«Το Τροχόσπιτο / Karavan / Caravan» της Ζουζάνα Κίρχνεροβα (Τσεχία, 2025)

Η Έστερ δεν είναι μόνο μια μόνη μητέρα που μεγαλώνει ένα παιδί με νοητική δυσκολία. Είναι μια φτωχή, μόνη γυναίκα που μεγαλώνει ένα παιδί με δυσκολίες. Και αυτό τη βάζει στο πραγματικό περιθώριο. Την κάνει ακόμη πιο μόνη.

Η Έστερ μεγαλώνει μόνη της τον γιο της, που έχει σύνδρομο Down και κάποια μορφή αυτισμού. Ο Ντέιβιντ είναι τώρα 15 χρονών και, καθώς μεγαλώνει, μεγαλώνουν και οι δυσκολίες του. Δεν είναι πια το γλυκούλι μωράκι, το «σχεδόν φυσιολογικό», όπως αναφέρει η φίλη της Έστερ, που την καλεί στην Ιταλία, στο πολυτελές σπίτι της, με την ωραία πισίνα και την τέλεια οικογένεια: δύο κοριτσάκια και έναν καλό και φροντιστικό σύζυγο.

Η φίλη της Έστερ, που κάποτε πρέπει να ήταν κολλητή της και, ως νέες, κυνηγούσαν την περιπέτεια, φεύγοντας τα καλοκαίρια από τη χώρα τους, την Τσεχία, και πηγαίνοντας στην Καλαβρία για αγροτικές δουλειές και μποέμικες διακοπές, τώρα είναι ευκατάστατη. Έχει φτιάξει μια οικογένεια που φαίνεται στους απέξω ιδανική. Αλλά στην ιδιαίτερη συνομιλία της με τον αγαπημένο της σύζυγο εκφράζει το πόσο λυπάται την καημένη τη φίλη της, που είχε την ατυχία να φέρει στον κόσμο αυτό το παιδί, που τώρα δεν είναι γλυκούλι, αλλά ένας έφηβος που δημιουργεί πολλά προβλήματα στο τακτοποιημένο σπίτι της. Που η μικρή της κόρη δεν τον θέλει. Που τους χαλάει την εικόνα της οικογενειακής αρμονίας.

Επειδή όμως η φιλενάδα της Έστερ θέλει να τηρήσει τα κοινωνικά προσχήματα, δεν τη διώχνει από το σπίτι, αλλά τη βάζει να εγκατασταθεί στο τροχόσπιτο. Μακριά από το σπίτι, για να μη διαταράσσεται η οικογενειακή της ευτυχία.

Και τότε είναι που η Έστερ παίρνει το τροχόσπιτο και εξαφανίζεται, οδηγώντας προς τα μέρη που είχαν επισκεφτεί με την τότε κολλητή της όταν ήταν νέα, πριν τη γέννηση του Ντέιβιντ. Οδηγεί προς την Καλαβρία.

Και τότε είναι που την αγαπάμε την Έστερ. Όχι γιατί είναι μια εξουθενωμένη μητέρα. Όχι γιατί τη βλέπουμε να αγαπά τόσο βαθιά τον Ντέιβιντ και την αγάπη της να δυναμώνει τις αντοχές της. Την αγαπάμε γιατί έχει μια αξιοπρέπεια και ένα θάρρος που επιστρέφει στη φιλενάδα της όλη την απαξίωση που έχει δεχτεί από αυτήν και, ταυτόχρονα, της δίνει νοερά την απάντηση που της ταιριάζει: “Εγώ έχω ένα παιδί που με χρειάζεται απόλυτα. Ένα παιδί που δεν μπορεί να σταθεί χωρίς εμένα και που, ακριβώς γι’ αυτό, εξαντλεί κάθε απόθεμα δύναμης που έχω. Κι όμως, εσύ, που δεν ζεις αυτό το βάρος, που δεν κουβαλάς αυτή την καθημερινή αγωνία, πώς γίνεται να μη βρίσκεις μέσα σου λίγη δύναμη για μένα; Λίγη καλοσύνη; Λίγη ενσυναίσθηση;”

Την αγαπάμε γιατί δεν αποδέχεται τη θέση που της δίνουν: τη θέση της καημένης, της ενοχλητικής, της ανεπιθύμητης φιλοξενούμενης. Την αγαπάμε γιατί παίρνει το τροχόσπιτο και φεύγει. Από αξιοπρέπεια. Γιατί τολμά αυτό που οι βολεμένοι δεν διανοούνται να τολμήσουν.

Η Έστερ δεν είναι μόνο μια μόνη μητέρα που μεγαλώνει ένα παιδί με νοητική δυσκολία. Είναι μια φτωχή, μόνη γυναίκα που μεγαλώνει ένα παιδί με δυσκολίες. Και αυτό τη βάζει στο πραγματικό περιθώριο. Την κάνει ακόμη πιο μόνη.

Στο μοναχικό της ταξίδι, μετά την απόδραση από το σπίτι της φίλης της, θα συναντήσει τη Ζούζα. Μόνη κι αυτή, περιπλανώμενη, αναζητά τις δικές της λυτρώσεις. Και οι δύο γυναίκες συναντιούνται ακριβώς εκεί: στην ανάγκη τους να δραπετεύσουν, να ζήσουν την ελευθερία τους, να υπάρξουν για λίγο έξω από τον ασφυκτικό περίγυρό της η καθεμία. Να ανασάνουν.

Είναι πολύ ωραία δοσμένος κινηματογραφικά ο τρόπος (τα μικρά ατοπήματα στο μοντάζ και στην αφηγηματική συνοχή τα παραβλέπουμε, γιατί ωχριούν μπροστά στην ανθρωπιά που βγάζει αυτή η ταινία) που ενώνονται οι δύο άγνωστες γυναίκες, που καταλαβαίνουν η μία την ανάγκη της άλλης χωρίς πολλά λόγια, χωρίς να γνωρίζει η μία το παρελθόν της άλλης. Κάπως έτσι δεν θα έπρεπε να συναντιούνται οι άνθρωποι; Χωρίς εξηγήσεις, χωρίς την τάση να κρίνει ο ένας τον άλλον, μόνο με μια βαθύτερη κατανόηση των συναισθηματικών τους αναγκών;

Κάτω από το καλαβρέζικο φως και την ανοιχτωσιά της θάλασσας, που αναζωογονούν τις καθόλου απονεκρωμένες αισθήσεις, οι δύο γυναίκες που αναζητούν γίνονται πιο συμπονετικές. Κατανοούν περισσότερο η μία την άλλη, δεν σπεύδουν να κρίνουν, αλλά νιώθουν, αφουγκράζονται, πλησιάζονται. Η Έστερ είναι μια γυναίκα που βρίσκεται σε σύνδεση με το σώμα της και με το σώμα του παιδιού της. Όμως θέλει να υπάρξει και έξω από την ευθύνη του παιδιού της. Επιθυμεί και κάνει έρωτα με τον άντρα που συναντά σε αυτό το ταξίδι, παρότι εκείνος δεν μπορεί πραγματικά να καταλάβει. Και η Έστερ το ξέρει. Ξέρει ότι είναι δύσκολο για τον άλλον να καταλάβει το βάρος που κουβαλά, την καθημερινότητα που ζει, τη διαρκή της εξάντληση. Γι’ αυτό και δεν περιμένει κάτι άλλο από εκείνον.

Και η Ζούζα είναι μια γυναίκα που κινείται στους ίδιους ρυθμούς, έξω από την κανονικότητα, έξω από την ασφάλεια των τακτοποιημένων ζωών. Ο Ντέιβιντ, από την πλευρά του, νιώθει τις δύο γυναίκες και νιώθει τη σύνδεσή τους μαζί του. Μέσα σε αυτό το σχήμα, ο Ντέιβιντ δεν μένει απλώς το παιδί που χρειάζεται φροντίδα. Γίνεται οργανικό μέρος αυτής της απρόσμενης συνάντησης, αυτής της μικρής κοινότητας που σχηματίζεται στον δρόμο. Έτσι, εύκολα και σχεδόν φυσικά, αυτό το τρίο αλληλοσυμπληρώνεται.

Το ταξίδι τους δεν είναι απλώς μια φυγή. Είναι ένας δρόμος όπου οι τελικές επιλογές τους αρχίζουν να καθαρίζουν μέσα τους, να φιλτράρονται μέσα από την επαφή με το σώμα και το συναίσθημα.

Στην ερώτηση τι θα ήθελε να θυμούνται οι θεατές από την ταινία της, η σκηνοθέτρια – έχει και η ίδια παιδί με σύνδρομο Down και αυτισμό- απαντά πως ελπίζει να φύγουν με την αίσθηση ότι στις πολύ μεγάλες δυσκολίες της ζωής υπάρχει πάντα ένας δρόμος μπροστά -ακόμη κι όταν φαίνεται πως δεν υπάρχει.

Και η Έστερ, πράγματι ψάχνει αυτόν τον δρόμο μέσα από τις στερήσεις της και τις μεγάλες δυσκολίες της. Η σκηνοθέτρια δεν ορατοποιεί μόνο τα παιδιά με νοητικές δυσκολίες. Δεν ορατοποιεί μόνο τους φτωχούς γονείς αυτών των παιδιών. Ορατοποιεί και την έλλειψη των υπολοίπων: την έλλειψη κατανόησης, γενναιοδωρίας, υπομονής, πραγματικής ενσυναίσθησης. Μια έλλειψη που φανερώνεται μέσα από τους κλειστούς δρόμους της κανονιστικής ζωής, μέσα από την τακτοποιημένη ασφάλεια όσων δεν θέλουν να διαταραχθεί η εικόνα τους.

Απέναντι σε αυτούς τους κλειστούς δρόμους, η ταινία αντιπαραθέτει την ανοιχτωσιά των ανθρώπων που η στέρηση τους έκανε να αφουγκράζονται περισσότερο. Να νιώθουν τα μικρά, τα ασήμαντα για τους άλλους, αλλά τελικά τόσο σημαντικά πράγματα: τη σωματική επαφή, τα ανθρώπινα και γεμάτα ειλικρίνεια βλέμματα, την αναγνώριση των αδυναμιών, τις αυθόρμητες στιγμές καλοσύνης, τις στιγμές ελευθερίας, το δυνατό χτύπημα της καρδιάς όπως αναφέρεται και στο ξεσηκωτικό απελευθερωτικό τραγούδι κοντά στο φινάλε, Il Mio Cuore Fa Bam, «Η καρδιά μου κάνει μπαμ-μπαμ». Η Έστερ και ο Ντέιβιντ, με τη βοήθεια της Ζούζα, βρίσκουν τον δρόμο τους ακολουθώντας αυτό το μπαμ της καρδιάς τους. Οι άλλοι; Οι «φυσιολογικοί;» Ας τους ακούσουν. Μπορεί κάτι να φτάσει και σ’ εκείνους από αυτό το μπαμ…

Η ταινία προβάλλεται στον κινηματογράφο Άστυ. 

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: