Tο καλοκαίρι του ’86

“Πωωωωω μια κρος, μια κρος” φώναξε η Αθηνά και αμέσως όλα τα πιτσιρίκια μαζευτήκαμε κοντά να χαζέψουμε την μηχανή. Ο Φάνης είχε βγάλει ένα πανί και την καθάριζε, βέβαια τι καθάριζε μόνο αυτός ήξερε μιας και το μηχανάκι μόλις είχε βγεί απο την αντιπροσωπεία. Μάλλον ήταν περισσότερο το καμάρι του, το νέο του απόκτημα και έπρεπε κάπως να το καλοσωρίσει.

Και είναι που λες καλοκαίρι του ’86 και 7 χρονών πιτσικόκος διακοπάρω στο εξοχικό μας στο Πόρτο Ράφτη. Ζέστη πολλή, μουντιάλ στο Μεξικό και με τους φίλους μου να ανταλλάσσουμε και να παίζουμε με τα αυτοκόλλητα της Panini ενώ παράλληλα να στοιχηματίζουμε για το αν θα το πάρει το κύπελλο η Δυτική Γερμανία, η Γαλλία, η Αργεντινή ή το Βέλγιο. Άσε την μπάλα στην αυλή με το χαλίκι και τα ματωμένα γόνατα… Και το βράδυ φαγητό με τους γονείς στην βεράντα και ταινία στην ασπρόμαυρη Urania τηλεόρασή μας.

Όλη αυτή η καλοκαιρινή ευχάριστη ρουτίνα διακόπηκε ένα απόγευμα όταν ο γιός της Μαρούλας, που μόλις είχε τελειώσει το λύκειο, σαν επιβράβευση, είχε αποκτήσει την πρώτη του μοτοσυκλέτα. Η οποία δεν ήταν άλλη απο ένα Honda Mtx 200. “Πωωωωω μια κρος, μια κρος” φώναξε η Αθηνά και αμέσως όλα τα πιτσιρίκια μαζευτήκαμε κοντά να χαζέψουμε την μηχανή. Ο Φάνης είχε βγάλει ένα πανί και την καθάριζε, βέβαια τι καθάριζε μόνο αυτός ήξερε μιας και το μηχανάκι μόλις είχε βγεί απο την αντιπροσωπεία. Μάλλον ήταν περισσότερο το καμάρι του, το νέο του απόκτημα και έπρεπε κάπως να το καλοσωρίσει.

Είχα μείνει έκθαμβος να χαζεύω τα έντονα χρώματά του. Πορτοκαλί με κίτρινο και μια γαλάζια σέλα σαν την θάλλασα.  Θα ήθελα πολύ να ανέβαινα στην σέλα του αλλά τότε το κεφάλι μου ίσα που την έφτανε. “Σ’ αρέσει μικρέ;” είπε ο Φάνης. “Πολύ”, αποκρίθηκα. “Μια μέρα όταν μεγαλώσεις θα πάρεις και εσύ μία”, είπε.  Έτσι πήρα το ποδηλατάκι μου και έβγαλα όλο μου το άχτι εκεί. Το τι ορθοπεταλιές και τι κωλιές έκανα εκείνη την μέρα δεν περιγράφεται, κόντεψα να το διαλύσω το ποδήλατό μου. Όλα αυτά μέχρι να φύγει ο Φάνης για την βραδινή του βόλτα. Κατέβηκε κάτω με το λευκό του παντελόνι και το κοντομάνικο πουκαμισάκι έριξε δυό μανιβελιές γερές και τα πρώτα γκαν γκαν σκέπασαν τον ήχο των τζιτζικιών. Άναψε φώτα και σήκωσε λίγο σκόνη φεύγοντας, ενώ εγώ τον χάζευα απο την βεράντα, έχοντας στα ρουθούνια μου το άρωμα του καμένου λαδιού.

Περίπου είκοσι χρόνια μετά απέκτησα και εγώ το πρώτο μου μηχανάκι και κάπου εκεί θυμήθηκα τα λόγια του Φάνη. Τα ίδια λόγια λέω και εγώ σε κάθε πιτσικόκο που με χαζεύει στο δρόμο. Γιατί η μέρα αυτή θα έρθει και ούτε που θα καταλάβεις πώς πέρασαν όλα αυτά τα χρόνια, ενώ εσύ παρέμεινες για πάντα το αγοράκι με τα κοντά παντελονάκια που έκανε κωλιές στην αυλή με το χαλίκι.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: