Αντόνιο Γκράμσι-Ένας ένθερμος επαναστάτης ενάντια στις φαλκιδεύσεις της σκέψης του

Οι αυτοπαρουσιαζόμενοι ως “γνήσιοι” κληρονόμοι της γκραμσιανής σκέψης “ξεχνούν” ότι ο Γκράμσι με όλες τις επιμέρους διαφωνίες του, παρέμεινε πάντα πιστός σύμμαχος της ΕΣΣΔ και υπέρμαχος της επαναστατικής προοπτικής.

Σαν σήμερα έφυγε από τη ζωή στη Ρώμη ο Αντόνιο Γκράμσι, ιδρυτής του ΚΚ Ιταλίας κι ένας από τους σημαντικότερους στοχαστές του 20ου αιώνα. Είναι αλήθεια πως το έργο του δεινοπάθησε στα χέρια κάθε λογής αναθεωρητών, με κυρίαρχους βέβαια τους ευρωκομμουνιστές που με πάθος τον διεκδίκησαν ως πνευματικό τους πατέρα. Κι αν ακόμα δεχτεί κανείς ότι πτυχές του έργου είτε είναι αντικειμενικά προβληματικές (όπως τα περί μικροαστικής φύσης του φασισμού) είτε  επιτρέπουν μια ανάγνωση που νομιμοποιεί έστω και τμηματικά τις αναζητήσεις που έσπρωξαν το κομμουνιστικό κίνημα μακριά από θεμελιώδεις αρχές του μαρξισμού λενινισμού, ένα πράγμα είναι ξεκάθαρο: Οι αυτοπαρουσιαζόμενοι ως “γνήσιοι” κληρονόμοι της γκραμσιανής σκέψης “ξεχνούν” ότι ο Γκράμσι με όλες τις επιμέρους διαφωνίες του, παρέμεινε πάντα πιστός σύμμαχος της ΕΣΣΔ και υπέρμαχος της επαναστατικής προοπτικής.

Γεννήθηκε στη Σαρδηνία το 1891 σε πολύτεκνη φτωχική οικογένεια δημοσίων υπαλλήλων, και στα πρώτα νεανικά του χρόνια φλέρταρε με το αυτονομιστικό κίνημα της ιδιαίτερης πατρίδας του. Από το 1911 σπούδασε ως υπότροφος φιλολογία στο πανεπιστήμιο του Τορίνο, όπου ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τις σοσιαλιστικές ιδέες. Γράφτηκε στο Σοσιαλιστικό Κόμμα Ιταλίας το 1913, ενώ εργάστηκε σε έντυπα του κόμματος, μεταξύ των οποίων το βασικό όργανο του PSI, την εφημερίδα “Αβάντι”. Σφοδρός πολέμιος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, η στάση απέναντι στον οποίο υπήρξε αντικείμενο έντονης διαπάλης μεταξύ των Ιταλών Σοσιαλιστών, οδηγώντας το κόμμα σε διάφορες παλινωδίες, ίδρυσε λίγο μετά το τέλος του πολέμου το 1919 το εβδομαδιαίο περιοδικό “L’Ordinde nuovo”, υποστηρίζοντας την είσοδο του Σοσιαλιστικού Κόμματος στη νεοσύστατη Κομμουνιστική Διεθνή και στηρίζοντας το κίνημα κατάληψης εργοστασίων που συντάρασσε την Ιταλία κατά τη λεγόμενη “Κόκκινη διετία” (1919-1920) . Ο ίδιος έπαιξε ηγετικό ρόλο στη μεγάλη απεργία του Τορίνο το 1920.  Οι θέσεις του Γκράμσι και του εντύπου του απέσπασαν την έγκριση του Λένιν, οδηγώντας τελικά στην διάσπαση του Σοσιαλιστικού Κόμματος και την ίδρυση του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας το Γενάρη του 1921 στο Λιβόρνο. Ως μέλος της κεντρικής επιτροπής του νέου κόμματος, πήγε στη Μόσχα για ενάμιση χρόνο ως το Νοέμβρη του 1923 και έγινε μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Διεθνούς.  Ήρθε σε αντιπαράθεση με τις θέσεις του συνιδρυτή του ΚΚΙ, Αμεντέο Μπορντίγκα, που ήταν πολέμιος της Κ.Δ, ενώ το 1924 εκλέχθηκε Γενικός Γραμματέας και για ένα σύντομο διάστημα βουλευτής.

Προώθησε αντιφασιστική πολιτική ενάντια στις διώξεις που εξαπέλυε η δικτατορία του Μουσολίνι, ενώ διακήρυσσε την αναγκαιότητα της συμμαχίας μεταξύ της εργατικής τάξης του Βορρά και των φτωχών αγροτών του ιταλικού νότου. Συνελήφθη το Νοέμβρη του 1926 μαζί με άλλα ηγετικά στελέχη του κόμαμτος, και το 1928 καταδικάστηκε σε 20 χρόνια κάθειρξης για συνωμοτική δραστηριότητα, υποκίνηση ταξικού μίσους και άλλα αδικήματα. Φυλακίστηκε στις φυλακές του Τούρι και από το 1934, λόγω της επιδεινούμενης κατάστασης της υγείας του σε μια κλινική στη Φόρμια. Μετά τη χορήγηση αμνηστίας αποφυλακίστηκε, αλλά ήδη η υγεία του είχε κλονιστεί ανεπανόρθωτα κι έφυγε από τη ζωή λίγους μήνες μετά, στις 27 Απρίλη 1937.

Τα γνωστότερα έργα του είναι τα “Γράμματα από τη φυλακή” καθώς και τα “Τετράδια φυλακής”. Στα “Τετράδια” διατυπώνει την διασημότερη έννοια που συνδέθηκε με το όνομά του, εκείνη της ηγεμονίας, δηλαδή της αναγκαιότητας να κατακτήσει τον έλεγχο των πιο περίπλοκων πτυχών της σύγχρονης κοινωνίας, με έμφαση στη δημιουργία μιας προλεταριακής κουλτούρας που θα αντιστρατευόταν την κυρίαρχη πολιτισμική αντίληψη των αστών. Ασχολήθηκε επίσης με τα δημοκρατικά όρια των ενοποιημένων εθνών κρατών, θεωρία στα πλαίσια της οποίας αντιμετώπισε την ιταλική παλιγγενεσία (Risorgimento) ως μια χαμένη ευκαιρία λαϊκής επανάστασης. Στις αναζητήσεις του συγκαταλέγεται επίσης η ιστορία της ιταλικής διανόησης, η αναμέτρηση του με την πολιτική σκέψη του Μακιαβέλι, η σχέση λογοτεχνίας και κοινωνίας, ενώ φιλοσοφικά απάντησε στο μεγάλο αστό φιλόσοφο Μπενεντέτο Κρότσε, αποκαλύπτοντας πως το έργο του δεν ήταν παρά μια “μετάφραση” του ιστορικού υλισμού στο ιδίωμα του ιδεαλισμού. Η προσέγγισή του στο μαρξισμό συνήθως τιτλοφορείται “φιλοσοφία της πράξης”, με επίκεντρό της την αντίληψη των ανθρώπινων ενεργειών ως ιστορικά καθορισμένων και συνισταμένη των συγκεκριμένων σχέσεων (οικονομικών, ιδεολογικών, νομικών, κοινωνικών κλπ), που συνδέουν τα μέλη ενός κοινωνικού σχηματισμού μεταξύ τους.

Δύσκολες Νύχτες

 

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: