώς
όπου η ζωή μας κι ο λόγος
ολάκερης της ύπαρξής μας
με αίμα κερδηθήκανε.
Εδώ ακριβώς κόπηκε το σκοινί
που ήτανε βρόγχος στο λαιμό
της ιστορίας.
Εδώ ήταν. Σαν ψέμα φαίνεται
πως θα μπορούσες
να ξαναβγείς στο δρόμο, να ξαναδείς
εκείνο το κορίτσι, το σκυλί,
να γράψεις γράμμα,
να στείλεις τηλεγράφημα,
μα ίσως
γι’ αυτό ακριβώς,
γι’ αυτή ακριβώς τη μέρα
την πάσα ημέρα,
γι’ αυτόν τον ήλιο τον απλό
μες στην ειρήνη των ανθρώπων,
ήρθε η νίκη,
εδώ, πάνω στη στάχτη
αυτής της αγιασμένης γης.
Ψωμί γλυκό, βιβλίο επιούσιο, πεύκο μικρό
που τώρα δα φυτεύτηκε,
λεωφόρος φωτεινή
φρεσκοφερμένη απ’ το χαρτί
που την εχάραξε ο μηχανικός
μέσα στο μανιασμένο αέρα του πολέμου,
μικρό κορίτσι που περνάς, σκυλί
που έκοψες στα δυο τη σκονισμένη μέρα,
ω, πόσα θαύματα,
θαύματα από αίμα,
θαύματα καμωμένα από ατσάλι κι απ’ το Κόμμα,
θαύματα του δικού μας νέου κόσμου.

Κλαρί ακακίας μ’ αγκάθια και λουλούδια
πού, πες μου πού
θα βρεις το δυνατότερο άρωμα
πέρ’ από τούτο ’δω το μέρος που όλα τ’ αρώματα εξατμίστηκαν;
πού αλλού πέρ’ από ’δω που όλα γκρεμίστηκαν
εκτός από τον άνθρωπο,
τον άνθρωπο που βλέπεις σήμερα,
το μαχητή του Σοβιέτ;

Ω, ευωδιαστό κλαρί,
υπάρχει εδώ
μια ευωδιά
πιο δυνατή κι από τον ερχομό της Άνοιξης!

Εδώ ευωδιάζει άνθρωπος κι ελπίδα,
εδώ, εσένανε της ακακίας μικρό κλαρί
δεν μπόρεσε να σ’ αφανίσει η φωτιά
ούτε ο αγέρας του θανάτου να σε κάψει.
Εδώ καθημερνά ξαναγεννιόσουνα
χωρίς ποτέ σου να πεθάνεις,
και στο άρωμά σου σήμερα αυτός ο δίχως τέλος άνθρωπος
ο χτεσινός, ο αυριανός
και ο μελλούμενος
μας ξαναδίνει την ανθισμένη του αιωνιότητα.
Είσαι σαν εργοστάσιο για τρακτέρ:
σήμερα ξανανθίζουνε
γιγάντια μεταλλικά λουλούδια
που θα οργώσουνε τη γη βαθιά
έτσι που ο σπόρος
να βγει πιο δυνατός, πιο πλούσιος.
Κι ήταν αυτό το εργοστάσιο
που είχε γίνει στάχτη
άμορφο σίδερο, αφρός
ματοβαμμένος του πολέμου,
μα που η καρδιά του δε σταμάτησε,
γιατί ’χε μάθει να πεθαίνει και να γεννιέται πάλι.

Το Στάλινγκραντ στον κόσμο έδωσε
εκείνο της ζωής το μέγα μάθημα:
να γεννιέσαι, να γεννιέσαι, να γεννιέσαι,
κι έτσι γεννιότανε
πεθαίνοντας
πολυβολούσε
όπως γεννιότανε,
έπεφτε καταγής και σηκωνότανε
με μια αστραπή στο χέρι.
Όλες τις νύχτες εξεμάτωνε
κι ύστερα πάλι την αυγή
μπορούσε να αιμοδοτεί
όλες της γης τις πόλεις.
Κι ήταν ακόμα πιο χλωμό κι από το μαύρο χιόνι
κι ως το ’στρωνε ο θάνατος
κι όπως εσύ εκοίταζες
για να το δεις να πέφτει να σωριάζεται, κι εκεί που όλοι θρηνούσαμε
της ρώμης του το τέλος,
αυτό μας χαμογέλαγε,
μας χαμογέλαγε
το Στάλινγκραντ.

Και τώρα
πάει καλιά του ο θάνατος:
μονάχα κάτι τοίχοι,
κάνα λιωμένο σίδερο
βομβαρδισμένο και στραβό,
κάνα απομεινάρι μοναχά,
σημάδι περηφάνιας·
σήμερα όλα είναι λαμπερά, φεγγάρι κι ουρανός,
το άσπρο του χιονιού κι οι αποφάσεις,
και στην κορφή
ένα κλαρί ακακίας,
με τ’ άνθη του, τα φύλλα του, τ’ αγκαθερά του τα όπλα,
του Στάλινγκραντ
η άνοιξη η απέραντη
το άρωμα το δυνατό
του Στάλινγκραντ.

 

Τα Σταφύλια κι ο Άνεμος (1954)

Μετάφραση: Μπάμπης Ζαφειράτος, 13 Σεπτεμβρίου 2019

_______________________

Το ισπανικό κείμενο των ποιημάτων, στο τέλος

_______________________

***

 

Σημειώσεις στον Δεύτερο Ύμνο

 

Μόσχα 1962. Με τη σύζυγό του Ματίλντε Ουρούτια. ©-Sputnik / Yuryi Abramochkin. (Πηγή φωτό: https://mundo.sputniknews.com)

 

και μες στις φυλακές μια αλυσίδα μαύρα μάτια / που στέρνουνε μηνύματα, χαράζοντας στους τοίχους τ’ όνομά σου (y hay en la cárcel una cadena de ojos negros / que horadan las paredes con tu nombre): Αν και δεν είναι γραμμένο Μαύρα Μάτια (με κεφαλαία), πρόκειται κατά την εκτίμησή μου για καθαρή αναφορά στην ομώνυμη πόλη της επαρχίας Τερουέλ, που βρίσκεται στη σημερινή περιοχή Χιλόκα της Αραγονίας.

Η εκτίμηση στηρίζεται και στο γεγονός ότι η πόλη έχει τρεις πύργους και τον παλαιότερο, τον Κεντρικό Πύργο ο λαός τον λέει La Cárcel – Η φυλακή. Κατά τον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο, 17 Ιουλ 1936 – 1 Απρ 1939, ήταν οχυρωμένη θέση, με ολόκληρη την επαρχία Τερουέλ να γίνεται ένα από τα πιο αιματηρά πεδία μάχης και αντίστασης των Δημοκρατικών απέναντι στους φαλαγγίτες του Φράνκο, που τον στηρίζει η ναζιστική Γερμανία και η φασιστική Ιταλία. [Βλ. και το ποίημα του Νερούδα: Ύμνος στον Μπολιβάρ].

Το ποίημα είναι γραμμένο τον Σεπ. του 1942, μόλις τριάμισι χρόνια μετά τη λήξη του Εμφύλιου, και τα γεγονότα είναι ακόμα νωπά στη μνήμη του Νερούδα. Οι φυλακές του Φράνκο είναι γεμάτες από πατριώτες και κομμουνιστές που αγωνιούνε για το Στάλινγκραντ, αφού οι Δημοκρατικοί εφοδιάζονταν με όπλα και εθελοντές από την ΕΣΣΔ και την Κομμουνιστική Διεθνή. Ας σημειωθεί ότι στο πλευρό τους πολέμησαν και περίπου 250 Έλληνες.

Η νίκη του στρατιωτικού κινήματος του Φράνκο στην πόλη της Σαραγόσα, στις 18 Ιουλίου, έσυρε μεγάλο μέρος της Αραγονίας στην εθνικιστική πλευρά. Στις 19 Ιουλίου ομάδες στρατιωτών, πολιτικών φρουρών και ένοπλων πολιτών βγαίνουν στους δρόμους και κηρύσσουν σε κατάσταση πολέμου την Τερουέλ και τα μεγαλύτερα χωριά της κοιλάδας Χιλόκα.

Στις 20 Ιουλίου, όλες οι δυνάμεις ασφαλείας υποστήριξαν την εξέγερση, και κινήθηκαν για κατάληψη των στρατηγικών σημείων. 

Τα συνδικάτα, με μεγάλη επιρροή στις κοινότητες Καμινρεάλ και Ojos Negros (Μαύρα Μάτια), κήρυξαν γενική απεργία. Ο σιδηροδρομικός τομέας προσπάθησε να διακόψει τις επικοινωνίες μεταξύ Σαραγόσα και Τερουέλ, αλλά στις 25 Ιουλίου αποφασίστηκε η στρατιωτικοποίηση των σιδηροδρόμων.

Παράλληλα με την εδραίωση της εξουσίας, η καταστολή των ηγετών των φιλελεύθερων, εργατικών και συνδικαλιστικών κομμάτων, απ’ όλη την περιοχή, κι απ’ το Ojos Negros, ακόμη και εκείνων που είχαν δείξει τη συμπάθειά τους προς τη Δημοκρατία, εξαπλώθηκε σε όλη την κοιλάδα.

Ο αιμοσταγής στρατηγός Μόλα διέταξε «να εξοντωθούν αδίσταχτα και ανελέητα όσοι δεν σκέφτονται σαν εμάς».

Ο Νερούδα στην ίδια συλλογή (Τρίτη Επίγεια Κατοικία), στην ενότητα IV. Με την Ισπανία στην Καρδιά, «αφιερώνει» στο στρατηγό το ποίημά του 

Ο Μόλα στα Τάρταρα

Σερνάμενο το βρομερό μουλάρι ο Μόλα
από γκρεμνό σ’ αιώνιο γκρεμνό κατρακυλάει,
ναυάγιο δέρνεται απ’ το ’να κύμα στ’ άλλο,
σμπαραλιασμένος όλο κέρατα και θειάφι,
βρασμένος σε χολή κι
ασβέστη, άμορφη μάζα·
στα τάρταρα τον περιμένουνε πεσκέσι,
και πάει ο μπάσταρδος, ο Μόλα το μουλάρι
πάει στον αγύριστο, μισοψημένη η λέρα,
με ωραίες φλόγες στην ουρά του και στον κώλο.

Μετάφραση: Μπάμπης Ζαφειράτος, 30 Ιαν. 2020

*

Pedro Garfias Zurita (Σαλαμάνκα, 27 Μαΐ. 1901 – Μοντερέι, Μεξικό, 9 Αυγ. 1967). Κομμουνιστής Ισπανός ποιητής της πρωτοπορίας. 

Κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου, ταγμένος στο πλευρό της Δημοκρατίας του Αθάνια,  είναι Επίτροπος στα τάγματα της Βιγιαφράνκα και Μπαουτίστα Γαρσέτ, στο μέτωπο της Κόρδοβα στο Ποσομπλάνκο και στη συνέχεια στη Βαλένθια με θέση στο Γενικό Επιμελητήριο του Πολέμου. Από τους ιδρυτές της Συμμαχίας των Αντιφασιστών Διανοουμένων για την Προστασία του Πολιτισμού.

Αρθρογραφούσε στην εφημερίδα Frente Rojo (Κόκκινο Μέτωπο). Το 1938 του απονεμήθηκε το Εθνικό Βραβείο, από κριτική επιτροπή με τον Αντόνιο Ματσάδο για τη συλλογή του Ποιήματα του Ισπανικού Πολέμου. 

Μετά τον Εμφύλιο, πέρασε σε έναν στρατόπεδο προσφύγων στη Γαλλία και από εκεί, τον Απρίλιο του 1939, στην Αγγλία.

Από το 1940 έζησε στο Μεξικό και πέθανε στο Μοντερέι, που τον τίμησε με προτομή στην πλατεία Σεβίλλης στην Γουανταλαχάρα.

*

μικρά ανδραγαθήματα, / σαν της Μαδαγασκάρης που οι στρατηγοί / δολοφονούν ηρωικά πενήντα πέντε πίθηκους.

Στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, στρατεύματα της Μαδαγασκάρης πολέμησαν στη Γαλλία, στο Μαρόκο και στη Συρία.  Έπειτα από την παράδοση  της Νότιας Γαλλίας στο ναζιστικό καθεστώς, η κυβέρνηση Βισύ διοίκησε το νησί, που καταλήφθηκε από βρετανικά στρατεύματα το 1942 κατά τη μάχη της Μαδαγασκάρης. Στη συνέχεια οι Βρετανοί παρέδωσαν τον έλεγχο της διακυβέρνησης του νησιού στην κυβέρνηση των Ελεύθερων Γάλλων, με επικεφαλής το Στρατηγό Σαρλ Ντε Γκωλ.

*

Σύντομο Χρονολόγιο 1942 – 1943

 

Λύντια Βλαντίμιροβνα Λιτβιάκ (18 Αυγ. 1921 – 1 Αυγ. 1943). Η Λίλια με τ’ όνομα. Το Άσπρο Κρίνο του Στάλινγκραντ. Από 14 χρονών στη σχολή πλοήγησης. Πιλότος, διοικητής μονάδας, αντισμήναρχος. Μαχήτρια της Σοβιετικής Πολεμικής Αεροπορίας, από την έναρξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, με 168 συνολικά αποστολές στο ενεργητικό της. Στα 22 της χρόνια, στη μάχη του Κουρσκ, από την τέταρτη, μέσα σε 24 ώρες, αποστολή της δεν γύρισε ποτέ. (Πηγή φωτό: https://ok.ru/dorogamipamyiti).

 

28 Ιουνίου 1942 – Σεπτέμβριος 1942

Η Γερμανία και οι σύμμαχοί της στον Άξονα εξαπολύουν νέα επίθεση εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης. Έως τα μέσα Σεπτεμβρίου, τα γερμανικά στρατεύματα φτάνουν πολεμώντας στο Στάλινγκραντ (Βόλγκογκραντ) στον ποταμό Βόλγα και διεισδύουν βαθιά στον Καύκασο, έχοντας πρώτα εξασφαλίσει κυριότητα στη χερσόνησο της Κριμαίας.

 

8 Νοεμβρίου 1942

Αμερικανικά και βρετανικά στρατεύματα αποβιβάζονται σε διάφορα σημεία των ακτών της Αλγερίας και του Μαρόκου στη Γαλλική Βόρεια Αφρική. Η αποτυχία των στρατευμάτων της Γαλλίας του Βισύ να αμυνθούν εναντίον της εισβολής δίνει τη δυνατότητα στους Συμμάχους να κινηθούν γρήγορα προς τα δυτικά σύνορα της Τυνησίας και οδηγεί στη γερμανική κατάληψη της νότιας Γαλλίας στις 11 Νοεμβρίου.

 

23 Νοεμβρίου 1942 – 2 Φεβρουαρίου 1943

Τα σοβιετικά στρατεύματα αντεπιτίθενται, διαπερνώντας τις ουγγρικές και ρουμανικές γραμμές βορειοδυτικά και νοτιοδυτικά του Στάλινγκραντ, παγιδεύοντας τη γερμανική Έκτη Στρατιά στην πόλη. Καθώς οι Χίτλερ τούς είχε απαγορεύσει να υποχωρήσουν ή να προσπαθήσουν να διαφύγουν από τον σοβιετικό δακτύλιο, οι επιζώντες της Έκτης Στρατιάς παραδόθηκαν στις 30 Ιανουαρίου και 2 Φεβρουαρίου 1943.

 

Μέσερσμιτ BF 109. Η ραχοκοκαλιά της Λουφτβάφε στη μάχη του Στάλινγκραντ. Συνολικά 160 γερμανικά αεροσκάφη καταστράφηκαν και 328 υπέστησαν σοβαρή βλάβη. H γερμανική αεροπορία έχασε περίπου 1.000 άντρες από το πλήρωμα των αεροπλάνων με αποτέλεσμα τέσσερεις μονάδες μεταφοράς των Ναζί να καταστραφούν ολοσχερώς. (Πηγή φωτό: https: https://ok.ru/dorogamipamyiti).

 

13 Μαΐου 1943

Οι δυνάμεις του Άξονα στην Τυνησία παραδίνονται στους Συμμάχους, βάζοντας τέλος στην εκστρατεία της Βόρειας Αφρικής.

 

5 Ιουλίου 1943

Οι Γερμανοί εξαπολύουν μια τεράστια επίθεση με τεθωρακισμένα στο Κουρσκ της Σοβιετικής Ένωσης. Οι Σοβιετικοί αποκρούουν την επίθεση μέσα σε μία εβδομάδα και εξαπολύουν και αυτοί με τη σειρά τους επίθεση.

 

6 Νοεμβρίου 1943

Σοβιετικά στρατεύματα απελευθερώνουν το Κίεβο.

 

Τελικά, μόνο στις 6 Ιουνίου του 1944, όταν ο πόλεμος έχει πια κριθεί:

Βρετανικά και αμερικανικά στρατεύματα αποβιβάζονται επιτυχώς στις ακτές της Νορμανδίας στη Γαλλία, ανοίγοντας ένα «Δεύτερο μέτωπο» εναντίον των Γερμανών, οδηγώντας τους, ουσιαστικά, σε ένα δεύτερο Στάλινγκραντ.

Πηγή: https://encyclopedia.ushmm.org)

 

Δες και:

Πάμπλο Νερούδα: Ύμνος στον Κόκκινο Στρατό μπρος στο κατώφλι της Πρωσίας

***

 

Ισπανικό κείμενο

 

Πάμπλο Νερούδα – Ρικάρδο Ελιέσερ Νεφταλί Ρέγιες Μπασοάλτο
(Pablo Neruda – Ricardo Eliécer Neftalí Reyes Basoalto)
Χιλή, Παράλ, 12 Ιουλ. 1904 – Σαντιάγο, 23 Σεπ. 1973
Σχέδιο (1 από 2 του Νερούδα), Μπάμπης Ζαφειράτος, 23.XII.2015 (Μελάνι, 29 χ 21 εκ.)

 

Canto a Stalingrado

Pablo neruda

 

En la noche el labriego duerme, despierta y hunde
su mano en las tinieblas preguntando a la aurora:
alba, sol de mañana, luz del día que viene,
dime si aún las manos más puras de los hombres
defienden el castillo del honor, dime, aurora,
si el acero en tu frente rompe su poderío,
si el hombre está en su sitio, si el trueno está en su sitio,
dime, dice el labriego, si no escucha la tierra
cómo cae la sangre de los enrojecidos
héroes, en la grandeza de la noche terrestre,
dime si sobre el árbol todavía está el cielo,
dime si aún la pólvora suena en Stalingrado.

Y el marinero en medio del mar terrible mira
buscando ente las húmedas constelaciones
una, la roja estrella de la ciudad ardiente,
y halla en su corazón esa estrella que quema,
esa estrella de orgullo quieren tocar sus manos,
esa estrella de llanto la construyen sus ojos.

Ciudad, estrella roja, dicen el mar y el hombre,
ciudad, cierra tus rayos, cierra tus puertas duras,
cierra, ciudad, tu ilustre laurel ensangrentado,
y que la noche tiemble con el brillo sombrío
de tus ojos detrás de un planeta de espadas.

Y el español recuerda Madrid y dice: hermana,
resiste, capital de la gloria, resiste:
del suelo se alza toda la sangre derramada
de España, y por España se levanta de nuevo,
y el español pregunta junto al muro
de los fusilamientos, si Stalingrado vive:
y hay en la cárcel una cadena de ojos negros
que horadan las paredes con tu nombre,
y España se sacude con tu sangre y tus muertos,
porque tú le tendiste, Stalingrado, el alma
cuando España paría héroes como los tuyos.

Ella conoce la soledad, España,
como hoy, Stalingrado, tú conoces la tuya,
España desgarró la tierra con sus uñas
cuando París estaba más bonita que nunca,
España desangraba su inmenso árbol de sangre
cuando Londres peinaba, como nos cuenta Pedro
Garfías
, su césped y sus lagos de cisnes.
Hoy ya conoces eso, regia virgen,
hoy ya conoces, Rusia, la soledad y el frío.
Cuando miles de obuses tu corazón destrozan,
cuando los escorpiones con crimen y veneno,
Stalingrado, acuden a morder tus entrañas,
Nueva York baila, Londres medita, y yo digo “merde”
porque mi corazón no puede más y nuestros
corazones
no pueden más, no pueden
en un mundo que deja morir solos a sus héroes.

¿Los dejáis solos? ¡Ya vendrán por vosotros!
¿Los dejáis solos?
¿Queréis que la vida
huya a la tumba, y la sonrisa de los hombres
sea borrada por la letrina y el calvario?
¿Por qué no respondéis?
¿Queréis más muertos en frente del Este
hasta que llenen totalmente el cielo vuestro?
Pero entonces no os va a quedar sino el infierno.
El mundo está cansándose de pequeñas hazañas,
de que en Madagascar los generales
maten con heroísmo cincuenta y cinco monos.

El mundo está cansado de otoñales reuniones
presididas aún por un paraguas.

Ciudad, Stalingrado, no podemos
llegar a tus murallas, estamos lejos.
Somos los mexicanos, somos los araucanos,
somos los patagones, somos los guaraníes,
somos los uruguayos, somos los chilenos,
somos millones de hombres.

Ya tenemos por suerte deudos en la familia,
pero aún no llegamos a defenderte, madre.
Ciudad, ciudad de fuego, resiste hasta que un día
lleguemos, indios náufragos, a tocar tus murallas
como un beso de hijos que esperaban llegar.

Stalingrado, aún no hay Segundo Frente,
pero no caerás aunque el hierro y el fuego
te muerdan día y noche.

¡Aunque mueras, no mueres!

Porque los hombres ya no tienen muerte
y tienen que seguir luchando desde el sitio en que caen
hasta que la victoria no esté sino en tus manos
aunque estén fatigadas y horadadas y muertas,
porque otras manos rojas, cuando las vuestras caigan,
sembrarán por el mundo los huesos de tus héroes
para que tu semilla llene toda la tierra.

 

Tercera Residencia – V, 1935-1945 (1947)

Canto a Stalingrado. En P. Neruda, Obras completas. Vol. 1 (pp. 296-298). Tercera edición. Buenos Aires: Losada.

 

*

 

Nuevo canto de amor a Stalingrado (1943)

 

Yo escribí sobre el tiempo y sobre el agua,
describí el luto y su metal morado,
yo escribí sobre el cielo y la manzana,
.                ahora escribo sobre Stalingrado.

Ya la novia guardó con su pañuelo
el rayo de mi amor enamorado,
ahora mi corazón está en el suelo,
.                en el humo y la luz de Stalingrado.

Yo toqué con mis manos la camisa
del crepúsculo azul y derrotado:
ahora toco el alba de la vida
.                naciendo con el sol de Stalingrado.

Yo sé que el viejo joven transitorio
de pluma, como un cisne encuadernado,
desencuaderna su dolor notorio
.                por mi grito de amor a Stalingrado.

Yo pongo el alma mía donde quiero.
Y no me nutro de papel cansado,
adobado de tinta y de tintero.
.                Nací para cantar a Stalingrado.

Mi voz estuvo con tus grandes muertos
contra tus propios muros machacados,
mi voz sonó como campana y viento
.                mirándote morir, Stalingrado.

Ahora americanos combatientes
blancos y oscuros como los granados,
matan en el desierto a la serpiente.
.                Ya no estás sola, Stalingrado.

Francia vuelve a la viejas barricadas
con pabellón de furia enarbolado
sobre las lágrimas recién secadas.
.                Ya no estás sola, Stalingrado.

Y los grandes leones de Inglaterra
volando sobre el mar huracanado
clavan las garras en la parda tierra.
.                Ya no estás sola, Stalingrado.

Hoy bajo tus montañas de escarmiento
no sólo están los tuyos enterrados:
temblando está la carne de los muertos
.                que tocaron tu frente, Stalingrado.

Deshechas van las invasoras manos,
triturados los ojos del soldado,
están llenos de sangre los zapatos
.                que pisaron tu puerta, Stalingrado.

Tu acero azul de orgullo construido,
tu pelo de planetas coronados,
tu baluarte de panes divididos,
.                tu frontera sombría, Stalingrado.

Tu Patria de martillos y laureles,
la sangre sobre tu esplendor nevado,
la mirada de Stalin a la nieve
.                tejida con tu sangre, Stalingrado.

Las condecoraciones que tus muertos
han puesto sobre el pecho traspasado
de la tierra, y el estremecimiento
.                de la muerte y la vida, Stalingrado.

La sal profunda que de nuevo traes
al corazón del hombre acongojado
con la rama de rojos capitanes
.                salidos de tu sangre, Stalingrado.

La esperanza que rompe en los jardines
como la flor del árbol esperado,
la página grabada de fusiles,
.                las letras de la luz, Stalingrado.

La torre que concibes en la altura,
los altares de piedra ensangrentados,
los defensores de tu edad madura,
.                los hijos de tu piel, Stalingrado.

Las águilas ardientes de tus piedras,
los metales por tu alma amamantados,
los adioses de lágrimas inmensas
.                y las olas de amor, Stalingrado.

Los huesos de asesinos malheridos,
los invasores párpados cerrados,
y los conquistadores fugitivos
.                detrás de tu centella, Stalingrado.

Los que humillaron la curva del Arco
y las aguas del Sena han taladrado
con el consentimiento del esclavo,
.                se detuvieron en Stalingrado.

Los que Praga la Bella sobre lágrimas,
sobre lo enmudecido y traicionado,
pasaron pisoteando sus heridas,
.                murieron en Stalingrado.

Los que en la gruta griega han escupido,
la estalactita de cristal truncado
y su clásico azul enrarecido,
.                ahora dónde están, Stalingrado?

Los que España quemaron y rompieron
dejando el corazón encadenado
de esa madre de encinos y guerreros,
.                se pudren a tus pies, Stalingrado.

Los que en Holanda, tulipanes y agua
salpicaron de lodo ensangrentado
y esparcieron el látigo y la espada,
.                ahora duermen en Stalingrado.

Los que en la noche blanca de Noruega
con un aullido de chacal soltado
quemaron esa helada primavera,
.                enmudecieron en Stalingrado.

Honor a ti por lo que el aire trae,
lo que se ha de cantar y lo cantado,
honor para tus madres y tus hijos
.                y tus nietos, Stalingrado.

Honor al combatiente de la bruma,
honor al comisario y al soldado,
honor al cielo detrás de tu luna,
.                honor al sol de Stalingrado.

Guárdame un trozo de violenta espuma,
guárdame un rifle, guárdame un arado,
y que lo pongan en mi sepultura
con una espiga roja de tu estado,
para que sepan, si hay alguna duda,
que he muerto amándote y que me has amado,
y si no he combatido en tu cintura
dejo en tu honor esta granada oscura,
.                este canto de amor a Stalingrado.

 

Tercera Residencia – V, 1935-1945 (1947)

Nuevo canto de amor a Stalingrado. En Ρ. Neruda,  Obras completas. Vol. 1 (σελίδες 298-304). Tercera edición. Μπουένος Άιρες: Losada.

 

*

 

Tercer canto de amor a Stalingrado (1949)

Pablo neruda

 

Stalingrado con las alas tórridas
del verano, las blancas
mansiones elevándose
una ciudad cualquiera.
La gente apresurada
a su trabajo.
Un perro cruza
el día polvoriento.
Una muchacha corre
con un papel en la mano.
No pasa nada
sino el Volga
de aguas oscuras.
Una a una las casas
se levantaron
desde el pecho del hombre,
y volvieron los sellos de correo,
los buzones,
los árboles,
volvieron los niños,
las escuelas,
volvió el amor,
las madres
han parido,
volvieron las cerezas
a las ramas,
el viento
al cielo,
y ¿entonces?

Sí, es la misma,
no cabe duda.
Aquí estuvo la línea,
la calle,
la esquina,
el metro y el centímetro
en donde nuestra vida y la razón
de todas nuestras vidas
fué ganada
con sangre.
Aquí se cortó el nudo
que apretó la garganta
de la historia.
Aquí fué. Si parece mentira
que podamos
pisar la calle y ver
la muchacha y el perro,
escribir una carta,
mandar un telegrama,
pero tal vez
para esto,
para este día igual
a cada día,
para este sol sencillo
en la paz de los hombres
fué la victoria,
aquí, en esta ceniza
de la tierra sagrada.
Pan de hoy, libro de hoy, pino reciente
plantado esta mañana,
luminosa avenida
recién llegada del papel
en donde el ingeniero
la trazó bajo el viento de la guerra,
niña que pasas, perro
que atraviesas el día polvoriento,
¡oh! milagros,
milagros de la sangre,
milagros del acero y del Partido,
milagros de nuestro nuevo mundo.

¿Rama de acacia con espina y flores,
¿en dónde, en dónde
tendrás mayor perfume
que en este sitio en que todo perfume fué borrado,
en que todo cayó
menos el hombre,
el hombre de estos días,
el soldado soviético?

¡Oh, rama perfumada,
hueles
aquí
más que una reunida primavera!

Aquí hueles a hombre y esperanza,
aquí, rama de acacia,
no pudo quemarte el fuego
ni sepultarte el viento de la muerte.
Aquí resucitaste cada día
sin haber muerto nunca,
y hoy en tu aroma el infinito humano
de ayer y de mañana,
de pasado mañana,
nos vuelve a dar su eternidad florida.
Eres como la usina de tractores:
hoy florece de nuevo
grandes flores metálicas
que entrarán en la tierra
para que la semilla
sea multiplicada.
También la usina
fué ceniza,
hierro torcido, espuma
sangrienta de la guerra,
pero su corazón no se detuvo,
fué aprendiendo a morir y a renacer.

Stalingrado enseñó al mundo
la suprema lección de la vida:
nacer, nacer, nacer,
y nacía
muriendo
disparaba
naciendo,
se iba de bruces y se levantaba
con un rayo en la mano.
Toda la noche se iba desangrando
y ya en la aurora
podía prestar sangre
a todas las ciudades de la tierra.
Palidecía con la nieve negra
y toda la muerte cayendo
y cuando tú mirabas
para verla caer, cuando llorábamos
su final de fortaleza,
ella nos sonreía,
Stalingrado
nos sonreía.

Y ahora
la muerte se ha ido:
sólo algunas paredes,
alguna contorsión de hierro
bombardeado y torcido,
sólo algún rastro
como una cicatriz de orgullo,
hoy todo es claridad, luna y espacio,
decisión y blancura,
y en lo alto
una rama de acacia,
hojas, flores, espinas defensoras,
la extensa primavera
de Stalingrado,
el invencible aroma
de Stalingrado!

 

Las Uvas y el Viento (1954)

Tercer canto de amor a Stalingrado. En Ρ. Neruda,  Obras completas. Vol. 1 (σελ. 801-804). Tercera edición. Μπουένος Άιρες: Losada.

*

Άλλες μεταφράσεις του Μπ. Ζ.

Κατιούσα και Μποτίλια Στον Άνεμο

*

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

2 Trackbacks

Κάντε ένα σχόλιο: