«Τα οχυρά της Νάουσας δεν υπάρχουν πια, μπήκανε αντάρτες βάλανε φωτιά…»

11 του Γενάρη 1949… λες και τα στοιχεία της φύσης ξέρασαν την οργή τους πάνω σ’ αυτό το κομμάτι της γης, λες και ράγισε το βουνό από χιλιάδες αστροπελέκια. Το έμπειρο αυτί του παλιού μαχητή ξαφνιάζεται. Δεν το ’χει ακούσει και δεν το περίμενε αυτό κανείς. Τι ήταν; Η δύναμη του Δημοκρατικού Στρατού…

«Τα οχυρά της Νάουσας δεν υπάρχουν πια, μπήκανε αντάρτες βάλανε φωτιά…»

Στις 11 του Γενάρη 1949, ο ΔΣΕ επιτίθεται κατά των κυβερνητικών δυνάμεων στη Νάουσα. Έπειτα από δυο μέρες σκληρών μαχών εξουδετέρωσε όλες τις οχυρωμένες θέσεις του αντιπάλου και κατέλαβε την πόλη.

«Το χρονικό «Η μάχη της Νάουσας» [του Νίκου Κυτόπουλου] συμπίπτει με την εποχή της μεγαλύτερης ανάπτυξης του ΔΣΕ. Είναι η εποχή των μεγάλων «εκ παρατάξεως» αναμετρήσεων του ΔΣΕ με τον Κυβερνητικό Στρατό, που άρχιζαν το καλοκαίρι του 1948 στο Γράμμο και συνεχίζονταν με τον επιτυχημένο ελιγμό και την αντεπίθεση στο Βίτσι, η οποία συγκλόνισε τότε προστάτες και προστατευόμενους στην Αθήνα.

Η μάχη της Νάουσας είναι από τις τελευταίες εκδόσεις λογοτεχνικών βιβλίων του βουνού. Γράφτηκε το Μάρτη του 1949 και τυπώθηκε αρχές Αυγούστου του 1949. Είναι το χρονικό μιας σημαντικής νίκης με καπετάνιο εκείνων των μονάδων κρούσης τον Νίκο Μπελογιάννη. Καλλιεργεί το πνεύμα του ηρωισμού και της αυτοθυσίας, και δίνει υψηλά δείγματα συνεργασίας λαού και Δημοκρατικού Στρατού»:

Το βιβλίο του Νίκου Κυτόπουλου «Η μάχη της Νάουσας» ξαναεκδόθηκε το 1999, από τη Σύγχρονη Εποχή. Από την έκδοση αυτή προέρχεται το παρακάτω απόσπασμα.

Η επίθεση

Ο τίτλος της ανάρτησης είναι στίχος από το αντάρτικο τραγούδι του ΔΣΕ «Τα οχυρά της Νάουσας», που περιλαμβάνεται στο cd της ΚΝΕ «Τραγούδια του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας»:

Απ’ τ’ απόγευμα έχουν ξυπνήσει όλοι. Θέμα πάλι η Νάουσα.

-Τι όνειρο θα δούνε απόψε πάλι οι φασίστες;

– Δεν πρόκειται απόψε να κοιμηθούν. Αυτή τη φορά είπαμε. Δε θα πάρουμε τη μισή. Θα πάμε κέντρο και βόλτα στην άσφαλτο το βράδυ.

Σκοτείνιασε. Τ’ άστρα λάμπουν στον ουρανό κι η νύχτα μοιάζει πιο ήσυχη κι ήμερη απόψε. Σκιές γλιστούν μέσα στο σκοτάδι. Οι αποστολές φεύγουν η μια με την άλλη. Η 108η Ταξιαρχία θα χτυπήσει από το νότιο τομέα, από το Θεολόγο. Θα καταλάβει το ύψωμα αυτό, θα το κάνει βάση πυρός και θα φτάσει ως την Αραπίτσα. Η 18η Ταξιαρχία θα ενεργούσε από τον Αϊ-Λια. Οι δυο ταξιαρχίες θα σμίγαν στο κέντρο της πόλης που θα το χτυπούσαν απ’ όλες τις μεριές. Η 14η Ταξιαρχία ήταν εφεδρεία και τμήμα προκάλυψης. Ώρα επίθεσης 11.15′.

Ενώ τα τμήματα παίρνουν αποστολές, παρουσιάστηκε στον πολιτικό επίτροπο της μεραρχίας ο ΕΠΟΝίτης Τσάκαλος από το Βέρμιο. Τσάκαλος όνομα και πράγμα, με γαλανά μάτια που αστραφτοκοπούσαν σε κάθε του κίνηση. Στο βουνό έφυγε με την ευχή του γέρου του δεκατεσσάρων χρονώ. Εδώ βρήκε και τ’ άλλα δυο αδέλφια του. Την περιοχή την ξέρει απ’ όξω. Είναι σύνδεσμος.

– Συναγωνιστή επίτροπε, λέει στέκοντας προσοχή, να πάω οδηγός από το μέρος του Αϊ-Λια.

– Γιατί;

– Γιατί ξέρω καλύτερα τα μέρη. Και το σπίτι μου κατά δω είναι…

– Καλά, μα κοίτα μην αφήσεις στη μέση τη μάχη για να πας να δεις τη μάνα σου.

– Όχι, συναγωνιστή επίτροπε.

Ο Μιχαλάκης κράτησε το λόγο του. Χωρίς να εγκαταλείψει τη μάχη, πέρασε από το σπίτι του, είδε και τη μάνα του, τον είδε κι αυτή κι η γειτονιά μέσα στης μάχης τον καπνό. Τον είδαν και τον καμάρωσαν. Αυτό ήταν τ’ όνειρό του. Να τον δουν πως δεν είναι τώρα το μικρό παιδάκι που ’φυγε για το βουνό, μα ένας αντάρτης σωστός.

* * *

Η ώρα είναι 11. Ένα τέταρτο ακόμα χρειάζεται για τη μεγάλη στιγμή. Το τάγμα του Τζαβέλα φτάνει κοντά στον Αϊ-Λια και παίρνει θέσεις. Το τάγμα του Πέτσου στρίβει από τον Αϊ-Λια και τραβάει για αιφνιδιασμό μέσα στην πόλη. Το μέρος όλο είναι ναρκοθετημένο. Μόνος δρόμος σίγουρος είναι ένα ποταμάκι. Μπαίνουν στο νερό ως το γόνα και προχωρούν σκυφτοί, με τη σκανδάλη στο χέρι. Δεξιά κι αριστερά νάρκες. Κάποτε σκοντάφτουν στα σύρματα. Τα ψαλίδια ανοίγουν το δρόμο. Φτάνουν στα ριζά ενός βράχου. Τώρα πρέπει να σκαρφαλώσουν απ’ εδώ. Είναι ο μοναδικός δρόμος. Στο βράχο αυτό είναι σκαλισμένα σκαλοπάτια από την εποχή της τουρκοκρατίας. Μα και το πέρασμα αυτό είναι φραγμένο με αγκαθωτό σύρμα, παγιδευμένο με χειροβομβίδες. Πασπατευτά, σβέλτα, ξεπαγιδεύουν τις χειροβομβίδες, κόβουν το σύρμα και σκαρφαλώνουν. Κι έπειτα γεμίζουν οι δρόμοι σκιές. Το ρήγμα μέσα στην πόλη θα γίνει από δω…

Οι δείχτες του ρολογιού κινούνται αργά πάνω στην πλάκα. Πόσο αργά περνούν τα λεπτά!… 11 και 10… 11 και 12… Πόσο κρίσιμα είναι τα λεπτά αυτά για το διοικητή…

* * *

Τι έκανε ο εχθρός τούτη τη στιγμή πίσω απ’ τα χαρακώματα και τα πολυβολεία:

Είχε το νου του. Ήξερε πως στο Βέρμιο κινείται φάλαγγα «συμμοριτών δυνάμεως 2.500 ανδρών». Ο Κατσουρίδης μάλιστα χτες ακόμα πήρε επείγον τηλεγράφημα: «Προσοχή φάλαγγα συμμοριτών κινείται πιθανώς προς Νάουσαν». Κι ύστερα ο λαός το συζητούσε ανοιχτά.

– Τα μάθατε; Θα ξαναρθούνε. Εδώ στο Βέρμιο γυρίζουν.

– Λες;

– Γράφτο αυτό που σου λέγω και θα με θυμάσαι. Θα ’ρθούνε.

Κάποια χαρά κρυφή απλωνόταν πάνω στη βασανισμένη πολιτεία. Στα παντοπωλεία το σιγόλεγαν, στα καφενεία το ψιθύριζαν, στα σπίτια το συζητούσαν: «Θα ’ρθουν. Θα ’ρθουν». Κι όλοι τους περίμεναν.

Κι ο φούρναρης που ’φτιανε κουλούρια, κι ο ταβερνιάρης που κερνούσε κρασί, κι ο μαραγκός που πήγαινε να διορθώσει το κρεβάτι του λοχαγού, κι η γριά που ’πλενε τα ρούχα του φαντάρου το λέγαν.

– Εδώ κοντά είναι. Θα ’ρθουν πάλι. Τηράτε, παιδιά μ’, να μη σκοτώνεστε. Τηράτε, παιδιά μ’, να γλιτώστε τη ζωή σας. Να πάτε γεροί στα σπίτια σας.

Η στρατιωτική διοίκηση τι μέτρα έπαιρνε, είναι άγνωστο. Ίσως να μην είχε και άλλα μέτρα να πάρει. Στην Κουτσούφλιανη είχε διλοχία. Στο Παλιό Μπάτσι διλοχία. Στο Σέλι λόχο. Κι αυτές ήταν οι μπροστοφυλακές κι οι βίγλες της πόλης.

Η πόλη προστατευμένη με δυο δεσπόζοντα οχυρά, με ναρκοπέδια, με συρματοπλέγματα και με πολυβολεία, σε κάθε γωνιά, σε κάθε σταυροδρόμι, γέφυρα και πλατεία, σε διαδοχική κλιμάκωση ως το κέντρο. Έπειτα το κέντρο, τα Καμένα, οι γέφυρες, το νοσοκομείο και τα εργοστάσια Λαναρά ήταν φρούρια με δίπατα τσιμεντένια πολυβολεία. Ακόμα είχε τέσσερα πυροβόλα, εφτά τανκς, είκοσι ένα κάριερς και διακόσια αυτοκίνητα. Τι άλλα μέτρα θα ’παιρνε;

Οι φαντάροι όμως παίρναν τα μέτρα τους. Αιχμάλωτοι του Αϊ-Λια το ιστορούνε. Την παραμονή επιθεώρησαν τα συρματοπλέγματα του οχυρού και σημείωσαν από ποιο μέρος θα φεύγαν νύχτα, αν τύχαινε να μπουκάρουν αντάρτες.

Παρ’ όλ’ αυτά ο αιφνιδιασμός πέτυχε. Ο εχθρός μέχρι την τελευταία στιγμή δεν κατάλαβε, δεν υποψιάστηκε πως εκεί κοντά, μέσα στη ζώνη ασφάλειάς του, πέρασε όλη τη μέρα της μια μεραρχία που θα τα ’κανε το βράδυ σκόνη και κουρνιαχτό τα οχυρά του.

«Τα οχυρά της Νάουσας δεν υπάρχουν πια, μπήκανε αντάρτες βάλανε φωτιά…»

«Τα οχυρά της Νάουσας δεν υπάρχουν πια, μπήκανε αντάρτες βάλανε φωτιά…»

* * *

Ώρα 11.15′. Οι γνώριμοι διπλοί κρότοι των πάντζερ δίνουν το σύνθημα. Το οχυρό του Αϊ-Λια ανασκάφτεται και σειέται σαν καλαμένιο σπίτι. Τα βροντερά μηνύματα της επίθεσης τα παίρνει στα φτερά του ο αγέρας και τα φέρνει ως τη Σκύδρα, ως τη Βέροια, πέρα στον κάμπο. Οι ίδιες εκρήξεις με τις κόκκινες γλώσσες που γλείφουν τα σκοτάδια απαντούν σαν τρομερός αντίλαλος από το Θεολόγο. Ο εχθρός τρομαγμένος απαντά μ’ όλα του τα πυρά απ’ όλες τις μεριές. Οι τροχιοδειχτικές, σαν σπίθες μιας τρομερής πυρκαγιάς που τις συνεπαίρνει ο αγέρας, ξεπηδούν μέσα απ’ τις φωλιές των πολυβόλων και σταυρώνονται και σβήνουν πάνω στο μουντό ουρανό. Βίκερς, όπλα μπρεντ, όλμοι, χειροβομβίδες, πάντζερ,

σταυροί βροντούν, σφυρίζουν, ουρλιάζουν και σμίγουν σε μια μεγαλόπρεπη πολεμική συμφωνία. Η άγρια μπάρα λυσσομανά και μουγκρίζει και συγκλονίζει τη Νάουσα. Μόνο τα ηλεκτρικά, σαν μάτια ορθάνοιχτα, κοιτούσαν μ’ απορία τούτο το χαλασμό που γινόταν.

Από τον Αϊ-Λια ο εχθρός ανοίγει σφοδρά πυρά. Η πρώτη εξόρμηση αποκρούεται. Οι μαχητές καθηλώνονται. Δεν μπορούν να σηκώσουν κεφάλι. Δυο ακόμα αποφασιστικές επιθέσεις αποτυχαίνουν. Ένας πέφτει νεκρός. Μερικοί τραυματίζονται. Το μέρος θερίζεται. Είναι γυμνό και επισημασμένο. Ένας μαχητής επεμβαίνει.

– Συναγωνιστή λοχαγέ, εδώ θερίζεται το μέρος. Να κάνουμε επίθεση από τ’ αριστερά.

Ο λοχαγός όμως είχε διαταγή και επέμενε από κει.

* * *

Πέρα στο Θεολόγο ξαφνικά σιγήσαν οι ομοβροντίες των πάντζερ. Και δυο φώτα -ένα κόκκινο κι ένα πράσινο- κρεμάστηκαν πάνω στον παγωμένο ουρανό. Δυο φωτοβολίδες. Τι έγινε εκεί;

Η διοίκηση της 103ης Ταξιαρχίας ετοιμαζόταν από το μέρος εκείνο της πόλης. Ο Θεολόγος, ένα οχυρό με δέκα τσιμεντένια πολυβολεία, με διπλά συρματοπλέγματα, με ναρκοπέδια, με βαθιά χαρακώματα, με οπλισμό πέντε βίκερς και όλμους, ορθωνόταν μπροστά της. Έφραζε το δρόμο για την πόλη. Κι αυτό έπρεπε να πέσει. Να πέσει με κάθε θυσία. Κι ήθελε απόφαση, ορμή και μαστοριά. Η απόφαση είχε παρθεί. Δεν κουβεντιάζαν, δεν το λέγαν, μα το ’νιωθες σαν τους έβλεπες.

Βουβοί μες στην παγερή νύχτα, ορθόστητοι, αρπάζουν τα πάντζερ, τα σφίγγουν μ’ ορμή κάτω από τις μασχάλες, σκύβουν και χάνονται γρήγορα στις σκοτεινές πλαγιές του φρουρίου.

Στο φως των ηλεκτρικών, τα πεισμωμένα πρόσωπα με τα σφιγμένα δόντια, το νευροάδικο κι ανυπόμονο χεροσφίξιμο του όπλου τη στιγμή της εξόρμησης, σου μιλούνε για την απόφαση τη μεγάλη.

Είκοσι ένας ήταν όλοι κι όλοι, μ’ άλλα τόσα πάντζερ στο χέρι. Είκοσι ένας του πέμπτου λόχου. Όλοι διαλεχτοί κι εθελοντές. Όλοι λοχαγοί, διμοιρίτες, ομαδάρχες και βετεράνοι του πολέμου, που δοκίμασαν πολλές φορές τη χαρά από τον αλαλαγμό της νίκης.

Περνάν μερικές στιγμές. Ο χρόνος μετριέται με τους χτύπους της καρδιάς. Το μάτι αναμετράει την απόσταση και τ’ αυτιά ακούνε τη βοή από το αίμα που γοργοκυλά με θόρυβο στις φλέβες. Ξαφνικά είκοσι ένα κορμιά τονίζονται λεβέντικα στον αγέρα και ρίχνονται μπροστά σαν σαΐτες. Μια ομοβροντία από είκοσι ένα πάντζερ και σταυρούς αναταράζει το βουνό, την ατμόσφαιρα, τους κάμπους, τη γη, λες και τα στοιχεία της φύσης ξέρασαν την οργή τους πάνω σ’ αυτό το κομμάτι της γης, λες και ράγισε το βουνό από χιλιάδες αστροπελέκια. Το έμπειρο αυτί του παλιού μαχητή ξαφνιάζεται. Δεν το ’χει ακούσει και δεν το περίμενε αυτό κανείς. Τι ήταν; Η δύναμη του Δημοκρατικού Στρατού…

Ώσπου να σιγήσει ο αχός, να καταλαγιάσει η αντάρα, ανάμεσα απ’ τα ρήγματα, πάνω απ’ τ’ αγκαθωτά σύρματα, σαν να τους άρπαξε στα φλογισμένα φτερά της η θύελλα που ξέσπασε, βρέθηκαν οι σταυραετοί μας στα εχθρικά χαρακώματα. Μπλέχτηκαν ανάμεσα στους φαντάρους και τους ενθοφρουρίτες που τρέχαν σαν χαμένοι.

Τους φαντάρους τους τρόμαζε ο πόλεμος, μα ποτέ τους δεν τον φαντάστηκαν έτσι. Μήτε τον περίμεναν. Κι απόψε τον γνώρισαν σαν χαλασμό και καταλυτή, που τσακίζει τα νεύρα και σπάει τη χολή. Τρομαγμένοι βγαίναν απ’ τις φωλιές τους και φεύγαν. Από ποιον; Από τον πόλεμο. Πού πήγαιναν; Μήτε κι αυτοί το ξέραν. Μες στα γυαλένια μάτια τους έβλεπες τον τρόμο του σκιαγμένου ζουλαπιού. Την άλλη μέρα, αν τους ρωτούσες γιατί φύγαν, θα σου ιστορούσαν το άγριο δράμα της νύχτας κείνης μ’ έναν αόριστο και συνηθισμένο λόγο: Φοβηθήκαμε.

Ο λοχαγός Μπέλτσος, ενώ οι άλλοι ερευνούσαν τα χαρακώματα και τα πολυβολεία και μάζευαν τα όπλα και τα βίκερς, έβγαλε το πιστόλι, γέμισε και πυροβόλησε δυο φορές. Δυο φωτοβολίδες, μια κόκκινη και μια πράσινη, σφηνώθηκαν και κρεμάστηκαν πάνω απ’ το χωματοβούνι και φώτισαν μεγαλόπρεπα τον ουρανό κι έφεραν το πρώτο χαρούμενο φωτεινό μήνυμα σ’ όλες τις μονάδες που μάχονταν: «Ο Θεολόγος έπεσε!»

Έβγαλε έπειτα το ρολόι του και κοίταξε στο φως των ηλεκτρικών που φώτιζαν πλούσια την κορφή και απόρησε. Θαρρούσε πως πέρασαν ώρες και όμως ήταν 11.30. Ένα τέταρτο. Ένα μόνο τέταρτο χρειάστηκε για να πέσουν τα φρούρια. Περίεργο, σαν απίστευτο του φάνηκε!

Έπειτα έκανε προσκλητήριο. Μετρήθηκαν. Από το προσκλητήριο έλειπε κάποιος. Φωνάχτηκαν τα ονόματα. Ρωτήθηκαν. Έλειπε ο Χρήστος Ευαγγέλου, ο σκοπευτής. Έψαξαν, φώναξαν, δεν ήταν πουθενά. Το πρωί τον βρήκαν πεσμένο κει πάνω στο ναρκοπέδιο. Το οπλοπολυβόλο το είχε περασμένο στο λαιμό και στα χέρια του κρατούσε σφιχτά τη χειροβομβίδα, λες κι ήταν έτοιμος για μια επίθεση. Όλα του σου μιλούσαν για την ορμή που την ανέκοψε η έκρηξη της νάρκης. Το πρωί τον θάψαν οι σύντροφοί του κάπου κει κοντά. Λίγα συντροφικά δάκρυα, σαν σπονδή και σαν όρκος, πότισαν το χώμα που σκέπασε τον ήρωα, ενώ πέρα βροντούσαν νικηφόρα, σαν αποχαιρετιστήριες βολές, τα πολυβόλα και τα πάντζερ…

Το λοχαγό Μπέλτσο θα μπορούσε κανείς να τον κατηγορήσει για ανέμυαλο λοχαγό, που απογύμνωσε το τμήμα του. Ναι, μα κείνη τη στιγμή ο Μπέλτσος έβλεπε πως η μάχη στη μισή πόλη κρεμόταν απ’ αυτόν, από τούτο το χωματοβούνι. Κείνη τη στιγμή ο διοικητής του λόχου έδωσε τη θέση του στο ασυλλόγιστο παλικάρι, όπως ήταν παντού και πάντα ο λοχαγός Μπέλτσος. Ο Μπέλτσος με την ίδια ασυλλόγιστη παλικαριά κι ορμή πολέμησε και στον ελιγμό κι έπεσε στο βωμό της Λευτεριάς, υπερασπιζόμενος τη φάλαγγα των αόπλων της Νάουσας.

Το Γενικό Αρχηγείο του απένειμε το μετάλλιο ανδρείας. Ο λαός τον έγραψε ανάμεσα στους ήρωές του κι οι μαχητές του λόχου του, που τον λατρεύαν, ονόμασαν το λόχο τους: «Λόχος Θανάση Μπέλτσου». Και το ’χουν καμάρι και περηφάνια που βρίσκονται στο λόχο αυτό.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: