Κι αν πεινάσεις στην ΚΟΑ; – Η επανάσταση περνά απ’ το στομάχι

Η Ομόνοια κρύβει πολλές γαστριμαργικές γωνιές που περιμένουν να τις ανακαλύψεις για να κλέψουν την καρδιά ή μάλλον το στομάχι σου…

Η επανάσταση περνάει απ’ το στομάχι, όπως και να ερμηνεύει κανείς το δίπολο αυτό και τη διαλεκτική του σύνδεση. Οι χορτάτοι δεν έχουν κίνητρο να επαναστατήσουν. Οι πεινασμένοι μπορεί να είναι πιο ευάλωτοι στις πιέσεις και να έχουν μάθει να βολεύονται με τα ψίχουλα, σκύβοντας το κεφάλι. Εξάλλου, νηστικό αρκούδι δε χορεύει, ακόμα κι αν ακόμα κι αν οιστρηλατείται από τη σοβιετική αρκούδα και ηρωικούς αγώνες συντρόφων, που ανέβηκαν στο βουνό και στερήθηκαν αγόγγυστα τα βασικά, για μήνες. Οι οικονομικοί αγώνες είναι μαγιά για την ταξική συνείδηση, και στην Ελλάδα ειδικά, συμπυκνώθηκαν στο αίτημα και την πάλη για “ψωμί”. Όπου δική μας δουλειά είναι να δείξουμε πως δε μας ενδιαφέρει απλά ένα καρβέλι, αλλά ο φούρνος ολόκληρος.

Το ερώτημα του τίτλου λοιπόν θα μπορούσε να διατυπωθεί κι ως εξής: Τι γίνεται άμα πεινάσεις όταν βρεθείς στην Ομόνοια, που χάνει σιγά – σιγά την αίγλη της και τα εμβληματικά της σημεία, μαζί με κάποια γαστριμαργικά της καταφύγια; Η λίστα που ακολουθεί είναι εντελώς ενδεικτική, εντελώς υποκειμενική και σηκώνει σίγουρα πολλή κουβέντα, προσθήκες, διορθώσεις.

Ακριβώς απέναντι από την ΚΟΑ… βασικά ακριβώς απέναντι από το κτίριο της ΚΟΑ πήγε και εγκαταστάθηκε το ΑΤ Ομονοίας, με προφανή σκοπιμότητα, κι όσοι πίστευαν αφελώς πως θα είναι ασπίδα αναβάθμισης για την περιοχή, που πάσχει από μικρο-εγκληματικότητα, είδαν το Αστυνομικό Τμήμα να μετατρέπεται σε ασπίδα για το εμπόριο ναρκωτικών και λευκής σαρκός με ιερόδουλες παντός χρώματος, που λαμβάνει χώρα στη Σωκράτους, σε απόσταση μιας ανάσας από τη Βερανζέρου, με την ασφάλεια που τους προσφέρει ο προστάτης τους, ακριβώς παραδίπλα.

Απέναντι από την ΚΟΑ λοιπόν, αλλά όχι απ’ την πλευρά της Βερανζέρου, στον πεζόδρομο της Κοτοπούλη, είναι η ξακουστή Στάνη με τη δύναμη της παράδοσης, τις γνωστές δημοφιλείς κρεμούλες (βανίλια, σοκολάτα, ανάμεικτη, ρυζόγαλο) και φημισμένο γαλακτομπούρεκο. Αν κατέβεις την ανηφόρα προς την Ομόνοια (είναι λίγο μπέρδεμα πού είναι το πάνω και πού το κάτω στο κέντρο της Αθήνας), πετυχαίνεις τη Σατωβριάνδου και την παράδοση του Λευτέρη με τα μικρά παραδοσιακά κεμπάπ του (χωρίς πατάτες σημαίνει αυτό), με την ωραία σάλτσα και την έντονη αρνίσια γεύση. Αλλά και με τόσο μικρό μέγεθος που μπορεί να κάνει έναν βορειοελλαδίτη ή έναν κρητικό να αναστενάξει μελαγχολικά, όπως ο Οβελίξ μπροστά από τη ρώγα του σταφυλιού του για επιδόρπιο. Ιδίως αν δει την πίτα αλάδωτη και νιώσει στο πετσί του ή μάλλον στο στομάχι του την κυριολεξία της φράσης “να λαδώσει το αντεράκι μας”. Λες και του κάνουν οικονομία οι λαδέμπορες, γιατί καλή η παράδοση, αλλά κάπου αρχίζεις να την ψυλλιάζεσαι τη δουλειά, όταν βλέπεις τόσα μαγαζιά με χρονολογία ίδρυσης λίγο μετά το τέλος του εμφυλίου. Τέλος πάντων εμείς να φάμε πάμε κι όχι να τους φάμε και ναι μεν η ποσότητα δεν είναι το παν, αλλιώς να το κλείσουμε το μαγαζί (ή το κτίριο της ΚΟΑ απέναντι) και ν ‘ανοίξουμε κάτι άλλο, με γκουρμέ πιατάκια και γεύσεις.

Αυτά όμως δε χρειάζεσαι οδηγό για να τα βρεις, πέφτεις πάνω τους με μια απλή βόλτα, που παρουσιάζει ενδιαφέρον ως κοινωνική παρατήρηση, με τον κόσμο που μαζεύει, τους πελάτες του Χόντος, τους τουρίστες του Κοσμοπόλιταν, κι από κάτω δυο έργα σεξ. Αντιθέτως, αυτό που χρειάζεται πιθανότατα οδηγίες, πετραδάκια ή μίτο της Αριάδνης για να το βρεις, είναι το Υπόγειο Υποβρύχιο στην αρχή της Αιόλου, ακριβώς δίπλα στην Ομόνοια, σε μια υπόγεια στοά, που θα μορούσε να είναι εισαγωγή για τα κεφάλαια των φαγάδικων της Βαρβάκειου λίγο πιο κάτω ή εναλλακτικά της γαστριμαργικής μασονίας με τις ενδιαφέρουσες στοές.

Είναι καλά κρυμμένο μυστικό, αλλά οι άνθρωποι ποντάρουν πως μια δοκιμή θα σε πείσει να ξανάρθεις και να το διαδώσεις στους φίλους σου. Στα θετικά καταγράφεται το κλίμα, ο Βούλγαρος μάγειρας Μιλέν -για τον οποίο έχουν πολλές ωραίες ιστορίες να διηγηθούν οι τακτικοί θαμώνες του μαγαζιού- το ικανοποιητικό μέγεθος των πιάτων που δεν είναι απλοί μεζέδες, η γεύση τους, η καυτερή σάλτσα με το σλάβικο όνομα. Ακόμα και η κιθάρα που μπορεί να συναντήσεις καμιά φορά, όπως πχ στο τελευταίο Πολυτεχνείο, που κολλούσε και στο σκηνικό αλά “Μεταπολίτευση”.

Δεν είναι ίσως η καλύτερη επιλογή για τις καλές ανοιξιάτικες μέρες με λιακάδα, είναι όμως ιδανικό για επίσκεψη τις κρύες και βροχερές μέρες.

Κάποιοι θα πρότειναν ίσως και την Κρήτη στη στοά κάτω από το Συνδικάτο Οικοδόμων: απάκι, κολοκυθανθοί, σφακιανή πίτα με μέλι. Αν και για όλα αυτά ισχύει ίσως ό,τι και για το γύρο Θεσσαλονίκης, την μπουγάτσα Θεσσαλονίκης και το κουλούρι Θεσσαλονίκης (που δεν ήξερα πως το λένε “Θεσσαλονίκης”, μέχρι που έφυγα από τη Θεσσαλονίκη): καλύτερα μάλλον να τα καταναλώνεις στον τόπο τους.

Κρατάμε κάβα για επόμενες αναρτήσεις την Κάνιγγος, που κάποτε φιλοξενούσε ένα κούρδικο ταχυφαγείο, μέχρι που έδρασαν μαφιόζικα οι μυστικές υπηρεσίες της Τουρκίας, αλωνίζοντας σε ξέφραγο αμπέλι, και άλλες βαλκανικές γεύσεις στα πέριξ, που είναι αρκετά οικείες στους βορειοελλαδίτες.

Περνάμε λοιπόν στο επιμύθιο που λέει: η Ομόνοια και τα πέριξ της έχουν πολλά μέρη να ανακαλύψει κανείς, με το άθλημα της στοάς (stoing, όπως το λέει ένας φίλος) και τα φαλαφελατζίδικα των μεταναστών, που αξίζουν επίσης μια ξεχωριστή ανάρτηση, αλλά και εξελληνισμένα ονόματα οδών, όπως Βερανζέρου και Σατωβριάνδου, Γκυιλφόρδου κοκ, που κλέβουν την καρδιά του Άλεξ Δελάρζ και του Λαϊκού Στρώματος (δε βλέπουν τα δικά μας, με κάτι Μακένζι και Δεσπεραί -το παλικάρι) και περιμένουν να κλέψουν και το στομάχι τους…

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

3 Σχόλια

  • Mprezinski Ο/Η Mprezinski λέει:

    Ευγενές άθλημα συναθλητή μου το stoing. Από αυτά που το κυνήγι του κέρδους και τα μεγάλα συμφέροντα δε θα το μετατρέψουν σε ένα εμπορικό προϊόν….
    Δε θα το εντάξουν σε Ολυμπιάδες , ούτε θα κατασκευάσουν ειδικές διοργανώσεις με όρους τηλεθέασης.

    Δημοκρατικό καθώς καθένας μπορεί να συμμετάσχει μα πάνω απ’ όλα έντονα εγκεφαλικό και με όρους μαζικού λαικου αθλητισμού.

    Στα γήπεδα λοιπόν ας ανταμώνουμε

  • Γ. Κ. Ο/Η Γ. Κ. λέει:

    Βρίσκω πολύ επιτυχημένη την φαγητοθεματική ενότητα της Κατιούσας. Το μερακλήδικο, ποιοτικό φαγητό είναι αναπόσπαστο κομμάτι του λαϊκού μας πολιτισμού και μπράβο στους συντελεστές που το αναγνωρίζουν και το προωθούν αναλόγως. Σχετικά με τις προτάσεις, έχω μια ένσταση σχετικά με την Κρήτη, στην οποία τα πιάτα αν και νόστιμα, είναι μικρά και ακριβά.

  • Γ.Κ. συμφωνώ για την Κρήτη για αυτό το διατυπώνω έτσι λίγο διπλωματικά: “κάποιοι θα πρότειναν…”. Ευχαριστούμε για τα καλά λόγια, ελπίζουμε να γίνει όντως ενότητα, η οποία θα εμπλουτιστεί με άλλα παρόμοια θέματα λίαν συντόμως.

    Το βασικό βέβαια είναι να βοηθήσει με τις γνώσεις του ο Μπρεζίνσκι στο ευγενές άθλημα του στόινγκ και πάντα να ανταμώνουμε…

Κάντε ένα σχόλιο: