80 χρόνια από τη συνθηκολόγηση της φασιστικής Ιταλίας – Συμπεράσματα από τη στρατηγική του Ιταλικού ΚΚ

Μια «αποφασιστοποίηση» με πρωταγωνιστές τους φασίστες. Οι πραγματικές αιτίες της απομάκρυνσης του Μουσολίνι

Τα ξημερώματα της 25ης Ιούλη 1943, έπειτα από μια 9ωρη συνεδρίαση του Μεγάλου Φασιστικού Συμβουλίου, του ανώτερου οργάνου του κυβερνώντος ιταλικού φασιστικού κόμματος, 19 από τα 26 μέλη του αποφάσισαν την απομάκρυνση του Μπενίτο Μουσολίνι από επικεφαλής της ιταλικής κυβέρνησης. Το απόγευμα της ίδιας μέρας, ο Μουσολίνι συνάντησε τον Ιταλό βασιλιά Βίκτωρα Εμμανουήλ Γ’. Αυτός όχι μόνο του ανακοίνωσε την πρόθεσή του να δώσει εντολή σχηματισμού νέας κυβέρνησης στον Στρατηγό Πιέτρο Μπαντόλιο, αλλά και τον συνέλαβε.1

21 χρόνια νωρίτερα ήταν ο ίδιος ο Βίκτωρ Εμμανουήλ Γ’, ο οποίος έπειτα από μια πορεία – παρωδία των φασιστών προς τη Ρώμη, την οποία με ευκολία θα μπορούσαν να καταστείλουν οι αστυνομικές και στρατιωτικές δυνάμεις, είχε δώσει εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον Μουσολίνι, με πρόσχημα την αποφυγή του εμφυλίου πολέμου και της αιματοχυσίας.2

Ο ρόλος του Ιταλού βασιλιά στην «άνοδο» και την «πτώση» του Μουσολίνι δεν ήταν αποτέλεσμα κάποιου παιχνιδιού της μοίρας, αλλά απόδειξη της συμβολής του στις διαφορετικές σε κάθε εποχή ανάγκες της ιταλικής αστικής τάξης.

Μετά το τέλος του ιμπεριαλιστικού Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, η ιταλική καπιταλιστική εξουσία, αν και άνηκε τυπικά στους νικητές της πολεμικής αναμέτρησης, όχι μόνο «ρίχτηκε» από τους «συμμάχους» της στη μοιρασιά της ιμπεριαλιστικής λείας, αλλά και την περίοδο 1918-1920 (συχνά αποκαλούμενη και ως «κόκκινη διετία») βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα διογκούμενο εργατικό κίνημα, που εκφράστηκε με μεγαλειώδεις απεργίες και καταλήψεις εργοστασίων. Σε αυτές τις συνθήκες, προκρίθηκε ο φασισμός ως η καταλληλότερη μορφή της αστικής πολιτικής εξουσίας για την κατάπνιξη του εσωτερικού ταξικού εχθρού και την προετοιμασία μιας μελλοντικής δυναμικής διεκδίκησης της αναβάθμισης της θέσης της Ιταλίας στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα. Σε αυτή την κατεύθυνση χρησιμοποιήθηκε και ο θεσμικός ρόλος και το κύρος του βασιλιά.

Ομως, 21 χρόνια αργότερα, η προσπάθεια αναβάθμισης της θέσης της Ιταλίας μέσα από τη συμμαχία της με τη ναζιστική Γερμανία και τη συμμετοχή της πρώτης σε έναν νέο ιμπεριαλιστικό πόλεμο όχι μόνο δεν απέδιδε τα προσδοκώμενα αποτελέσματα, αλλά και τροφοδοτούσε στο εσωτερικό τη διόγκωση του παρτιζάνικου κινήματος, στην πρωτοπορία του οποίου βρισκόταν το Ιταλικό ΚΚ. Μετά τη νίκη του Κόκκινου Στρατού στο Στάλινγκραντ (Φλεβάρης 1943) και την έναρξη της αντεπίθεσής του στα εδάφη της ανατολικής Ευρώπης και την απόβαση των Βρετανών και των Αμερικανών στη Σικελία (10 Ιούλη 1943), ήταν φανερό ότι ο χρόνος κυλούσε αντίστροφα για τον φασιστικό Αξονα. Τότε, ηγετικά τμήματα της ιταλικής αστικής τάξης θεώρησαν ότι η διασφάλιση των συμφερόντων τους και πιθανά ακόμα και η διάσωση της εξουσίας τους απαιτούσε την άμεση αλλαγή των συμμαχιών του ιταλικού καπιταλιστικού κράτους3.

Αυτό σήμαινε φυσικά την απομάκρυνση του Μουσολίνι (αργότερα θα ερχόταν και η σειρά του Βίκτωρα Εμμανουήλ Γ’). Ο νέος πρωθυπουργός Μπαντόλιο θα έμενε στην ιστορία για την ανακοίνωση της συμφωνίας συνθηκολόγησης των ιταλικών στρατιωτικών δυνάμεων (που είχε υπογραφεί νωρίτερα) στις 8 Σεπτέμβρη 1943:

«Η ιταλική κυβέρνηση, έχοντας αναγνωρίσει το αδύνατο της συνέχισης της άνισης μάχης εναντίον της συντριπτικής δύναμης του αντιπάλου και με την πρόθεση να διαφυλάξει το Εθνος από περισσότερες και σοβαρότερες καταστροφές, είχε αιτηθεί μια ανακωχή από τον Στρατηγό Αϊζενχάουερ, Αρχιστράτηγο των Αγγλοαμερικανικών συμμαχικών δυνάμεων.

Η αίτηση έγινε αποδεκτή.

Συνεπώς, κάθε πράξη εχθρότητας ενάντια στις Αγγλοαμερικανικές δυνάμεις πρέπει να σταματήσει από πλευράς των ιταλικών δυνάμεων σε κάθε τοποθεσία. Πρέπει να αντιδρούμε, όμως, σε πιθανές επιθέσεις προερχόμενες από κάθε άλλη πλευρά».4

Η προηγούμενη σύντομη ανακοίνωση επισφράγιζε ουσιαστικά την επιλογή της ιταλικής αστικής τάξης να αλλάξει ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο εν μέσω πολέμου.

Παράλληλα, αποκάλυπτε με τον καλύτερο τρόπο ότι ο φασισμός δεν αποτέλεσε ποτέ μια εξουσία αντίθετη τόσο με την καπιταλιστική όσο και με τη σοσιαλιστική, όπως ο ίδιος υποστήριζε προπολεμικά. Οι ανώτεροι επιτελείς του Φασιστικού Κόμματος αποδείχτηκαν διαχειριστές των καπιταλιστικών συμφερόντων, τα οποία ευθύνονταν τόσο για την «άνοδο», όσο και για την «πτώση» του φασισμού. Μάλιστα, θα ανταμείβονταν για την ταξική τους συνέπεια. Τα επόμενα χρόνια, συνεπικουρούμενη και από τα όσα ακολούθησαν (και θα δούμε παρακάτω), η ιταλική καπιταλιστική εξουσία φρόντισε να παρουσιάσει ως υπαίτιους της επικράτησης του φασισμού και των συνεπειών της μόνο εκείνους που αρνήθηκαν τη συνθηκολόγηση και όχι όσους την επέβαλαν. Και ας είχαν υπηρετήσει και οι δύο πλευρές τον φασισμό. Και με αυτόν τον τρόπο οι αστικές πολιτικές δυνάμεις απέδειξαν πως ήταν κάλπικες οι καταγγελίες τους απέναντι στον φασισμό.

Οι συνέπειες της συνθηκολόγησης της φασιστικής Ιταλίας στην πορεία του ιμπεριαλιστικού Β’ Παγκοσμίου Πολέμου

Η συνθηκολόγηση της φασιστικής Ιταλίας έκανε πλέον φανερό σε όλους ότι η πλάστιγγα του ιμπεριαλιστικού πολέμου είχε γύρει οριστικά εις βάρος του φασιστικού Αξονα. Φυσικά, η ναζιστική Γερμανία επιχείρησε να αντιδράσει, δίνοντας άμεσα εντολές στα γερμανικά στρατεύματα που βρίσκονταν στην ιταλική επικράτεια να μην παραδοθούν. Αυτό κατέστη εφικτό και εξαιτίας της αναποφασιστικότητας και της παθητικότητας των ιταλικών δυνάμεων. Στη συνέχεια, στις 12 Σεπτέμβρη 1943, Γερμανοί αλεξιπτωτιστές απελευθέρωσαν τον Μουσολίνι και τον οδήγησαν στο Μόναχο, όπου συναντήθηκε με τον Χίτλερ. Στις 23 Σεπτέμβρη, ο Μουσολίνι επέστρεψε στη Βόρεια Ιταλία προκειμένου να αναγγείλει τη συγκρότηση της λεγόμενης «Ιταλικής Κοινωνικής Δημοκρατίας», που έμεινε γνωστή στην Ιστορία ως καθεστώς του Σαλό (από την περιοχή που έδρευε η κυβέρνηση). Το καθεστώς του Μουσολίνι βασιζόταν κυρίως στη δύναμη των γερμανικών όπλων και στην υποστήριξη ορισμένων πιστών οπαδών του.5

Ομως, το γεγονός ότι το καθεστώς του Σαλό καταλάμβανε περίπου τα 2/3 της Ιταλίας, συμπεριλαμβανομένων και των σημαντικών βιομηχανικών κέντρων του Βορρά και ήταν αναγκαστικά δεμένο σε συμμαχία με τη ναζιστική Γερμανία, μπορεί να μείωνε τις απώλειες της τελευταίας, αλλά σε καμία περίπτωση δεν επανέφερε την προηγούμενη ισορροπία δυνάμεων. Ετσι κι αλλιώς, μετά τη συνθηκολόγηση του Σεπτέμβρη, εξαιτίας και της αλλαγής της στάσης σημαντικής μερίδας της ιταλικής αστικής τάξης και αντίστοιχων πολιτικών δυνάμεων, διευρύνθηκε η κοινωνική βάση στήριξης της αντιφασιστικής αντίστασης, ακόμα και στα εδάφη που έλεγχε το καθεστώς του Σαλό. Μάλιστα, όταν το τελευταίο θέλησε να προχωρήσει σε υποχρεωτική επιστράτευση των αντρών, μια σημαντική μερίδα προτίμησε να πάρει τον δρόμο για τα βουνά και να καταταχθεί στους παρτιζάνους.6

Πέρα από τον ακήρυχτο εμφύλιο που άρχισε στα εδάφη της βόρειας και κεντρικής Ιταλίας με την παρουσία σημαντικών γερμανικών στρατευμάτων, ανάλογη ήταν η κατάσταση που διαμορφώθηκε στα ιταλικά στρατεύματα που βρίσκονταν στη βόρεια Αφρική, στο Ανατολικό Μέτωπο, στη Γιουγκοσλαβία, στην Αλβανία και στην Ελλάδα. Ενα σημαντικό μέρος των Ιταλών στρατιωτών και αξιωματικών αποφάσισε να τηρήσει τη συμφωνία συνθηκολόγησης, ενώ ένα μικρότερο πέρασε με την πλευρά των γερμανικών στρατευμάτων. Ετσι, σε αρκετές περιπτώσεις, η σύγκρουση μερίδας των ιταλικών στρατευμάτων με τα γερμανικά ήταν αναπότρεπτη, όπως στην περίπτωση της Κεφαλονιάς, όπου η ιταλική μεραρχία του Ακουι εξοντώθηκε όταν αρνήθηκε να παραδοθεί.7

Ως αποτέλεσμα, η ναζιστική Γερμανία, σε μια εποχή που αναζητούσε εφεδρείες, προκειμένου να αναπληρώσει τις τεράστιες απώλειές της στο Ανατολικό Μέτωπο, ήταν πλέον υποχρεωμένη αρχικά να αντιμετωπίσει τα ιταλικά στρατεύματα που άλλαξαν στρατόπεδο και στη συνέχεια να προσπαθήσει να τα αναπληρώσει με ίδιες δυνάμεις. Το γεγονός αυτό αντικειμενικά ενέτεινε τα αδιέξοδα της γερμανικής στρατιωτικής διοίκησης, τη στιγμή που αυτή αντιμετώπιζε την προέλαση του Κόκκινου Στρατού και έπρεπε ταυτόχρονα να καιροφυλακτεί για μια ενδεχόμενη επίθεση των Βρετανών και των Αμερικανών στην κεντρική και βόρεια Ιταλία ή για μια απόβασή τους στη Βόρεια Ευρώπη.

Η σημασία της συνθηκολόγησης για την καπιταλιστική εξουσία και η στάση της απέναντι στο εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα

Η συνθηκολόγηση της Ιταλίας και γενικότερα η διαφαινόμενη ήττα του φασιστικού Αξονα φανέρωσε και τα όρια της Μεγάλης Αντιφασιστικής Συμμαχίας, που συμπεριλάμβανε κράτη (Μ. Βρετανία, ΗΠΑ, γαλλικά αποικιακά εδάφη υπό την κυβέρνηση Ντε Γκωλ και ΕΣΣΔ) και αντιστασιακές οργανώσεις με διαφορετικούς ταξικούς προσανατολισμούς. Η ήττα του φασισμού έφερε στο πολιτικό προσκήνιο τη μεταξύ τους πάλη για τον ταξικό χαρακτήρα της εξουσίας που θα διαδεχόταν τον φασισμό.

Οπως ήταν αναμενόμενο, τα καπιταλιστικά κράτη που συμμετείχαν στη Μεγάλη Αντιφασιστική Συμμαχία, αλλά και οι αστικές αντιστασιακές οργανώσεις και πολιτικές δυνάμεις που συνεργάζονταν μαζί τους, παρά τις μεταξύ τους διαφωνίες και τους όποιους ανταγωνισμούς, είχαν αρχίσει να διαμορφώνουν σχέδια για την επόμενη μέρα του πολέμου, που στο επίκεντρό τους είχαν την πάση θυσία και με κάθε πολιτική μορφή διατήρηση της καπιταλιστικής εξουσίας. Αλλωστε, ήταν πρόσφατο το ιστορικό παράδειγμα του κλονισμού της καπιταλιστικής εξουσίας σε αρκετές χώρες, στις συνθήκες που διαμορφώθηκαν προς το τέλος του ιμπεριαλιστικού Α’ Παγκοσμίου Πολέμου σε συνδυασμό με την πρόσφατη νικηφόρα Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση, ενώ και η τότε αντεπίθεση του Κόκκινου Στρατού και το κύρος που απολάμβαναν η Σοβιετική Ενωση και οι κομμουνιστές ανάμεσα στις εργατικές – λαϊκές δυνάμεις για την πάλη τους ενάντια στον φασισμό δεν έδιναν περιθώρια εφησυχασμού.

Από αυτή τη σκοπιά, η Ιταλία της εποχής αποτελεί ένα από τα ενδεικτικότερα παραδείγματα, όχι μόνο γιατί η καπιταλιστική εξουσία βρέθηκε πρώτη αντιμέτωπη με το δίλημμα της «επόμενης μέρας», αλλά και γιατί είχε πριμοδοτήσει τον φασισμό και άνηκε στους ηττημένους του πολέμου. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, τα στελέχη του αστικού πολιτικού επιτελείου, που είχαν υπηρετήσει με συνέπεια τον φασισμό, πρωτοστάτησαν στην ανατροπή της φασιστικής κυβέρνησης και αυτοπροσδιορίζονταν πλέον ως αντιφασίστες και υπέρμαχοι της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, στο πλαίσιο της οποίας δυνητικά επιτρεπόταν και η οργάνωση των εργατικών – λαϊκών δυνάμεων. Βέβαια, τόσο ο ταξικός φόβος όλων των αστικών δυνάμεων απέναντι στις αφυπνισμένες εργατικές – λαϊκές δυνάμεις και τους αγώνες τους, όσο και το πώς κατανοούσαν την πολιτική δράση τους, φανερώνεται με γλαφυρό τρόπο σε μια εντολή που εξέδωσε αμέσως μετά τη συνθηκολόγηση ο πιστός στον Μπαντόλιο, Αρχηγός του Στρατού, Μάριο Ροάτα. Η εντολή του Ροάτα, που προασπιζόταν τη συνθηκολόγηση, καλούσε σε καταστολή των μαζικών εργατικών – λαϊκών διαδηλώσεων εναντίον του φασιστικού καθεστώτος, αναφέροντας:

«Ο,τι οίκτος δειχθεί κατά τη διάρκεια της καταστολής συνιστά έγκλημα. (…) Λίγο αίμα αρχικά θα σώσει ποτάμια αίματος αργότερα. (…) Πυροβολήστε επιθετικά και χτυπήστε σαν σε μάχη».8

Τα προηγούμενα αποδεικνύουν όχι μόνο ότι οι λεγόμενες φασιστικές και αντιφασιστικές αστικές δυνάμεις δεν διαχωρίζονταν από τείχη, αλλά πολύ περισσότερο την κοινή τους στάση και την αποφασιστικότητά τους απέναντι στη δράση των εργατικών – λαϊκών μαζών, ειδικά απέναντι στο ενδεχόμενο της ανατροπής της καπιταλιστικής εξουσίας.

Βέβαια, στις τότε συνθήκες, ο ταξικός χαρακτήρας της εξουσίας που θα αντικαθιστούσε τον φασισμό εξαρτιόταν σε σημαντικό βαθμό και από τη στάση των εργατικών – λαϊκών δυνάμεων, που είχαν μάθει να αγωνίζονται εναντίον του με το όπλο στο χέρι και αυτή με τη σειρά της συνδεόταν με τη στρατηγική της πρωτοπορίας τους, δηλαδή των Κομμουνιστικών Κομμάτων. Ειδικότερα, στην περίπτωση της Ιταλίας, όπου η πτώση του φασισμού προηγήθηκε χρονικά, η στάση των κομμουνιστών απέναντι στην καπιταλιστική εξουσία θα αποτελούσε πρόβα τζενεράλε και υπόδειγμα για τη στάση των κομμουνιστών και σε άλλες χώρες.

Η «στροφή του Σαλέρνο»

Μπροστά σε αυτή την ιστορική πρόκληση και εξαιτίας και αδυναμιών στις στρατηγικής σημασίας επεξεργασίες του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος, το Ιταλικό ΚΚ δεν μπόρεσε να διαμορφώσει μια στρατηγική που να συνδέει την αντιφασιστική πάλη με την πάλη για την ανατροπή της καπιταλιστικής εξουσίας που εξέθρεψε τον φασισμό. Ετσι, μία μέρα μετά τη συνθηκολόγηση, το ΙΚΚ κάλεσε αναπάντεχα το σύνολο των αντιφασιστικών δυνάμεων να συμμετάσχουν σε κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Μπαντόλιο.9Λίγο αργότερα, στις 30 Οκτώβρη 1943, έπειτα και από παρέμβαση και της Σοβιετικής Ενωσης, οι αποφάσεις της τριμερούς συνάντησης (ΕΣΣΔ, Μ. Βρετανία και ΗΠΑ) στη Μόσχα σημείωναν για την Ιταλία:

«Είναι στοιχειώδες ότι η Ιταλική Κυβέρνηση θα πρέπει να γίνει πιο δημοκρατική με είσοδο αντιπροσώπων εκείνων των τμημάτων του ιταλικού λαού, τα οποία ήταν πάντα αντίθετα στον φασισμό».10

Η συγκεκριμένη διατύπωση άνοιγε τον δρόμο για τη μεταπολεμική συμμετοχή του ΙΚΚ (που ήδη συμμετείχε με άλλα αστικά κόμματα στην Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης) σε μια μεταπολεμική κυβέρνηση εθνικής ενότητας. Σε αυτό το πλαίσιο, η λεγόμενη «στροφή του Σαλέρνο» του ΙΚΚ ολοκληρώθηκε μετά την επιστροφή του Παλμίρο Τολιάτι (Γενικού Γραμματέα της ΚΕ) από τη Μόσχα (Μάρτης 1944). Τότε διακηρύχτηκε ότι η δράση του ΙΚΚ αποσκοπούσε στην επαναφορά της αστικής δημοκρατίας, ακόμα και με τη συμμετοχή του βασιλιά11, ενώ η επιδίωξη της σοσιαλιστικής εξουσίας μετατιθόταν για μετά την απελευθέρωση.12

Φυσικά, ήταν λαθεμένη αυτή η απόσπαση του στόχου της σοσιαλιστικής εξουσίας από τις τότε συνθήκες, πολύ περισσότερο αφού ο χρόνος άμεσης διεκδίκησης της σοσιαλιστικής εξουσίας δεν μπορεί να καθοριστεί βουλησιαρχικά από ένα Κομμουνιστικό Κόμμα, αλλά συνδέεται με τον αντικειμενικό κλονισμό της καπιταλιστικής εξουσίας και γενικότερα με τη διαμόρφωση συνθηκών επαναστατικής κατάστασης. Με αυτή την έννοια, όπως αποδείχτηκε και στη συνέχεια, η συμμετοχή και μόνο του ΙΚΚ στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας προσέφερε χέρι στήριξης στην καπιταλιστική εξουσία, σε μια περίοδο έντονου κλονισμού της, ενώ σταδιακά συμφιλίωνε τα μέλη και τους οπαδούς του με την απατηλή ελπίδα διαμόρφωσης μιας φιλολαϊκής διαχείρισης του καπιταλισμού.

Πολλοί μελετητές της περιόδου υποστηρίζουν ότι η πολιτική του ΙΚΚ αποτελούσε προσαρμογή στα δεδομένα της χώρας του, όπου έδρευε σημαντικός αριθμός αγγλοαμερικανικών στρατευμάτων13, ενώ οι ΗΠΑ διέθεταν δεκάδες εκατομμύρια δολάρια για να χρηματοδοτήσουν πολιτικούς του αντιπάλους, παρακρατικούς και πρώην στελέχη του φασιστικού καθεστώτος, και οι διπλωμάτες τους έφτασαν μεταπολεμικά να μιλούν ακόμα και για μη αναγνώριση των συμβάσεων εργασίας των συνδικάτων, στη διοίκηση των οποίων είχαν αναδειχτεί οι κομμουνιστές.14

Πράγματι, η ταξική πάλη με τον αμερικανικό και βρετανικό ιμπεριαλισμό ήταν δύσκολη (ειδικά μετά το 1945, οπότε οι ΗΠΑ απέδειξαν ότι κατείχαν το μονοπώλιο της ατομικής βόμβας και υπήρχε διάχυτος ο φόβος μιας επίθεσης στην ΕΣΣΔ και σε χώρες όπου θα επιχειρούταν σοσιαλιστική επανάσταση). Ωστόσο, το ένοπλο λαϊκό κίνημα και οι τριγμοί της καπιταλιστικής εξουσίας, που αφορούσαν και τις οικονομικές και στρατιωτικές αντοχές καπιταλιστικών κρατών όπως η Μ. Βρετανία, ήταν μια πραγματικότητα που το Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα όφειλε να εκτιμήσει αντικειμενικά, όπως και το γεγονός ότι το άνοιγμα πολλών μετώπων ενάντια στην καπιταλιστική εξουσία από τη μεριά των εργατικών – λαϊκών αντιστασιακών οργανώσεων θα διασπούσε τις δυνάμεις του ιμπεριαλισμού και θα έκανε δυσκολότερη την αποτελεσματική αντίδρασή τους. Αντίθετα, το ΙΚΚ θεωρητικοποίησε την πολιτική του επιλογή και κατέληξε στην αποδοχή της ειρηνικής μετεξέλιξης της καπιταλιστικής εξουσίας σε σοσιαλιστική. Στο πλαίσιο αυτής της ρεφορμιστικής στρατηγικής, αποδεχόταν κεντρικές επιλογές της καπιταλιστικής εξουσίας, εξωραΐζοντας παραδείγματος χάρη τις άσχημες μεταπολεμικές συνθήκες ζωής της εργατικής τάξης και συνηγορώντας στην αμνήστευση στελεχών του φασιστικού καθεστώτος και στην ανανέωση των προνομίων του Βατικανού.15

Τελικά, όταν μετά τη σταθεροποίηση της καπιταλιστικής εξουσίας η παρουσία του στην κυβέρνηση θεωρήθηκε περιττή, το ΙΚΚ εκδιώχτηκε από αυτή χωρίς προσχήματα. Ομως, είχε προλάβει να αποτελέσει πρότυπο για τη στάση και άλλων Κομμουνιστικών Κομμάτων, ενώ οι υποχωρήσεις του τη συγκεκριμένη περίοδο και η θεωρητικοποίησή τους καθόρισαν τη στρατηγική του τα επόμενα χρόνια.

Παραπομπές:

1. Philip Morgan, «The Fall of Mussolini», Oxford University Press, Oxford & New York, 2009, p. 11.

2. Patricia Knight, «Mussolini and Fascism», Routledge Editions, London & New York, 2013, pp. 24-30.

3. Πρέπει να σημειωθεί ότι λίγο αργότερα αντίστοιχες τάσεις, που ζητούσαν υπογραφή συμφωνίας ειρήνης μόνο με τα καπιταλιστικά κράτη και την απερίσπαστη συνέχιση του πολέμου εναντίον της ΕΣΣΔ, εμφανίστηκαν και στο εσωτερικό της γερμανικής αστικής τάξης και του ναζιστικού κόμματος.

4. Charles F. Dellzel, «Mediterranean Fascism 1919-1945. Selected Documents», Macmillan Press, New York, 1970, p. 224.

5. H. James Bargwyn, «Mussolini and the Sale Republic, 1943-1945», Palgrave Macmillan Editions, Cham, 2018, pp. 16-17.

6. Stalislao G. Pugliese, «Fascism, Anti-Fascism and Resistance in Italy, 1919 to Present», Rowman & Littlefield Publishers, Oxford & New York, 2004, p. 19.

7. Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ 1918-1949, τόμ. Β1, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2018, σελ. 205.

8 Οπως παρατίθεται στο H. James Bargwyn, «Mussolini and the Sale Republic, 1943-1945», Palgrave Macmillan Editions, Cham, 2018, p. 6.

9. Κώστας Σκολαρίκος, «Ευρωκομμουνισμός: θεωρία και στρατηγική υπέρ του κεφαλαίου», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2014, σελ. 43.

10. Charles F. Dellzel, «Mediterranean Fascism 1919-1945. Selected Documents», Macmillan Press, New York, 1970, p. 228.

11. Joan B. Urban, «Moscow and the Italian Communist Party (From Togliatti to Berlinguer)», I.B. Tauris Editions, London, 1986, pp. 171-172.

12. David Travis, «Communism and Resistance in Italy (1943-1948)» στο Tony Judt, «Resistance and Revolution in Mediterranean Europe», Routledge Editions, London & New York, 1989, pp. 93-94.

13. Silvio Pons, «Stalin and the Italian Communists» στο Melvyn P. Leffler – David S. Painter, «Origins of the Cold War, Routledge Editions», New York, 2004, pp. 205-216.

14. William Blun, Killing Hope (US Military and CIA Intervention since World War II), Zed Books, London, 2004, pp. 120-121.

15. Κώστας Σκολαρίκος, «Ευρωκομμουνισμός: θεωρία και στρατηγική υπέρ του κεφαλαίου», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2014, σελ.

Κώστας Σκολαρίκος
Μέλος της ΚΕ και υπεύθυνος του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ

 

Αναδημοσιεύεται από τον Ριζοσπάστη (Σάββατο 23 Σεπτέμβρη 2023 – Κυριακή 24 Σεπτέμβρη 2023)

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: