«Μαρξική Αντιπαραβολή» | Η πολιτική ως πρόσωπο: Γιατί η εξουσία προσωποποιείται

Η εικόνα του «κόκκινου τηλεφώνου» που επανέρχεται διαρκώς στη δημόσια σφαίρα δεν είναι απλώς επικοινωνιακό εύρημα· αποτελεί συμπύκνωση μιας βαθύτερης ιδεολογικής λειτουργίας του σύγχρονου καπιταλιστικού κράτους.

Η εικόνα του «κόκκινου τηλεφώνου» που επανέρχεται διαρκώς στη δημόσια σφαίρα δεν είναι απλώς επικοινωνιακό εύρημα· αποτελεί συμπύκνωση μιας βαθύτερης ιδεολογικής λειτουργίας του σύγχρονου καπιταλιστικού κράτους. Η ερώτηση «ποιος θα σηκώσει το τηλέφωνο αν η χώρα δεχτεί επίθεση;» εμφανίζεται ως ουδέτερη δημοσκοπική αποτύπωση εμπιστοσύνης, όμως στην πραγματικότητα μεταφέρει ολόκληρη τη δομή της πολιτικής από το επίπεδο των κοινωνικών σχέσεων στο επίπεδο του προσώπου. Η εξουσία παρουσιάζεται όχι ως υλική και ταξική σχέση αλλά ως χαρακτηριστικό συγκεκριμένων ατόμων. Έτσι, η πολιτική παύει να εμφανίζεται ως σύγκρουση κοινωνικών δυνάμεων και μετατρέπεται σε ζήτημα ψυχολογίας, ηγεσίας και “ικανότητας διαχείρισης”.

Η προσωποποίηση της εξουσίας δεν είναι σύγχρονο ατύχημα. Αποτελεί αναγκαία μορφή ιδεολογικής λειτουργίας σε κοινωνίες όπου οι πραγματικές σχέσεις εξουσίας είναι πολύπλοκες, αόρατες και απομακρυσμένες από την καθημερινή εμπειρία. Ο καπιταλισμός οργανώνεται μέσα από δίκτυα οικονομικής ισχύος, κρατικούς μηχανισμούς, υπερεθνικές δομές και σχέσεις ιδιοκτησίας που δεν μπορούν εύκολα να βιωθούν άμεσα από το άτομο. Για να αποκτήσει λοιπόν η εξουσία “μορφή”, συμπυκνώνεται σε πρόσωπα. Ο πρωθυπουργός, ο πρόεδρος, ο “ηγέτης”, εμφανίζονται ως φορείς της ιστορίας, ενώ στην πραγματικότητα λειτουργούν ως εκφράσεις βαθύτερων κοινωνικών σχέσεων.

Η Μαρξική μέθοδος ξεκινά από την αντίθετη αφετηρία. Οι άνθρωποι ασφαλώς δρουν στην ιστορία, αλλά δεν δρουν ανεξάρτητα από τις υλικές σχέσεις μέσα στις οποίες είναι ενταγμένοι. Όπως σημειώνει ο Καρλ Μαρξ, οι άνθρωποι «κάνουν την ιστορία τους, αλλά όχι κάτω από συνθήκες που οι ίδιοι έχουν επιλέξει» (Marx, 1852). Η φράση αυτή ανατρέπει ολόκληρη την ιδεολογία της προσωποποιημένης πολιτικής. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι ποιος “σηκώνει το τηλέφωνο”, αλλά ποιες κοινωνικές σχέσεις εκπροσωπεί, ποια οικονομικά συμφέροντα διαχειρίζεται και ποια υλική αναγκαιότητα εκφράζει.

Η ίδια η μορφή της δημοσκοπικής ερώτησης αποκαλύπτει τη λειτουργία της ιδεολογίας. Η “χώρα” παρουσιάζεται ως ενιαίο σώμα με κοινά συμφέροντα, ενώ εξαφανίζονται οι εσωτερικές ταξικές αντιθέσεις. Η επίθεση εμφανίζεται ως εξωτερικός κίνδυνος απέναντι στον οποίο όλοι υποτίθεται ότι ενώνονται. Έτσι, η κοινωνία μετατρέπεται σε αφηρημένο εθνικό σύνολο και η πολιτική σε ζήτημα διαχείρισης της εθνικής ασφάλειας. Η ταξική πραγματικότητα αντικαθίσταται από τη φαντασιακή ενότητα του έθνους.

Αυτό ακριβώς είναι που ο Βλαντίμιρ Ιλίτς Λένιν αναλύει όταν υπογραμμίζει ότι το κράτος παρουσιάζεται ως όργανο “όλου του λαού”, ενώ στην πραγματικότητα αποτελεί μηχανισμό ταξικής κυριαρχίας (Lenin, 1917). Η προσωποποίηση της εξουσίας λειτουργεί ως επέκταση αυτής της διαδικασίας: η ταξική λειτουργία του κράτους εξαφανίζεται πίσω από την εικόνα του “ικανού ηγέτη”. Ο πολίτης δεν καλείται να αναλύσει τη δομή της εξουσίας αλλά να εμπιστευθεί ή να απορρίψει πρόσωπα.

Η σύγχρονη πολιτική επικοινωνία βασίζεται ακριβώς σε αυτή τη μετατόπιση. Τα πολιτικά προγράμματα γίνονται ολοένα και πιο αφηρημένα, ενώ η εικόνα, το ύφος, η “προσωπικότητα” αποκτούν κεντρική σημασία. Η πολιτική μετατρέπεται σε θέαμα διαχείρισης εντυπώσεων. Η ερώτηση δεν είναι πλέον «ποια τάξη εκπροσωπείται;», αλλά «ποιος δείχνει πιο αποφασιστικός;». Με αυτόν τον τρόπο, η ίδια η έννοια της εξουσίας αποϋλοποιείται. Αντί να κατανοείται ως σχέση παραγωγής και κυριαρχίας, βιώνεται ως προσωπικό χαρακτηριστικό.

Η προσωποποίηση της πολιτικής ενισχύεται ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης. Όσο οι κοινωνικές αντιφάσεις οξύνονται και η ανασφάλεια αυξάνεται, τόσο περισσότερο αναζητείται το “πρόσωπο” που θα αποκαταστήσει τη σταθερότητα. Η ανάγκη αυτή δεν είναι απλώς ψυχολογική· είναι κοινωνικά παραγόμενη. Σε μια κοινωνία όπου τα άτομα βιώνουν αποσύνδεση από τις πραγματικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων, η εξουσία εμφανίζεται ως κάτι εξωτερικό και σχεδόν μεταφυσικό. Το πρόσωπο του ηγέτη λειτουργεί τότε ως σημείο συμβολικής συγκέντρωσης της κοινωνικής αγωνίας.

Η ανάλυση του Έβαλντ Ιλιένκοφ για τη σχέση μορφής και περιεχομένου είναι εδώ ιδιαίτερα σημαντική. Η μορφή δεν είναι ουδέτερη αντανάκλαση του περιεχομένου αλλά ενεργός τρόπος οργάνωσης της πραγματικότητας στη συνείδηση. Η μορφή της προσωποποιημένης πολιτικής δεν απλώς “εκφράζει” την εξουσία· την αναπαράγει με τρόπο που αποκρύπτει τη δομή της. Το πρόσωπο γίνεται το ορατό περιεχόμενο, ενώ οι πραγματικές κοινωνικές σχέσεις παραμένουν αόρατες.

Η λειτουργία αυτή φαίνεται καθαρά και στο γεγονός ότι διαφορετικά πολιτικά πρόσωπα συχνά εφαρμόζουν παρόμοιες πολιτικές. Η εναλλαγή κυβερνήσεων δημιουργεί την αίσθηση αλλαγής, ενώ οι βασικές οικονομικές και κρατικές δομές παραμένουν σταθερές. Η προσοχή μεταφέρεται από τη συνέχεια της δομής στη διαφορά της προσωπικότητας. Η πολιτική αντιπαράθεση μετατρέπεται έτσι σε σύγκρουση ύφους και όχι περιεχομένου.

Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο σε τέτοιες δημοσκοπήσεις είναι συχνά οι κατηγορίες «Άλλος» ή «Κανένας». Αυτές δεν εκφράζουν απαραίτητα συγκροτημένη πολιτική εναλλακτική· εκφράζουν κρίση αντιπροσώπευσης. Οι πολίτες αισθάνονται ότι κανένα από τα υπάρχοντα πρόσωπα δεν εκφράζει πραγματικά τις ανάγκες τους, χωρίς όμως να έχουν ακόμη μετατρέψει αυτή τη δυσπιστία σε ταξική συνείδηση. Πρόκειται για αντίφαση χαρακτηριστική της εποχής: απονομιμοποίηση των προσώπων χωρίς αντίστοιχη απονομιμοποίηση της ίδιας της δομής.

Η Μαρξική αντιπαραβολή δεν απορρίπτει τη σημασία των προσώπων στην ιστορία. Τα πρόσωπα έχουν πραγματικό ρόλο, ακριβώς επειδή συμπυκνώνουν και εκφράζουν υπαρκτές κοινωνικές δυνάμεις. Το πρόβλημα αρχίζει όταν το πρόσωπο αποσπάται από αυτές τις σχέσεις και εμφανίζεται ως αυτόνομη αιτία της ιστορικής κίνησης. Τότε η πολιτική χάνει τον υλικό της χαρακτήρα και μετατρέπεται σε αφήγηση προσώπων.

Η πραγματική κατανόηση της πολιτικής απαιτεί το αντίθετο: να δούμε πίσω από το πρόσωπο τη δομή που το παράγει. Πίσω από τον “ηγέτη” βρίσκεται το κράτος· πίσω από το κράτος οι σχέσεις παραγωγής· πίσω από τις πολιτικές αποφάσεις οι υλικές ανάγκες της καπιταλιστικής αναπαραγωγής. Μόνο έτσι η πολιτική παύει να είναι θέαμα και γίνεται αντικείμενο συνειδητής ανάλυσης και πράξης.

Η προσωποποίηση της εξουσίας είναι τελικά μορφή ιδεολογικής απλοποίησης μιας εξαιρετικά σύνθετης πραγματικότητας. Μετατρέπει τις κοινωνικές σχέσεις σε ψυχολογία, την ταξική σύγκρουση σε ζήτημα ηγεσίας και την ιστορία σε αφήγηση προσώπων. Η υπέρβασή της δεν βρίσκεται στην αναζήτηση “καλύτερων” προσώπων, αλλά στην κατανόηση ότι η εξουσία δεν κατοικεί στα άτομα· κατοικεί στις κοινωνικές σχέσεις που τα παράγουν και τα χρησιμοποιούν ως φορείς της ιστορικής τους λειτουργίας.

Μωυσίδης Χαράλαμπος
Συγγραφέας του Διαλεκτικού Υλισμού

 

Δείτε εδώ όλα τα άρθρα της στήλης “Μαρξική Αντιπαραβολή”

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: