Κυριακή πρωί μ’ ένα ποίημα: «Ομολογία ενοχής» του Στέλιου Γεράνη

“Όλοι μου λεν πως είμαι αθώος
γιατί σπανίως εννοούν τα πάμπολλά μου εγκλήματα.
Πως είμαι δήμιος, ασφαλώς δεν το πιστεύουν.
Μα εγώ φοβάμαι. Γιατί, καλώς γνωρίζω
πόσες ωραίες μου πράξεις καρατόμησα·
πόσες φορές κλάδεψα τους βλαστούς μου…”

Ο Στέλιος Γεράνης (φιλολογικό ψευδώνυμο του Στέλιου Παναγιωτόπουλου) γεννήθηκε στην Αθήνα το 1920 και έφυγε από τη ζωή το 1993. Φοίτησε στην Πάντειο. Από το 1941 πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Εξέδωσε και επιμελήθηκε κατά καιρούς τα λογοτεχνικά περιοδικά του Πειραιά «Νεοελληνική Μούσα» (1943), «Πορεία» (1944), Πειραϊκή Έρευνα» (1953) και άλλα. Η πρώτη του ποιητική συλλογή κυκλοφόρησε με τον τίτλο «Μεταπτώσεις» το 1944. Εξάσκησε το επάγγελμα του εκτελωνιστή.

Έργα του: Μεταπτώσεις (1944), Πορεία προς το φως (1949), Άνεμοι στο τέλμα (1951), Η ποίηση του Νικηφόρου Βρεττάκου (1952, μελέτη), Ένας καιρός ετοιμοθάνατος (1955), Παθολογία (1960), Ο χορός των χρωμάτων (1964), Ένας ψαλμός αιμόφυρτος (1969), Ο Πειραιάς και οι ποιητές του μελέτημα και ανθολόγιο (1971), Τα μικρά μου θαύματα (1974), Μνήμη βομβαρδισμού (1975), Διάλογος με τον Διονύσιο Σολωμό (1978), Μεσοτοιχίες τρελών (1981), Κώστας Βάρναλης σάτιρα, ποίηση και σοφία (1985), Κωστής Παλαμάς 130 χρόνια 1859-1989 χρονολόγιο, ποιητικό και κριτικό ανθολόγιο, αναμνήσεις, εργογραφία (1989 μαζί με τον Χρ. Αδαμόπουλο), Κώστας Καρυωτάκης χωρίς αυθαιρεσίες και παραμορφώσεις (1990, δοκίμια), Ξαναβρήκα την ποίηση (1991), Ένας ευαίσθητος μποξέρ που έγινε αστυφύλακας (1983 πεζογραφία) κ.ά.

Τα ποιητικά του άπαντα κυκλοφόρησαν το 1998. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες.

Το 1975 του απονεμήθηκε το 2ο Κρατικό Βραβείο Ποίησης για το έργο «Τα μικρά μου θαύματα», ενώ το 1992 το Βραβείο Ποίησης του Ιδρύματος Ουράνη.

Υπήρξε συντάκτης περί των 50 λημμάτων-μελετημάτων σχετικά με προσωπικότητες της ελληνικής λογοτεχνίας στην δωδεκάτομη «Εγκυκλοπαίδεια Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» του Χάρη Πάτση.

Υπήρξε μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και πρόεδρος της Εταιρείας Γραμμάτων και Τεχνών του Πειραιά.

Ομολογία ενοχής

Χωρίς να υπάρχει στα χαρτιά μια καταδίκη εις θάνατον
περιπλανώμαι σαν φυγόδικος από την πρώτη μου στιγμή.

Όλοι μου λεν πως είμαι αθώος
γιατί σπανίως εννοούν τα πάμπολλά μου εγκλήματα.
Πως είμαι δήμιος, ασφαλώς δεν το πιστεύουν.
Μα εγώ φοβάμαι. Γιατί, καλώς γνωρίζω
πόσες ωραίες μου πράξεις καρατόμησα·
πόσες φορές κλάδεψα τους βλαστούς μου·
πόσες φορές συναντήθηκα με τον άλλο μου δαίμονα
κι έστριψα
στη μικρή
σκοτεινή
πάροδο.

Όλοι μου λεν πως είμαι αθώος
γιατί δε βλέπουν
τα κρεμασμένα
στους τοίχους
ομοιώματα·
τα συνετά και δίκαια έργα μου δε βλέπουν
έτσι καθώς περνούν σκυφτά
τις πύλες των φερέτρων μου.

Όταν χτυπάει ο άνεμος την πόρτα μου
τρομάζω: Τώρα -λέω- έρχονται να με συλλάβουν·
έρχονται να με υποχρεώσουν και πάλι ν’ αρνηθώ·
να πω: Ουκ οίδα τον άνθρωπο.
Αυτόν που εντός μου κατοικεί
δεν τον γνωρίζω.

Όλοι μου λεν πως είμαι αθώος
και πως μπορώ ησύχως ν’ αναπαύομαι·
να περπατώ ανενόχλητος στους δρόμους·
για τους κοινούς κακούργους με απέχθεια να μιλώ
και ν’ αποσύρομαι χωρίς
την εντροπή του ενόχου.

Μα εγώ δεν αναπαύομαι. Τις νύχτες
με κυκλώνουν οι σκιές. Άγρια φαντάσματα
καραδοκούν πίσω απ’ τις πόρτες μου·
και δεν μπορώ να είμαι ο διαυγής·
ο καθαρός και αμόλυντος δεν είμαι·
κι ας μην υπάρχει στα χαρτιά
μια καταδίκη
εις θάνατον.

“Κυριακή πρωί μ’ ένα ποίημα”: Δείτε όλα τα ποιήματα εδώ.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: