“Έτσι Ξαφνικά / All of a Sudden / Soudain” – Σκηνοθεσία: Ριουσούκε Χαμαγκούτσι (2026)
Δεν καταλαβαίνουμε πώς περνούν οι τρεις και πλέον ώρες που διαρκεί η ταινία. Ίσως γιατί μέσα σε αυτό το τρίωρο ο Χαμαγκούτσι μάς καλεί να αφήσουμε για λίγο πίσω μας τη βιασύνη της καθημερινότητας, να ακούσουμε, να παρατηρήσουμε, να νιώσουμε τους ήρωές του, και να γίνουμε κι εμείς κοινωνοί του αγώνα τους. Ενός δύσκολου αγώνα, που επιχειρεί να μετατρέψει το ανέφικτο σε εφικτό.
Μπορεί το ανέφικτο να γίνει εφικτό;
Ένα ερώτημα που κυριαρχεί καθ’ όλη την τρίωρη και παραπάνω διάρκεια της ταινίας του Χαμαγκούτσι, την οποία θα συμπεριλάμβανα στις πολύ σημαντικές και αξιόλογες ταινίες της φετινής χρονιάς. Είναι ένα ερώτημα που τίθεται αρχικά και αναλύεται μεθοδικά στα επιμέρους, μέσα από τις καταστάσεις που βιώνουν οι ήρωές του και τις σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσά τους. Έτσι το ερώτημα παραμένει διαρκώς ανοιχτό, δίνοντάς μας τη δυνατότητα να αναζητήσουμε τις δικές μας απαντήσεις σε πολύπλοκα και σύνθετα ζητήματα που έχουν να κάνουν με την απώλεια, την ασθένεια, την ανημπόρια, τον τρόπο που οι άνθρωποι σχετίζονται αλλά και δεν σχετίζονται μεταξύ τους, μέσα σε μια κινηματογραφική φόρμα όπου το θεωρητικό-ακαδημαϊκό πλαίσιο της φιλοσοφίας και της ανθρωπολογίας αποκτά σάρκα και μορφή στις δύο βασικές πρωταγωνίστριές του. Οι δύο γυναίκες, μέσα από τη σχέση τους, αλλά και τη σχέση τους με το περιβάλλον στο οποίο ζουν και το οποίο αποτελεί μέρος της δικής τους ύπαρξης, καταφέρνουν να αμφισβητήσουν, να διαπραγματευτούν και κάποιες φορές να υπερβούν τα όρια που ανακύπτουν τόσο στις μεταξύ τους σχέσεις όσο και στη σχέση τους με το κοινωνικό και θεσμικό περιβάλλον, αναδεικνύοντας κάτι πολύ σημαντικό κατά τη γνώμη μου: πως τα όρια στις ανθρώπινες σχέσεις, αλλά και τα θεσμικά όρια που επιβάλλονται από επίσημους φορείς και σαφώς επηρεάζουν τις προσωπικές σχέσεις, δεν είναι τελικά αμετάβλητα, αλλά μπορούν να επαναδιαπραγματευτούν όταν το θεωρητικό, το ανθρώπινο και το δημιουργικό συναντηθούν και συμπλεύσουν.
Ο Χαμαγκούτσι εμπνεύστηκε την ταινία από το βιβλίο «Ξαφνικά η υγεία μου επιδεινώνεται» που γράφτηκε από τη φιλόσοφο Μακίκο Μιγιάνο και την ιατρική ανθρωπολόγο Μάχο Ισόνο και εκδόθηκε τον Σεπτέμβριο του 2019. Αποτελείται από 20 επιστολές που αντάλλαξαν δύο γυναίκες περίπου της ίδιας ηλικίας μέσα σε διάστημα τριών μηνών, από τον Απρίλιο έως τον Ιούλιο του 2019. Η Μιγιάνο, η οποία υποβαλλόταν σε αντικαρκινική θεραπεία επί οκτώ χρόνια, πέθανε στις 22 Ιουλίου 2019, σε ηλικία 42 ετών. Ο Χαμαγκούτσι προσάρμοσε το αρχικό υλικό για την κινηματογραφική του μεταφορά, φροντίζοντας όμως να τηρήσει την υπόσχεση που είχε δώσει στη Μάχο Ισόνο: να διατηρήσει ανέπαφο το ακαδημαϊκό υπόβαθρο των δύο γυναικών κατά την προσαρμογή του έργου.Έτσι, ο σκηνοθέτης δημιούργησε μια ιστορία με μία Γαλλίδα και μία Γιαπωνέζα πρωταγωνίστρια, η οποία εκτυλίσσεται κυρίως στη Γαλλία, αλλά και στην Ιαπωνία. Η Μαρί-Λου, ο χαρακτήρας που βασίζεται στην Ισόνο, είναι μια Γαλλίδα που έχει σπουδάσει πολιτισμική ανθρωπολογία σε ιαπωνικό πανεπιστήμιο. Η Μάρι, από την άλλη, ο χαρακτήρας που βασίζεται στη Μιγιάνο, είναι μια Γιαπωνέζα θεατρική συγγραφέας και σκηνοθέτρια που έχει σπουδάσει φιλοσοφία στη Γαλλία και βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σοβαρή ασθένεια.

Η Μαρί-Λου διευθύνει σε μία πόλη της Γαλλίας, μια μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων, βασισμένη σε μια προοδευτική αντίληψη περί φροντίδας: τη θεωρία της Humanitude, μιας φιλοσοφικής προσέγγισης που αποσκοπεί στη φροντίδα των ανθρώπων που πάσχουν κυρίως από άνοια και στηρίζεται πρωτίστως στην προσέγγιση αυτών των ανθρώπων και στην αναζήτηση τρόπων επικοινωνίας μαζί τους. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, οι άνθρωποι με άνοια μπορούν να επικοινωνήσουν, αν μέσω της θεραπείας περιοριστούν οι επιπτώσεις της μειωμένης γνωστικής λειτουργίας τους, αν συναρμολογηθούν, κατά κάποιον τρόπο, τα θραύσματα της μη γραμμικής αντίληψης του χρόνου τους και δοθεί έτσι χώρος στις εναπομείνασες υγιείς γνωστικές λειτουργίες τους. Για την ανάδειξη αυτών των λειτουργιών παίζει μεγάλο ρόλο η μεθοδολογία της θεραπείας, που βασίζεται στη σχέση φροντιστή και θεραπευόμενου, καθώς και στη συνειδητοποίηση, κυρίως από την πλευρά του φροντιστή, ότι πολλά από τα ζητήματα που αντιμετωπίζει ο θεραπευόμενός του τα αντιμετωπίζει και ο ίδιος, χωρίς ίσως να το συνειδητοποιεί. Γιατί, ζώντας στον καπιταλισμό, είναι και ο ίδιος αποκομμένος. Ο χρόνος του είναι κατακερματισμένος, οι συνθήκες εργασίας του δεν του επιτρέπουν να εκφραστεί και να έρθει πιο κοντά στον άλλον. Η μοναξιά που βιώνει μπορεί να είναι άλλης ποιότητας, αλλά δεν παύει να είναι μοναξιά.

Κάτω από αυτό το πρίσμα, η μέθοδος της Humanitude αποσκοπεί στην αλληλεπίδραση. Και το σημαντικό είναι πως και οι δύο πλευρές βγαίνουν κερδισμένες. Το βλέμμα, ο λόγος, η επαφή και η όρθια στάση, που παραπέμπει στην ανθρώπινη ελευθερία και αυτονομία -«την παραμονή στο κρεβάτι την ορίζει η πολιτική των ιδρυμάτων και όχι το σώμα», ακούμε κάποια στιγμή τη Μαρί-Λου να λέει- αποτελούν τους τέσσερις βασικούς πυλώνες της Humanitude. Είναι στοιχεία που έχουμε ξεχάσει ή που ο σύγχρονος τρόπος ζωής τείνει να αφαιρεί από τη ζωή μας. Και εδώ, στην πραγματικότητα, η Humanitude θέτει υπό αμφισβήτηση τα όρια που διαχωρίζουν τον άνθρωπο που χρειάζεται φροντίδα από εκείνον που την παρέχει. Και τι πιο εναρμονισμένο με αυτή την αντίληψη από το γεγονός ότι οι δύο βασικές πρωταγωνίστριες ενσαρκώνουν ακριβώς αυτή τη σχέση; Η μία, λίγο πριν από το τέλος της ζωής της, δεν έχει ανάγκη από πραγματική φροντίδα; Όχι όμως από εκείνη που περιορίζεται στην αντιμετώπισή της ως ασθενούς, αλλά από μια φροντίδα που αναγνωρίζει τον άνθρωπο πέρα από την ασθένειά του. «Δίνω μάχη για να μην είμαι μόνο αυτό», λέει. Και θα συμπλήρωνα: για να μην τη βλέπουν και οι άλλοι μόνο ως αυτό. Από την άλλη, η Μαρί-Λου δεν μπορεί να κοιμηθεί το βράδυ χωρίς να πάρει το υπνωτικό της, νιώθοντας μόνη στην προσπάθειά της να αποδείξει ότι το πλαίσιο φροντίδας και στήριξης προϋποθέτει την αντιμετώπιση των άλλων ως ισότιμων με εμάς. Αυτή η αντίληψη συναντά τη θεωρία του Φράνκο Μπαζάλια, σύμφωνα με την οποία οι ασθενείς πρέπει να αντιμετωπίζονται όχι απλώς ως ασθενείς, αλλά ως υποκείμενα και όχι ως αντικείμενα. Όταν τους αφαιρείται η προσωπική τους ιστορία, η υπόστασή τους ως ατόμων συρρικνώνεται ολοένα και περισσότερο, μέχρι που καταλήγουν στην αδράνεια, έρμαια πλέον των εξουσιαστών-φροντιστών τους, γιατί σε τέτοιους τελικά μετατρέπονται οι τελευταίοι. Αυτό θέλει να σπάσει η Μαρί-Λου. Και με έναν εξαιρετικό κινηματογραφικό τρόπο, ο Χαμαγκούτσι περνά στην κοινή αμφισβήτηση των ορίων που διαχωρίζουν τον άνθρωπο που χρειάζεται φροντίδα από εκείνον που την παρέχει, αλλά και από το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο. Και αυτό το πετυχαίνει μέσα από τη θεατρική παράσταση που σκηνοθετεί η Μάρι, βασισμένη στη θεωρία του Μπαζάλια περί αποϊδρυματοποίησης, όπου η συμμετοχή των θεατών αλλά και του αυτιστικού εγγονού του ηθοποιού καταλύει στην πράξη τα όρια ανάμεσα στη σκηνή και το κοινό, στον συμμετέχοντα και τον παρατηρητή. Έτσι, η θεωρία δεν περιορίζεται στον λόγο, αλλά αποκτά σάρκα και μορφή μέσα από την ίδια τη θεατρική πράξη, την οποία ο Χαμαγκούτσι ενσωματώνει στην κινηματογραφική του αφήγηση, συνδέοντας με φυσικό τρόπο τη φιλοσοφία της Humanitude με τη σκέψη του Μπαζάλια.

Θα μπορούσα να γράψω ακόμη περισσότερα για την ίδια την ταινία, τα θέματα που θίγει και τον τρόπο με τον οποίο τα προσεγγίζει, αλλά είναι αδύνατο να εξαντληθούν όλες οι πλευρές της σε ένα γραπτό κείμενο. Για τον τρόπο με τον οποίο η Humanitude, η σκέψη του Μπαζάλια και ο καπιταλισμός συνδέονται άμεσα, υπό την έννοια ότι τόσο η ανθρώπινη φροντίδα όσο και η δυνατότητα του ατόμου να διατηρεί την αυτονομία και την αξιοπρέπειά του δεν μπορούν να εξεταστούν ανεξάρτητα από τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες μέσα στις οποίες ζει. Γιατί πώς μπορεί να υπάρξει πραγματική ανθρώπινη επαφή όταν ο χρόνος είναι κατακερματισμένος, όταν η φροντίδα αντιμετωπίζεται ως μια διαδικασία που πρέπει να ολοκληρωθεί μέσα σε προκαθορισμένα χρονικά και οικονομικά όρια και όταν ακόμη και εκείνος που καλείται να φροντίσει τον άλλον στερείται τις προϋποθέσεις για να αναπτύξει μια ουσιαστική σχέση μαζί του; Τα ερωτήματα αυτά τίθενται άμεσα στην ταινία. Και αυτό που θεωρώ το σημαντικότερο επίτευγμά της είναι ότι καταφέρνει να τα μεταφέρει στον κινηματογράφο, μετατρέποντας τις φιλοσοφικές και κοινωνικές θεωρίες που τα διαπερνούν σε βίωμα, αποφεύγοντας την παγίδα του δοκιμίου. Και το πετυχαίνει μέσα από μια κινηματογραφική φόρμα που βασίζεται στους περιπάτους των δύο βασικών πρωταγωνιστριών, στους βαθιά ανθρώπινους διαλόγους, στα ζεστά βλέμματα και στα αγγίγματα. Και βέβαια, μέσα από την ίδια τη διάρκεια της ταινίας, που ξεπερνά τις τρεις ώρες, ο Χαμαγκούτσι μοιάζει να αμφισβητεί τον κατακερματισμένο χρόνο της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας, όπου όλα πρέπει να γίνονται γρήγορα, όπου ακόμη και η ανθρώπινη επικοινωνία πρέπει να χωρέσει μέσα σε προκαθορισμένα χρονικά όρια. Αντίθετα, εδώ ο χρόνος απλώνεται, οι άνθρωποι έχουν τη δυνατότητα να μιλήσουν, να ακούσουν, να πλησιάσουν ο ένας τον άλλον, χωρίς τη διαρκή πίεση να φτάσουν κάπου ή να ολοκληρώσουν κάτι.Υπάρχουν στιγμές που νιώθουμε ότι οι πρωταγωνίστριες αγγίζουν κι εμάς, ότι η θέρμη της ανθρώπινης επαφής μεταδίδεται από την οθόνη στον θεατή. Στιγμές που αισθανόμαστε αυτή την ανάμειξη του έξω με το μέσα, όπου τα όρια ανάμεσα στους ανθρώπους μοιάζουν να υποχωρούν και αφηνόμαστε κι εμείς στην επιθυμία να ξεπεράσουμε όρια που τόσο θα θέλαμε να υπερβούμε στη δική μας ζωή.
Και μέσα από αυτή τη διαδικασία νιώθουμε να αναδύεται μια ζωτική ανάγκη για ανθρώπινη επικοινωνία, την οποία τόσο στερούμαστε στην εποχή μας. Ίσως τελικά αυτό να είναι και το σημαντικότερο που μας αφήνει η ταινία: η συνειδητοποίηση ότι υπάρχουν στιγμές, έστω και ενδεχομενικές, όπου το ανέφικτο μπορεί να γίνει εφικτό. Ή, για να το δούμε μέσα από την αριστοτελική σκέψη, στιγμές που αισθανόμαστε πως η ζωή μας μπορεί να προχωρήσει, αρκεί να τολμήσουμε, να ρισκάρουμε και να δώσουμε σε αυτό που υπάρχει μέσα μας «δυνάμει» τη δυνατότητα να γίνει «ενεργεία».
Δείτε ακόμα:
