Κυριακή πρωί μ’ ένα ποίημα: «Ο Ιππότης και ο Θάνατος» του Νίκου Γκάτσου

“Αυτός ο μαύρος τόπος
Θα πρασινίσει κάποτε.

Και μες στους σκοτεινούς δρυμούς με τις νεκρές αγάπες
Εκεί που πέτρωσε ο καιρός ένα παρθένο φύλλο
Στα στήθια που σιγότρεμε μια δακρυσμένη τριανταφυλλιά
Θα λάμπει ένα άστρο σιωπηλό σαν ανοιξιάτικη μαργαρίτα…”

Ο ποιητής, στιχουργός και μεταφραστής, Νίκος Γκάτσος, γεννήθηκε στα Χάνια Φραγκόβρυσης (Ασέα) Αρκαδίας, στις 8 του Δεκέμβρη του 1911.

Με την οικογένεια του, το 1930, εγκαθίσταται στην Αθήνα. Εγγράφεται στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, χωρίς όμως να ολοκληρώσει τη φοίτησή του.

Το 1943 εξέδωσε την “Αμοργό” και έμελλε να σημαδέψει τη σύγχρονη ελληνική ποίηση. Αργότερα στις επόμενες εκδόσεις συμπεριλήφθηκαν και τα ποιήματα Ο Ιππότης και ο Θάνατος και Ελεγεία, που είχαν δημοσιευτεί για πρώτη φορά σε περιοδικά, το 1947 και 1946, αντίστοιχα.

Στην ποίησή του ο Νίκος Γκάτσος υιοθέτησε τον υπερρεαλισμό, παίρνοντας και στοιχεία από τη δημοτική μας παράδοση.

Ο Νίκος Γκάτσος είναι ένας από τους στυλοβάτες του Ελληνικού τραγουδιού, δίνοντας στίχους στους σπουδαιότερους συνθέτες μας.

Περισσότερο συνεργάστηκε με τον Μάνο Χατζιδάκι και δημιούργησαν διαχρονικά μουσικά έργα: Μυθολογία, Της γης το χρυσάφι, Επιστροφή, Οι μύθοι μιας γυναίκας, Σκοτεινή μητέρα, Αντικατοπτρισμοί, Αθανασία, Τα παράλογα και άλλα, καθώς και τραγούδια που τα έκανε γνωστά σε όλο τον κόσμο η Νανά Μούσχουρη.

Συνεργάστηκε και με τον Σταύρο Ξαρχάκο (Ρεμπέτικο, Νυν και αεί, Τα κατά Μάρκον κ.ά.), τον Μίκη Θεοδωράκη (Θαλασσινά φεγγάρια κ.ά.), τον Δήμο Μούτση (Κάποιο καλοκαίρι, Ένα χαμόγελο, Το δρομολόγιο), τον Λουκιανό Κηλαηδόνη (Κόκκινη κλωστή), τον Δημήτρη Παπαδημητρίου (Λουλούδι στη φωτιά), τον Χριστόδουλο Χάλαρη (Δροσουλίτες), αλλά και με άλλους συνθέτες.

Ο Νίκος Γκάτσος έφυγε από τη ζωή στις 12 του Μάη του 1992, στην Αθήνα.

Το ποίημα “Ο Ιππότης και ο Θάνατος”, είχε δημοσιευτεί το 1947, για πρώτη φορά σε περιοδικά.

Το μεταφέρουμε από την Ποιητική Ανθολογία Ελλήνων ποιητών, των εκδόσεων “Μάλλιαρη” – 1975, ακολουθώντας την ορθογραφία της έκδοσης.

 

      Ο ΙΠΠΟΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ

                         (1513)

                       Dürer zum Gedächtnis

 

Καθώς σε βλέπω ακίνητο

Με του Ακρίτα τ’ άλογο και το κοντάρι του Αη – Γιωργιού

να ταξιδεύεις στα χρόνια

Μπορώ να βάλω κοντά σου

Σ’ αυτές τις σκοτεινές μορφές που θα σε παραστέκουν αιώνια

Ώσπου μια μέρα να σβυστείς κι εσύ παντοτεινά μαζί τους

Ώσπου να γίνεις πάλι μια φωτιά μες στη μεγάλη Τύχη που σε γέννησε

Μπορώ να βάλω κοντά σου

Μια νερατζιά στου φεγγαριού τους χιονισμένους κάμπους

Και το μαγνάδι μιας βραδιάς να ξεδιπλώσω μπροστά σου

Με τον Αντάρτη κόκκινο να τραγουδάει τα νιάτα

Με το Ποτάμι τ’ Ουρανού να χύνεται στον Αύγουστο

Και με τ’ Αστέρι του Βοριά να κλαίει και να παγώνει –

Μπορώ να βάλω λιβάδια

Νερά που κάποτε πότισαν τα κρίνα της Γερμανίας

Κι αυτά τα σίδερα που φορείς μπορώ να σου τα στολίσω

Μ’ ένα κλωνί βασιλικό κι ένα ματσάκι δυόσμο

Με του Πλαπούτα τ’ άρματα και του Νικηταρά τις πάλες.

Μα εγώ που είδα τους απογόνους σου σαν πουλιά

Να σκίζουν μιαν ανοιξιάτικη αυγή τον ουρανό της πατρίδας μου

Κι είδα τα κυπαρίσσια του Μοριά να σωπαίνουν

Εκεί στον κάμπο του Αναπλιού

Μπροστά στην πρόθυμη αγκαλιά του πληγωμένου πελάγου

Όπου οι αιώνες πάλευαν με τους σταυρούς της παλληκαριάς

Θα βάλω τώρα κοντά σου

Τα πικραμένα μάτια ενός παιδιού

Και τα κλεισμένα βλέφαρα

Μέσα στη λάσπη και το αίμα της Ολλανδίας.

 

Αυτός ο μαύρος τόπος

Θα πρασινίσει κάποτε.

Το σιδερένιο χέρι του Γκετς θ’ αναποδογυρίσει τ’ αμάξια

Θα τα φορτώσει θημωνιές από κριθάρι και σίκαλη

Και μες στους σκοτεινούς δρυμούς με τις νεκρές αγάπες

Εκεί που πέτρωσε ο καιρός ένα παρθένο φύλλο

Στα στήθια που σιγότρεμε μια δακρυσμένη τριανταφυλλιά

Θα λάμπει ένα άστρο σιωπηλό σαν ανοιξιάτικη μαργαρίτα.

 

Μα εσύ θα μείνεις ακίνητος

Με του Ακρίτα τ’ άλογο και το κοντάρι του Άη – Γιωργιού θα ταξιδεύεις στα χρόνια

Ένας ανήσυχος κυνηγός απ’ τη γενιά των ηρώων

Μ’ αυτές τις σκοτεινές μορφές που θα σε παραστέκουν αιώνια

Ώσπου μια μέρα θα σβυστείς κι εσύ παντοτεινά μαζί τους

Ώσπου να γίνεις πάλι μια φωτιά μες στη μεγάλη Τύχη που σε γέννησε

Ώσπου και πάλι στις σπηλιές των ποταμιών ν’ αντηχήσουν

Βαριά σφυριά της υπομονής

Όχι για δακτυλίδια και σπαθιά

Αλλά για κλαδευτήρια κι αλέτρια.

“Κυριακή πρωί μ’ ένα ποίημα”: Δείτε όλα τα ποιήματα εδώ.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: