Το χέρι αυτό που δεν έκοψα (για τα χέρια που χαιρετάν ναζιστικά)

Και σαν βλέπω το Μίσος πως άντεξε χρόνια,
καθάριο μου είναι: Αδράνησα…
Δική μου η ευθύνη που επέτρεψα
το ανάστημα, ξανά, να υψώσει.

Εδώ, στα γέρματα της ζωής μου,
‘κει που βαδίζω, με βάρος τα χρόνια,
‘κει που σπανίως γυρνάω το βλέμμα ψηλά,
είδα ναζιστικά να χαιρετά ένα χέρι.

Και για το Παιδί, που χαιρετούσε, δεν έκλαψα.
Για τον εαυτό μου, μονάχα, εντράπηκα,
γιατί ξάφνου πικρά εθυμήθηκα
κείνο το χέρι του μίσους π’ αγνόησα.

Γιατί το Παιδί, εγώ, μου το πρόδωσα,
γιατί τη μάχη ετότε δεν έδωσα,
γιατί με Ειρήνη θα νικήσω, επίστεψα,
γιατί τον Άνθρωπο στερνά εκαρτέρεσα.

Το Παιδί, εγώ το εγκατέλειψα,
γιατί στο μίσος με Αγάπη, είχα πει, θ’ απαντήσω,
γιατί το φασισμό με Παιδεία, είχα πει, θα πατήσω,
γιατί στο Τέρας, τον Άνθρωπο, είχα πει, θα τους δείξω.

Και σαν βλέπω το Μίσος πως άντεξε χρόνια,
καθάριο μου είναι: Αδράνησα…
Δική μου η ευθύνη που επέτρεψα
το ανάστημα, ξανά, να υψώσει.

Γιατί το κτήνος, σαν Κτήνος δεν πάλεψα.
Γιατί τη Βία ποτέ δε διαχώρισα.
Γιατί, εν τέλει, απλά παραιτήθηκα.
Γιατί, εν τέλει, εγώ με ενίκησα.

Κι όλα αυτά, πριν χρόνια ξεκίνησαν:
με τη μάχη αυτή που δε δόθηκε,
με το μένος αυτό που δεν κράτησα,
με το χέρι αυτό που δεν κόπηκε…

Όχι!

Απ’ την αρχή:

Με το φασισμό αυτόν που δεν τσάκισα.
Με τη μάχη αυτή που δεν έδωσα.
Με το χέρι αυτό που δεν έκοψα.
Με το χέρι αυτό που δεν έκοψα!

Ηλίας Κοντανδριόπουλος

 

Φωτογραφία: Konstantinos Tsakalidis / SOOC

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: