Φώντας Λάδης: «Η ταξική συνείδηση γκρεμίζει ένα σύστημα παλιό» (3)

“Η ταξική συνείδηση παλεύει, / μ’ ολόκληρο ένα σύστημα παλιό. / Γκρεμίζει, μα φροντίζει και να κλέβει / εκείνο που απέμεινε γερό.”

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

Την καταγγελία της βίας, την οποία συλλαμβάνει η αδέκαστη ματιά του φωτογράφου, καθώς ένας άνδρας των ΜΑΤ, χωρίς όνειδος, χτυπάει έναν νεαρό πολίτη, σηματοδοτεί το εξώφυλλο του βιβλίου «Τα τραγούδια του νόμου και της τάξης» (εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»).

Αποχρωματισμένη η φωτογραφία από την αμεσότητα του μηνύματος – ρεπορτάζ, κατακάθεται στη συνείδηση του αναγνώστη ως επαναστατική αισθητική αντίδραση. Εχει κρατηθεί ο σκελετός των περιγραμμάτων, σε άσπρο και μαύρο, ενώ ένας κόκκινος κύκλος επικρέμαται ως απόδοση δικαιοσύνης.

Ετσι, γινόμαστε μάρτυρες ενός θεάτρου σκιών, στο οποίο η κακοποίηση του σώματος δραματοποιείται, έχοντας απολέσει την έγχρωμη επικαιρότητα του γεγονότος.

«Η βία είμαι που και τ’ αφεντικά με προσκυνάνε»

Μέσα από αυτή την εικόνα ξυλοδαρμού, η οποία συγχωνεύει το ατομικό με το συλλογικό, ο τροβαδούρος Φώντας Λάδης γίνεται ο εκφραστής του λαϊκού πόνου, γιατί αισθάνεται το χτύπημα από το όργανο τυραννίας πάνω στο ίδιο του το κορμί.

Η σύλληψη του ενσταντανέ αποστασιοποιείται από τα δρώντα υποκείμενα, τόσο από το θύμα όσο και από τον θύτη, και μετατρέπεται σε σύμβολο καταναγκασμού για όλους τους καιρούς.

Ας διαβάσουμε τους πρώτους στίχους από την μπαλάντα «Το τραγούδι της βίας», η οποία πιθανολογούμε ότι είναι γραμμένη εν θερμώ. Η επαναλαμβανόμενη επωδός, σε πρώτο πρόσωπο:

Η βία είμαι, μα όχι όποια να ‘ναι / Εγώ είμ’ αυτή που και τ’ αφεντικά με προσκυνάνε.

Μάλιστα, ανοίγει συζήτηση με τη σιωπούσα ανήμπορη Αντίσταση, σαν να αντλεί από τη βεβαιότητα της κατίσχυσής της, προκαλώντας το πικρό χιούμορ του:

Κι εσύ μικρή, που Αντίσταση σε λένε, / πως είσαι αδερφή μου μην καυχιέσαι, / γριά εγώ κι εσύ τρανό βλαστάρι, / γι’ αυτό κι απ’ τα νεκρά μου χέρια θέλει / το πρόστυχο το μέλλον να σε πάρει.

Τραγωδός εκ των υστέρων της εξέγερσης του Πολυτεχνείου

Αυτός ο τρόπος συγχρονικής ανάγνωσης της Ιστορίας, ενώ ακόμη η θερμοκρασία της βιαιοπραγίας είναι υψηλή, δεν διαθέτει τίποτα το περιττό, δεν προτάσσει το ακατέργαστο συναίσθημα εις βάρος της λελογισμένης καλλιτεχνίας, η οποία δεν συσκοτίζει το ταξικό πρόσημο.

Σε αντίθεση, η ενότητα «Τέσσερα τραγούδια και δύο παραλλαγές για το Πολυτεχνείο» γράφεται εκ των υστέρων, όταν η αντιδικτατορική εξέγερση σφραγίζεται, με καθοδηγητή και αιμοδότη την ΚΝΕ. Κι όμως, η χρονική απόσταση δεν έχει ακυρώσει την τραγικότητα των ελεύθερων κεκλεισμένων φοιτητών.

Ακόμη κραταιός ο σκελετός των κινήσεών τους, λες και προβάλλεται σ’ ένα φιλμ 16 mm, ακούγοντας τη φωνή του ποιητή να σχολιάζει σε δεκαπεντασύλλαβους στίχους – συμπεριλήφθηκαν στον συλλογικό τόμο «Αντιφασιστικά ’67 – ’74», σε επιμέλεια Κώστα Βαλέτα, εκδόσεις «Γραμμή», 1974.

Είναι χαρακτηριστικά τα δύο ακροτελεύτια τετράστιχα, δύο μικροί ύμνοι, οι οποίοι έλκουν την καταγωγή από τον ανώνυμο υμνωδό της Επανάστασης του 1821:

1

Μεριάσανε τα σύννεφα κι ο ήλιος κατεβαίνει / κι ένα μικρό μελαχρινό φυσάει μες στο σουραύλι. / Η πίκρα είναι στο στόμα του, στα μάτια πάλι η πίκρα / κι ένα ντουφέκι δίπλα του, παλιό και πλουμισμένο.

2

Ξανανοίγει πάλι ο ουρανός κι ο ήλιος κατεβαίνει / κι ένα μικρό μελαχρινό κοιτάζει και σωπαίνει. / Κατ’ είναι σα χαρούμενο, κάτι σα θυμωμένο / κι ένα ντουφέκι δίπλα του, παλιό και πλουμισμένο.

Είκοσι χρόνια μετά, στη μνήμη του Γρηγόρη Λαμπράκη

Σκληρή και μακρά γέννα, έφερε στο φως το ανέκδοτο αφηγηματικό ποίημα – τραγούδι «Ηταν του Μάη εικοσιδυό», αφιερωμένο στη μνήμη του Γρηγόρη Λαμπράκη. Είκοσι χρόνια μεσολάβησαν από την άγρια δολοφονία του γιατρού αγωνιστή, κι όμως το «ηλεκτρικό μοιρολόι» – όπως γράφει ο ίδιος – εξακολουθεί να ηλεκτρίζει την ατμόσφαιρα του 1983.

Γιατί όμως; Χρειάστηκε η πρέπουσα απόσταση για να χωνευτεί το δύστηνο γεγονός, να δημιουργηθούν οι πρέπουσες συνειδησιακές επεξεργασίες, ώστε να αποκτήσει τον τύπο του επιτάφιου θρήνου. Για να χαραχτούν πάνω στο μνήμα στίχοι σαν κι αυτούς:

Σημαία μαύρη ο ουρανός / που τον ξεσχίζει η αστραπή. / Στη Σαλονίκη κεραυνός / που στην Αθήνα θ’ ακουστεί.

Ταξικό χαρακτήρα έχει και το ποίημα με τον εύγλωττο τίτλο «Είμαι γιος του απόλυτου», παρμένο από την ποιητική συλλογή «Μικρές Σημαίες» (1974). Στα τριάντα χρόνια του, την τελευταία χρονιά της δικτατορίας, είναι σαν να αναδύεται από τα πλουτώνια ύδατα της επτάχρονης φίμωσης. Το πέρας του ακούγεται σαν μια σφυριά που έρχεται από το μέλλον, κι αν έχεις αυτιά, ακούς με τα μάτια της ψυχής σου:

Είμαι γιος του απόλυτου, / που απαρνιέται την πόλη του / την καινούργια, μόλις την φωτογράφισαν / οι μαστόροι, που τ’ αλφάδια τους άφησαν.

«Εργάτη γίνε στο νου αυτό που είσαι στο κορμί»

Στα συρτάρια του Φώντα Λάδη βρίσκονται σε διαρκή τυπογραφική αϋπνία στίχοι προλεταριακής ποίησης. Αρκεί ένα άγγιγμα του αριστερού χεριού του, του χεριού της καρδιάς, για να γίνουν ένα με την καρδιά του κάθε κομμουνιστή και της κάθε κομμουνίστριας.

Εγερτήρια σαλπίσματα, τα οποία ανατρέχουν στην επαναστατική ηθική του «Θούριου» του Ρήγα Φεραίου, είναι τα «δίδυμα», γεννημένα από τον ίδιο αγωνιστικό νου, τα «Αμα ανήκεις σε μια τάξη» και «Η ταξική συνείδηση»:

Το πρώτο αποτελείται από τρία τετράστιχα, με πλεκτή ομοιοκαταληξία, στην οποία η ρίμα δεν ηχεί μηχανικά, αλλά κρούει τον λόγο, σε τόνο κυκλωτικού εμβατηρίου, ενάντια στους αστούς:

Αμα ανήκεις σε μια τάξη, / πρέπει να την αγαπάς. / Αμα θες να είσαι εντάξει / τους δικούς σου μη χτυπάς.

Σε ποιους απευθύνεται; Στα όργανα της καταστολής, τα οποία θεωρεί παιδιά του λαού; Ακούγεται σαν από ένα αισιόδοξο τραγούδι του μέλλοντος ο επί γης σοσιαλισμός:

Τι ‘ν’ το προλεταριάτο / και τι είναι οι αστοί; / Δώσε απάντηση σωστή, / πριν να ‘ρθουν τα πάνω κάτω.

Τα πέντε τετράστιχα του δεύτερου ταξικού ποιήματος, με τον ίδιο στιχουργικό τρόπο, περαιώνονται. Ερχονται ως διαυγής απάντηση στο ακροτελεύτιο ερώτημα που μόλις διαβάσατε, χωρίς, όμως, το κέλευσμα της προτροπής, καθώς επιλέγει να πει, καθαρά και ξάστερα, τα πράγματα με τ’ όνομά τους:

Η ταξική συνείδηση παλεύει, / μ’ ολόκληρο ένα σύστημα παλιό. / Γκρεμίζει, μα φροντίζει και να κλέβει / εκείνο που απέμεινε γερό.

*

Περνάει μέσ’ από αινίγματα και λάθη / και κάποτ’ από δίλημμα φριχτό. / Στη μέση όμως του δρόμου έχεις μάθει / τι είναι στη ζωή πιο διαλεχτό.

*

Εργάτη, πάρ’ το απόφαση και γίνε / στο νου αυτό που είσαι στο κορμί, / Η ταξική συνείδηση δεν είναι / αλήθεια που αποχτιέται στη στιγμή.

ΥΓ. Καίνε οι πληγές, χαροκαμένες τρέχουν / Να κρυφτούν μέσα σε σκάμματα υπόγεια / Ανυδρα ζητούν δροσιά να δροσιστούν / Κι όπως ρίχνονται οβίδες λέξεις σκάνε / Ηχοι άναρθροι αρθρώνουν συλλαβές / Συλλαβίζουν σε ήχους πολέμου πυρά / Λεξιλόγιο διάτρητο πέφτει ουρλιάζοντας

(ακολουθεί)

Γράφει ο
Βασίλης ΚΑΛΑΜΑΡΑΣ
Δημοσιογράφος, συγγραφέας, κριτικός βιβλίου

Αναδημοσιεύεται από την εξαιρετική στήλη “Δαχτυλικά Αποτυπώματα” του Ριζοσπάστη του Σαββατοκύριακου 13-14/1/2024

Δείτε όλα τα άρθρα της σειράς εδώ

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: