«Η λέξη» Όπερα | Άλκης Μπαλτάς: Μουσική | Ελένη Ζαφειρίου: Λιμπρέτο | Σε σκηνοθεσία Αγγέλας-Κλεοπάτρας Σαρόγλου, στην Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής

Επιτέλους στην Ελλάδα μια όπερα και ένα λιμπρέτο για τη σχεδόν μυθική αυτή φυσιογνωμία του Τζορντάνο Μπρούνο [Giordano Bruno]

Επιτέλους στην Ελλάδα μια όπερα και ένα λιμπρέτο για τη σχεδόν μυθική αυτή φυσιογνωμία του Τζορντάνο Μπρούνο [Giordano Bruno] (1548-1600 μετά τη χρονολογία 0).

Απ’ όσο γνωρίζω, η προσωπικότητα του Τζορντάνο Μπρούνο αναδείχθηκε στο ευρωπαϊκό λυρικό θέατρο με τις τρεις παρακάτω όπερες. Ίσως να υπάρχουν και περισσότερες.

«Giordano Bruno» του Roman Haubenstcock-Ramati (Πολωνία-Αυστρία) (1965)

«Giordano Bruno» του Alexander Knaifel (Ρωσία) (1988) και

«Giordano Bruno» του Francesco Filidei, με λιμπρέτο του Stefano Basellato (Ισπανία-Πορτογαλία) (2015).

Είναι, βέβαια, αισθητά μικρότερο το φιλοθεάμον και φιλόμουσο κοινό, το οποίο επιδιώκει να παρακολουθεί όπερες, που διαθέτουν λιμπρέτα «ανατρεπτικής ιδεολογίας», αν και σπανίζουν τέτοιου περιεχομένου θεατρικές παραστάσεις, αλλά και όπερες ιδιαίτερα. Σπανίζουν για πολλούς και διάφορους λόγους, οι οποίοι δεν είναι της παρούσας στιγμής ν’ αναφερθούν και να συζητηθούν.

Κι όταν χαρακτηρίζω ένα λιμπρέτο ως «ανατρεπτικό», δηλαδή ως ένα κείμενο μη συμβατό με τον ιδεαλισμό και τον παράλογο φανατισμό, με το θεοκρατικό μίσος και τη βία που εκπορεύεται από τη μανία του απόλυτου και άλογου τίποτα, αλλά συμβατό με την επιστημονική έρευνα και την αναζήτηση της αντικειμενικής αλήθειας, ανοίγοντας δρόμους στη σκέψη για κοινωνικές, ανθρωπιστικές, φιλειρηνικές, οικονομικές μεταβολές και ανατροπές για μια άλλη δίκαιη κοινωνία, εννοώ σαφώς ένα θεατρικό ποιητικό και πολιτικό κείμενο/λιμπρέτο σαν αυτό «Η λέξη», που συνυπάρχει επί σκηνής με την  ομότιτλη όπερα και  το οποίο μας παρουσίασε η Ελένη Ζαφειρίου. Το ενλόγω λιμπρέτο είναι δημοσιευμένο στο βιβλίο «Όπως το κέλυφος ενός απέραντου ναυτίλου» (Εκδ. ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ, Αθήνα 2025, σελ. 81-115), το οποίο περιέχει και άλλα τρία θεατρικά έργα: «Προμηθέας/Δεσμώτες. Θέατρο-Όπερα», «Ικεσία. Θεατρικό», «Εκάβη-Παλαιστίνη. Θεατρικό». 

Ευγενική προσφορά του Άλκη Μπαλτά

Και φυσικά το θέμα είναι το λιμπρέτο να έχει δημιουργική πνοή, κοινωνικούς προβληματισμούς, που να οδηγούν στην ιδεολογική θωράκιση της ταξικής συνείδησης της εργατικής τάξης και όλων των εργαζομένων, να γίνει δηλαδή λαϊκό και κοινωνικό θέατρο για τους πολλούς. Οι όπερες και οι οπερέτες να παρουσιάζονται σε όλες τις επαρχιακές πόλεις, σε κατάλληλες αίθουσες, με τον κατάλληλο εξοπλισμό, με τοπικές κλασικές ορχήστρες και χορωδίες, με καλλιτέχνες υψηλού επιπέδου, για ένα πλατύ κοινό πνευματικά καλλιεργημένο. Ανεφάρμοστο όνειρο, θα πει κάποιος. Νομίζω ότι πρόκειται για όραμα, που πιστεύω ότι θα γίνει νομοτελειακά πραγματικότητα. Υπάρχουν δε πάρα πολλοί που διαθέτουν παρόμοια οράματα και ιδέες και που αγωνίζονται να γίνουν πραγματικότητα. Και θα γίνουν…!

Ελένη Ζαφειρίου

Όσον αφορά το συγκεκριμένο λιμπρέτο, πρόκειται για μια εμπνευσμένη δημιουργία της δραματουργού/συγγραφέα Ελένης Ζαφειρίου, η οποία μάς έχει δώσει ήδη αξιόλογα συγγραφικά «δείγματα γραφής» (Το θεατρικό έργο και λιμπρέτο για όπερα: «Το ερωτευμένο σύννεφο», βασισμένο στο ομώνυμο παραμύθι του Ναζίμ Χικμέτ, το θεατρικό έργο «Συνέντευξη με τον Μαρξ, η Παρισινή Κομμούνα», σε διασκευή του έργου του Μαρξ «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία», το θεατρικό έργο «Ρεπορτάζ κάτω απ’ την κρεμάλα», σε θεατρική μεταφορά του ομώνυμου διηγήματος του Γιούλιους Φούτσικ), ορισμένα εκ των οποίων αποδόθηκαν  και σκηνικά («Το ερωτευμένο σύννεφο», στην Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, 2021 και 2023 και Θέατρο τση Ζάκυθος, 2024 και 2025, «Συνέντευξη με τον Μαρξ», στο θέατρο ΟΛΒΙΟ, 2021). Μας έχει προσφέρει ακόμη και σενάρια για τηλεοπτικές σειρές και για ταινία μικρού μήκους. Και έπεται η συνέχεια…  

Εδώ, υπερέβαλε εαυτόν, δημιουργώντας ένα θεατρικό κείμενο αξιώσεων από την πλευρά την ποιητική/λογοτεχνική, αλλά και την ιδεολογικο-πολιτική. Πρόκειται για κείμενο, που έχει τη δύναμη να συγκινεί, να πληροφορεί, να προβληματίζει, να κινητοποιεί τη σκέψη και τη συνείδηση του θεατή ή του αναγνώστη. Πάντοτε πίστευα, ότι αν υπήρχε η δυνατότητα ο κάθε θεατής να έχει διαβάσει το θεατρικό κείμενο-εν προκειμένω το λιμπρέτο της όπερας-, πριν από την παράσταση που θα δει, είναι πράξη πολλαπλά χρήσιμη και ωφέλιμη. Κι εδώ έχουμε την περίπτωση – υπάρχουν παρόμοιες αρκετές άλλες περιπτώσεις – να υπάρχει το κείμενο αυτό σε βιβλίο, που κυκλοφορεί σε όλα τα βιβλιοπωλεία (παρατήρησα ότι το διέθεταν  στον χώρο του φουαγιέ της Εναλλακτικής Σκηνής), με αποτέλεσμα να μπορεί να το διαβάσει ένας ενδυνάμει θεατής της παράστασης. Στην περιοχή της Εκπαίδευσης αυτό αποτελεί παιδαγωγική, διδακτική και κοινωνική πράξη/προσφορά του εκπαιδευτικού προς τους μαθητές του, καθώς και η συζήτηση μετά από την παράσταση, στην αίθουσα διδασκαλίας, για τις αισθητικές εντυπώσεις των μαθητών και τις διαπιστώσεις και κριτικές σκέψεις τους πάνω στο περιεχόμενο/υπόθεση του έργου.  

Είναι φανερό ότι «η λέξη» που κυριαρχεί στο λιμπρέτο και σηματοδοτεί την ιδεολογία του κεντρικού  άξονά του είναι η λέξη: «αποκηρύσσω» που τον καλεί επιτακτικά να πει η Ιερά Εξέταση, αλλά και η Συνείδησή του. Κι αυτός απαντά κατηγορηματικά με αρνητικό τρόπο, αφού πρώτα κλωθογυρίζουν όλα στο μυαλό του, συγκρούονται εσωτερικά, και ασφαλώς για την τελική του απόφαση χρησιμοποιεί ακράδαντα λογικά, επιστημονικά, κοινωνικά, ηθικά και παιδαγωγικά επιχειρήματα. Η δύναμη του λόγου και της ορθολογικής σκέψης του και η παρρησία, η αποφασιστικότητα, ο ηρωισμός και η αξιοπρέπειά του αποτελούν ζωντανό παράδειγμα προς μίμηση για όλους τους ανθρώπους στους επόμενους αιώνες, που επιλέγουν να έχει όρθια και καθαρή ατομική και κοινωνική συνείδηση, να στέκεται αγέρωχος, χαμογελαστός, όρθιος, άφοβος και περήφανος σε κάθε είδους «εκτελεστικό απόσπασμα»… Και είναι σημαντικό για τον άνθρωπο να έχει στέρεο ηθικό κοινωνικό αξιακό σύστημα, να διακατέχεται από υψηλά ανθρωπιστικά ιδανικά και να οραματίζεται έναν διαφορετικό καλύτερο κόσμο.

Αναφωνεί ο Μπρούνο: «  […]Τηρώ τις υποσχέσεις /που έδωσα στον εαυτό μου, / όπως τον σφυρηλάτησαν / με χίλια αμόνια και σφυριά / οι εμπειρίες και η γνώση. / Είμαι αστρονόμος, ποιητής, / φιλόσοφος και μαθηματικός. / Και δάσκαλος! Πρωτίστως δάσκαλος! […]»

Η Ελένη Ζαφειρίου, σε μια θαυμάσια και χειμαρρώδη συνέντευξή της ιδεολογικο-πολιτικού, κυρίως, περιεχομένου, που έδωσε στην Άννα-Μαρία Γκούνη, την πρώτη γυναίκα μαέστρο και μουσική διευθύντρια της συμφωνικής ορχήστρας του Κόνρο, στο Τέξας (τι ευτυχής συγκυρία, αλήθεια!) κατέθεσε πολλές σκέψεις, ιδέες, απόψεις της (Τις διάβασα στο Θεατρικό Πρόγραμμα). Μεταξύ άλλων, είπε τα εξής:

«[…] Στο λιμπρέτο ο άξονας της αφήγησης δεν τοποθετείται στην παράθεση αποσπασμάτων από τη ζωή γενικά και τα έργα του Μπρούνο. Ο πυρήνας της έρευνας αφορά στο τι είναι αυτό που λειτουργεί ως κινούν αίτιο για να κρατήσει ο Μπρούνο ή γενικά ο άνθρωπος σε αντίστοιχη περίπτωση, αυτή την τελική στάση απέναντι στον θάνατο. Αυτή είναι η καρδιά της υπόθεσης. […] οι ιδέες του Μπρούνο αποτελούν απειλή για κάθε μορφή ταξικής, εκμεταλλευτικής εξουσίας.»

Η Ελένη Ζαφειρίου ισχυρίζεται ότι εργάζεται «πάνω σε ένα είδος που θα το ονομάζαμε “ποιητικό θέατρο” και  “ποιητικό μουσικό θέατρο”». Συμφωνώ ότι η γραφή της είναι ποιητική, αρκετά λογοτεχνική, με λυρικές, αλλά και ρεαλιστικές νότες και στοχεύσεις. Όμως, κατά τη γνώμη μου, τα λιμπρέτα της έχουν έντονο πολιτικό ύφος, το οποίο αποδίδει και διαχέει ανθρωπιστικές και κοινωνικές αξίες και ιδανικά. Άρα, το είδος που υπηρετεί με συνέπεια και υπευθυνότητα θα μπορούσε κάλλιστα να ονομαστεί «πολιτικό θέατρο» και «πολιτικό μουσικό θέατρο». Και φυσικά έχουμε μεγάλη ανάγκη σήμερα από το πολιτικό θέατρο, που εγείρει κοινωνικο-πολιτικούς προβληματισμούς με μπρεχτική στοχοθεσία και αντίληψη, για την αντίσταση, την ταξική οργάνωση και την αντεπίθεση με σαφή πορεία προς τον πολιτικό μετασχηματισμό της κοινωνίας μας. 

Η υπόθεση του λιμπρέτου έχει ως χρόνο την εποχή του Μεσαίωνα και ως τόπο τη Ρώμη,  αναφέρεται δε στα τελευταία χρόνια της ζωής του φιλοσόφου, στοχαστή, παιδαγωγού, ποιητή, αστρονόμου και επιστήμονα/επαναστάτη, Τζορντάνο Μπρούνο, και στην καταδίκη του, στον δια της πυράς θάνατό του, από την Ιερά Εξέταση. Ενός αγωνιστή, που διακατεχόταν από ένα διαρκές και επίμονο «ερωτικό» αίσθημα αναζήτησης και περιπλάνησης στον χώρο της επιστημονικής έρευνας, της αντικειμενικής αλήθειας και της λογικής και ο οποίος ήρθε τελικά αντιμέτωπος με τον φανταστικό / ιδεαλιστικό / σκοτεινό / συντηρητικό / αντιεπιστημονικό / θεοκρατικό και φανατικό κόσμο του Μεσαίωνα. Αποτέλεσμα ήταν να εξοριστεί για πολλά χρόνια, να φυλακιστεί και τελικά να καταδικαστεί ως αιρετικός σε θάνατο στη φωτιά, να καεί ζωντανός για τις επιστημονικές θεωρίες του, για την επιμονή του να μην τις απαρνηθεί, να μην τις αποκηρύξει. Ο Τζορντάνο Μπρούνο αγωνίστηκε για τις φιλοσοφικές απόψεις του, για τις κοσμολογικές θεωρίες του (για το ηλιοκεντρικό σύστημα, για το άπειρο σύμπαν κ.λπ.), για την ελευθερία έκφρασης των απόψεών του, για την παρρησία του απέναντι στο φοβερό εκκλησιαστικό δικαστήριο του Μεσαίωνα, στην Ιερά Εξέταση, στην οποία τελικά δεν απολογήθηκε, αλλά αντιθέτως την κατακεραύνωσε με την προσωπικότητά του και το ψυχικό σθένος του. Αρνήθηκε την υποταγή του στα εκκλησιαστικά δόγματα και προτίμησε τα φιλοσοφικά πετάγματα της καλλιεργημένης σκέψης του και της μεγάλης φαντασίας του, αλλά και τα επιστημονικά επιτεύγματα της εποχής του, τα οποία αναζήτησε ως αστρονόμος με τα όργανα της επιστήμης του και τις κατάλληλες μεθόδους της. Ως παιδαγωγός δεν δέχτηκε να απαρνηθεί τα όσα δίδασκε στους μαθητές του, και έτσι να ξεφτιλιστεί απέναντί τους, με μόνο σκοπό να γλιτώσει το τομάρι του… Ως ποιητής οραματίστηκε έναν κόσμο μακριά από ψέματα και ιδεαλιστικές φαντασιώσεις, «ανοησίες και αμάθεια», «πλάνη και εθελοτυφλία», «δόλια παραπλάνηση», όπως καταφέρθηκε ενάντια στους κατηγόρους του, αφού ο ίδιος πίστευε ότι «Το σύμπαν είναι άπειρο. / Και η γη κινείται! / Κινείται γύρω της και γύρω από τον ήλιο. / Ακίνητη δεν ήταν ποτέ και ούτε είναι.» Και εκείνοι, λυσσασμένα αποκρίνονταν: «Κλείστε το στόμα αυτού του βλάστημου! / Δαιμόνιες κατηχήσεις / δεν έχει ανάγκη η νεολαία και η χώρα μας. / Βροντοκοπούν τα λόγια του / πάνω στην ιερή μας πίστη / στα μιαρά λιθάρια βγαλμένα από την κόλαση, / που ο διάβολος ο ίδιος / τα ξεριζώνει και μας ρίχνει. / Συθέμελα τραντάζεται το Θείο Δόγμα / και η Αγία Εκκλησία μας.», «Αιρετικός! Αιρετικός! / Κίνδυνος να κυκλοφορεί ελεύθερος!» Αποτέλεσμα να φύγει εξόριστος από τη χώρα του, ως μελλοθάνατος, για να γλιτώσει. Περιπλανήθηκε, λοιπόν, για 16 χρόνια σε ευρωπαϊκές πόλεις όπως το Λονδίνο, η Οξφόρδη, το Βερολίνο, το Παρίσι, η Πράγα και η Γενεύη. Και κάπου εκεί αναπόλησε κάποιες ερωτικές και συναισθηματικές στιγμές της ζωής του, μέσα από τον συμβολισμό της εικόνας, που αντίκρισε σε μια λίμνη,  ενός ερωτευμένου ζευγαριού.  

Το λιμπρέτο διαρθρώνεται σε 5 πράξεις και συνολικά σε 23  σκηνές. 

Η εξέλιξη της υπόθεσης είναι ορθά δομημένη, ώστε ο θεατής/ακροατής να πληροφορηθεί για το τελευταίο διάστημα της ζωής του, τις ιδέες του, τις κατηγορίες της Ιεράς Εξέτασης, τις περιπέτειες, τις διώξεις που υπέστη, τη σθεναρή αντίστασή του, την περήφανη και αξιοπρεπή στάση που κράτησε, και τελικά τη φρικτή φυσική εκτέλεσή του. 

Ο θεατής/ακροατής με τη βοήθεια του λιμπρέτου, αλλά και της όπερας, της γεμάτης με δραματική ένταση και στοχαστική διάθεση, συγκλονίζεται, προβληματίζεται και αναμφίβολα η σκέψη του πάει και σε άλλους ασυμβίβαστους αγωνιστές, σε άλλους τόπους και σε άλλες εποχές, οι οποίοι βασανίστηκαν, φυλακίστηκαν, εξορίστηκαν και τελικά θυσίασαν τη ζωή τους για ανθρώπινα και οικουμενικά ιδανικά, για την ελευθερία και την εθνική ανεξαρτησία της χώρας τους: Σπάρτακος, Αριστόνικος, Ζαν ντ’ Αρκ, Αγωνιστές της Παρισινής Κομμούνας 1871, της Γαλλικής Επανάστασης 1879 και της Ελληνικής Επανάστασης 1821 (Κατσαντώνης, Θαν. Διάκος, Θεόδ. Κολοκοτρώνης, Ρήγας Βελεστινλής κ.α.), Αγωνιστές μπολσεβίκους της Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης 1917, Αγωνιστές της Εθνικής ΕΑΜικής Αντίστασης (1941-1944) (Λέλα Καραγιάννη, Νίκος Μπελογιάννης, 200 φυλακισμένοι και εκτελεσμένοι στην  Καισαριανή κ.ά.) και του Δ.Σ.Ε. (1946-1949), Τσε Γκεβάρα, Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, Νέλσον Μαντέλα, Αγωνιστές της Ε.Ο.Κ.Α. (Ευαγόρας Παλληκαρίδης κ.ά.), της Φασιστικής Χούντας 1967-1974 και του Πολυτεχνείου, για την ειρήνη (Γρηγόρης Λαμπράκης, Νίκος Νικηφορίδης κ.ά.), για την υπεράσπιση της ελευθερίας διακίνησης ιδεών και της επιστημονικής σκέψης, ενάντια στον σκοταδισμό εκκλησιαστικών κύκλων (Σωκράτης, Αναξαγόρας, Υπατία, Τζορντάνο Μπρούνο, Βολταίρος, Ντενί Ντιντερό, Γαλιλαίος Γαλιλέι, Θεόφιλος Καΐρης) και τόσοι άλλοι. Και αν δεν πάει ο νους του θεατή/ακροατή της συγκεκριμένης όπερας σε όλες αυτές τις ηρωικές προσωπικότητες, ας ανατρέξει τώρα να μελετήσει την αγωνιστική τους δράση, αρχής γενομένης από τον Τζορντάνο Μπρούνο

Άλκης Μπαλτάς, Ελένη Ζαφειρίου

Ο διεθνούς φήμης συνθέτης και μαέστρος, Άλκης Μπαλτάς, συγκινήθηκε, προβληματίστηκε και εμπνεύστηκε από το λιμπρέτο της Ελένης Ζαφειρίου, με αποτέλεσμα να δημιουργήσει μια όπερα (δωματίου), που να είναι συμβατή και συγκλίνουσα με την υπόθεση του λιμπρέτου. Και πράγματι δημιούργησε μια θαυμάσια μουσική σύνθεση, μοναδική αισθητικά και γενικότερα καλλιτεχνικά. Μια όπερα με ορισμένα στοιχεία της μπαρόκ εποχής και της μπαρόκ όπερας (με έμφαση στο συναίσθημα, κατά σημεία και με χρησιμοποίηση τσέμπαλου και βιολοντσέλου) (η οποία μπαρόκ όπερα ιστορικά μάλλον γεννήθηκε το 1600, τη χρονιά του θανάτου του Τζορντάνο Μπρούνο), της θρησκευτικής δυτικής μουσικής κ.ά. μουσικών δρόμων, που ο ίδιος γνωρίζει πολύ καλά. (Βέβαια, ο Άλκης Μπαλτάς έγραψε και άλλη όπερα πάνω στο λιμπρέτο «Προμηθέας/Δεσμώτες» της Ελένης Ζαφειρίου, το οποίο βρίσκεται κι αυτό στο βιβλίο της «Όπως το κέλυφος ενός απέραντου ναυτίλου», Εκδ. ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ, Αθήνα 2025, σελ. 21-79.)

Άλκης Μπαλτάς

Διαβάζουμε στο πρόγραμμα τις απόψεις του για την υπόθεση του λιμπρέτου, αλλά και για το δημιουργικό μουσικό δικό του μέρος, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«[…] Ο πλανητικός κόσμος του Μπρούνο ενυπάρχει και στη μουσική. Στην όπερα χρησιμοποιώ τονική μουσική, αλλά, σε κάποια σημεία, και ατονικά μουσικά στοιχεία. Μουσικά μοτίβα, κατά το βαγκνερικό πρότυπο του “οδηγητικού μοτίβου” (Leitmotive), δεν χρησιμοποιώ στη μουσική μου. Χρησιμοποιώ, ωστόσο, σε τρεις περιπτώσεις μουσική για ν’ αναφερθώ –έστω και πρόσκαιρα– στην εποχή που έζησε ο Μπρούνο. […] Η δυναμική των επαναστατικών ιδεών του Μπρούνο, όπως και όλων  των αντίστοιχων ιστορικών περιπτώσεων, μετουσιώνεται σε ανθρώπινη επαναστατική δράση απέναντι στην αυθαιρεσία και το σκοτάδι της παπικής εξουσίας, και ακριβώς αυτή η δράση είναι που υμνείται στο λιμπρέτο. Τα κλισέ, επιτρέψτε μου, χρησιμοποιούνται όταν στο κείμενο δεν υπάρχει ισχυρό περιεχόμενο. 

Το στοιχείο που εμένα με συγκινεί στον Μπρούνο  πέρα από τις φιλοσοφικές του ιδέες και τους ποιητικούς του οραματισμούς– είναι η προσήλωσή του σε ό,τι πιστεύει και η άρνησή του να αποκηρύξει τις θεωρίες του και τις ιδέες του ενώ ξέρει ότι αυτό θα τον οδηγήσει στον θάνατο. Προσπάθησα η μουσική μου να περιέχει τον ποιητή Μπρούνο (χαρακτηριστική η σκηνή κοντά στη λίμνη), τη φιλοσοφική του καθαρή σκέψη (λιτή, οργανική συνοδεία με τρία μόνο όργανα τα οποία συχνά έχουν σολιστικό μέρος ακολουθώντας τους φιλοσοφικούς του μονολόγους) και τέλος την ψυχική του δύναμη (χαρακτηριστική π.χ. η μουσική με την οποία τελειώνει το έργο, όχι θρηνητικά αλλά θριαμβευτικά). […]»

Και μας δίνει επιγραμματικά τις μουσικές ενότητες της όπεράς του:

Ο Μπρούνο και η Ιερά Εξέταση

Ο Μπρούνο μέσα στη φυλακή αναπολεί στιγμές της ζωής του και θυμάται μιαν ερωτική σκηνή κοντά σε λίμνη

Διατρανώνει την απόφασή του να μην αποκηρύξει τις ιδέες του

Συνομιλία με τη Συνείδησή του

Μπροστά στους δικαστές του, δεν απολογείται και ονομάζει εκείνους ως ενόχους

Η ηρωική πορεία προς το μαρτύριο

Βέβαια, οι άριες κυριαρχούσαν είτε με θλιμμένο ύφος είτε με έντονο, εκρηκτικό, κατά σημεία, υποδηλώνοντας από τη μια την πάλη του ήρωα, ο οποίος κάποια στιγμή έρχεται σε εσωτερική σύγκρουση με τη συνείδησή του και θα πρέπει να διαλέξει να υπερασπίσει ή να αρνηθεί τις ιδέες του, όταν μάλιστα βρεθεί στην τραγική θέση προ του θανάτου…, μέσα στη φυλακή, και από την άλλη τις έντονες αναμνήσεις, την ταλαιπωρία από την εξόριστη πολύχρονη ζωή του και από το κατηγορητήριό του ενάντια στην Ιερά Εξέταση (αντί απολογίας του), στο δικαστήριο, μέχρι το τέλος του, που τον βλέπουμε να «καίγεται» ζωντανός μέσα στη φωτιά (υπέροχο σκηνοθετικό εύρημα, με τη βοήθεια βίντεο, γεμάτο με φλόγες…). 

 

Αλλά, και η πολυφωνική χορωδιακή μουσική έδωσε έναν εξαιρετικό τόνο στην παράσταση, αν και κατά τη γνώμη μου, η διάρκεια παρουσίασής της επί σκηνής, ήταν ελάχιστη. Η εξαμελής τρίφωνη χορωδία απέδωσε με μεγάλη επιτυχία και από μουσική και από υποκριτική άποψη τον ρόλο της, της Ιεράς Εξέτασης. 

Το εύρημα της σκηνοθέτιδας να περιφέρονται τα μέλη της στον σκηνικό χώρο, κατά την ώρα της «απολογίας» του Μπρούνο, κατά τη γνώμη μου, δεν ήταν το ενδεδειγμένο. Η πρότασή μου είναι να συνδιαλέγονταν μουσικά με τον Μπρούνο, χωρίς να διακόπτουν τη ροή του λόγου του, όταν αυτός θα έκανε τεχνηέντως κάποιες παύσεις, με τμήματα του χορωδιακού τους μέρους: «Αιρετικός! Αιρετικός! Κίνδυνος να κυκλοφορεί ελεύθερος», «Κλείστε το στόμα αυτού του βλάστημου» «Να αποκηρύξει τις ιδέες του» κ.λπ. Το φωνητικό σύνολο αποτελούνταν από τους καταξιωμένους χορωδούς: Χρήστο Αμβράζη, Φίλιππο Βαζάκα, Δήμο Βλάχο, Πάρι Δημάτσα, Ιωάννη Κάβουρα και Νίκο Μασουράκη.

Η ενλόγω όπερα αποδόθηκε, επίσης, θαυμάσια από το μουσικό σύνολο, τρίο: Τριαντάφυλλο Λούκα (βιολί), Αστέριο Πούφτη (βιολοντσέλο) και Θάλεια Αθανίτη (πιάνο, τσέμπαλο, εκκλησιαστικό όργανο), υπό τη μαεστρική υπέροχη καθοδήγηση του ίδιου του συνθέτη. Η μουσική σύνθεση του Άλκη Μπαλτά γοήτευσε και συγχρόνως ενθουσίασε το πολυπληθές κοινό, το οποίο παρακολούθησε με ευλάβεια την παράσταση.  

Στον πρωταγωνιστικό ρόλο του Μπρούνο, ο βαρύτονος, διεθνούς φήμης, Τάσης Χριστογιαννόπουλος, «καστράτος» καθώς είναι, με έντονη φωνή, με εκφραστική και ερμηνευτική ικανότητα, με άρτια τεχνική κατάρτιση και στα αφηγηματικά μέρη και στα μουσικά, γέμισε τον χώρο, κυριάρχησε κυριολεκτικά, δημιουργώντας πλήθος συναισθημάτων και σκέψεων. Ανέδειξε την υπόθεση του λιμπρέτου και την ανέβασε σε σημαντικό ύψος των ιδεολογικο-κοινωνικών της απαιτήσεων. Η ανάθεση αυτού του ρόλου ήταν μια πετυχημένη καθ’ όλα επιλογή. 

Επιτυχής, βέβαια, ήταν και η επιλογή της μεσόφωνης (ή μέτζο σοπράνου/μέσης υψίφωνου) σπουδαίας καλλιτέχνιδας, Μαρίσιας Παπαλεξίου, η οποία απέδωσε με μοναδική άνεση και δραματική εκφραστικότητα, με τη ζεστή και βαθιά χροιά της φωνής της, και τον ρόλο της Συνείδησης (του Μπρούνο) και στη σκηνή της αναπόλησης (του Μπρούνο) και στο ιταλικό τραγούδι, το οποίο «αποδίδεται στον συνθέτη του 17ου αιώνα Στέφανο Λάντι (Stefano Landi, 1587-1839) και έχει τίτλο “Bisogna morire”» («Πρέπει να πεθάνουμε»).   

Αγγέλα – Κλεοπάτρα Σαρόγλου

Η σκηνοθεσία της Αγγέλας-Κλεοπάτρας Σαρόγλου, παρουσίασε πολλά θετικά στοιχεία, και ασφαλώς μπορεί να χαρακτηρισθεί επιτυχής. Άλλωστε, πρόκειται για μια έμπειρη και καταξιωμένη σκηνοθέτιδα όπερας, με αρκετές σκηνοθετικές δημιουργίες στο ενεργητικό της. Η ευρηματικότητά της, καθώς και ορθολογική συμμετρία των πάντων επί σκηνής (κινησιολογία και έκφραση προσώπων) ήταν παραδειγματική. Όλα ήταν «κουρδισμένα» και λειτούργησαν με σεβασμό απέναντι στο λιμπρέτο και στην όπερα.

Τα σκηνικά του Γιάννη Κατρανίτσα, ήταν αξιοπρόσεχτα, καλοτοποθετημένα, ευφάνταστα και ασφαλώς συνέβαλαν στην επιτυχία της παράστασης. Τα δε κοστούμια για τα οποία είχε την ευθύνη ο ίδιος, συνέβαλαν κι αυτά, ώστε οι τραγουδιστές/ηθοποιοί να μεταφερθούν στην αναγεννησιακή εποχή, χαρίζοντας την ανάλογη και κατάλληλη αισθητική απόλαυση στον θεατή/ακροατή.

Υπέροχοι ήταν, επίσης, ο σχεδιασμός φωτισμών του Χρήστου Τζιόγκα και ο σχεδιασμός βίντεο του Βασίλη Κεχαγιά. Και οι δυο τους κατόρθωσαν να δώσουν άλλη διάσταση στην παράσταση με τις κατάλληλες ενέργειες και τεχνικές που διέθεταν.  

Το θεατρικό πρόγραμμα ήταν άρτια σχεδιασμένο με πληροφοριακά κείμενα, αλλά και με απόψεις και ιδέες, που εκφράζονταν από τον συνθέτη και τη λιμπρετίστα στη συνέντευξη που έδωσαν στην Άννα-Μαρία Γκούνη, αλλά και σε άλλες σελίδες του προγράμματος.

 

Υστερόγραφο:

Η Εθνική Λυρική Σκηνή – το Λυρικό Θέατρο – η Όπερα αποτελούν «όνειρα θερινής νύκτας» για την πλειονότητα της εργατικής τάξης του λεκανοπεδίου της Αττικής, πόσο μάλλον για τους εργαζόμενους στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, τους επαγγελματοβιοτέχνες και μικροϊδιοκτήτες, τη νεολαία και τους συνταξιούχους στα αστικά κέντρα της περιφέρειας και τους φτωχούς αγρότες, κτηνοτρόφους, μελισσοκόμους, ψαράδες στα χωριά της ηπειρωτικής και νησιώτικης ελληνικής επαρχίας. 

Οι αιτίες είναι πολλές και διάφορες (γ.π. η ανύπαρκτη μουσική παιδεία του ελληνικού λαού, ήτοι η μη απόκτηση γνώσης και κουλτούρας γι’ αυτό το μουσικό είδος από τους περισσότερους, η ελλιπής σχετική πληροφόρηση και γνώση στην εκπαίδευση όλων των βαθμίδων, οι ανύπαρκτοι κατάλληλοι χώροι, τα μη προσιτά από οικονομικής άποψης εισιτήρια κ.ο.κ.) Γράφω μόνο αυτά τα λίγα, όχι φυσικά για να «ιδρώσει το αυτί» και για να ευαισθητοποιηθούν οι αστικές κυβερνήσεις μας, οι βουλευτές μας, οι τοπικοί και περιφερειακοί άρχοντες, οι ηγεσίες των υπουργείων μας (ιδιαίτερα του Υπουργείου Παιδείας, του Υπουργείου Οικονομικών και του Υπουργείου Πολιτισμού), που ανήκουν «ψυχή τε και σώματι» στα αστικά κόμματα, αλλά για να συνειδητοποιήσουν η εργατική τάξη και τα λαϊκά κοινωνικά στρώματα ότι απαιτείται αδιάκοπος, μαζικός, ταξικός και ανειρήνευτος αγώνας για ν’ ανατραπεί αυτό το βάρβαρο εκμεταλλευτικό καπιταλιστικό αστικό σύστημα, που όλα τα έχει «κόψει και ράψει στα μέτρα του»: εκμετάλλευση, ανεργία, φτώχεια, αμάθεια και ημιμάθεια, τέχνη (και ποιο περιεχόμενο, άραγε;) για τους λίγους και ασφαλώς όχι για τους πολλούς κ.ο.κ.  

Όποιος παρακολουθεί λυρικό θέατρο, θα έχει παρατηρήσει ότι είναι θαμώνες του κυρίως άτομα με οικονομική ευμάρεια, όπως άλλωστε συμβαίνει και με το Μέγαρο Μουσικής.  Πρόκειται για τους φίλους του λυρικού θεάτρου, τους ενημερωμένους για την αξία και την ομορφιά αυτού του είδους, για τις όπερες με τα επί το πλείστον αποϊδελογικοποιημένα λιμπρέτα τους, φυσικά, που δεν ενοχλούν τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντά τους, καθώς και τις «αξίες» της αστικής τάξης τους. Μελετούν την Ιστορία αυτού του μουσικο-θεατρικού είδους. διεθνώς και στη χώρα μας, τις βιογραφίες και τις καλλιτεχνικές δημιουργίες των συνθετών και λιμπρετιστών, τις επιδόσεις των μαεστρών και των λυρικών τραγουδιστών/ηθοποιών κ.λπ. Έχουν ενστερνισθεί και καλλιεργήσει τις  αισθητικές αξίες του λυρικού θεάτρου, τις οποίες αδυνατούν, για αντικειμενικούς λόγους, να απολαύσουν τα λαϊκά κοινωνικά στρώματα. Με την πάροδο των χρόνων, το λυρικό θέατρο βρίσκει πρόσφορο έδαφος και σε ομάδες μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων (σε πολίτες της μικροαστικής τάξης). Μερίδα, λοιπόν, της μικροαστικής τάξης –όσο της επιτρέπει ο αδηφάγος χρόνος των σκληρών εργασιακών της συνθηκών– παρακολουθεί όπερα, αφού έχει αποκτήσει και γνωστικά και οικονομικά εφόδια και προσόντα. Το ζητούμενο είναι η εξασφάλιση κατάλληλων συνθηκών για την ικανοποίηση της ανάγκης για απόλαυση του λυρικού θεάτρου και για το σύνολο της εργατικής τάξης και των λαϊκών κοινωνικών στρωμάτων. Πρόβλημα που είναι άλυτο στο αστικό κράτος και στην αστική «δημοκρατία» μας… 

Η Ελένη Ζαφειρίου, με την οποία απ’ ό,τι φαίνεται συμφωνούν οι απόψεις μας, υποστηρίζει ότι «Όσον αφορά τον διάλογο με το σύγχρονο κοινό, η όπερα ήταν ανέκαθεν και πρέπει να παραμείνει ένα λαϊκό θέατρο, που συγκεντρώνει για την υλοποίησή του όλες τις τέχνες. Έτσι εύκολα μπορεί να ανοίξει ένας διάλογος με τον θεατή/ακροατή και να προσφέρει ψυχαγωγία, ευχαρίστηση, απόλαυση και να διαπαιδαγωγήσει με τη δυναμική των στοιχείων της. » 

Θέλω να κλείσω αυτό το κείμενο με κάποια ελάχιστα απόσπασμα του λιμπρέτου της Ελένης Ζαφειρίου, όπου ο Τζορντάνο Μπρούνο βρίσκεται πλέον στον χώρο της εκτέλεσης και αναφωνεί το Κατηγορητήριό του, ως άλλος Σωκράτης, απευθυνόμενος στους κατηγόρους του, στους σκοτεινούς ιεροεξεταστές ενός θλιβερού μεσαιωνικού πνευματικού αντιεπιστημονικού ερέβους και με αυστηρό και αγέρωχο τόνο λέει, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«[…] Ένοχοι! Υπερόπτες! / Αμαρτωλοί / και των επτά θανάσιμων αμαρτημάτων. / Κωπηλατείτε αμέριμνοι / στα φονικά νερά του μαύρου βάλτου / των αδικιών σας. […] Οι ιδέες μου […] Είναι καστρόπορτα γερή, / Φύλακας θησαυρού μονάκριβου. / Γροθιά στους φόβους μου. […] παράξενο σας φαίνεται; / Δεν καίγονται. / Και τούτες οι φωτιές σας / σύντομα θα εκπνεύσουν. / Οι ποταμοί της γνώσης θα τις σβήσουν. […] Η Εκκλησία σας / με τη φωτιά του Προμηθέα / καίει ανθρώπινα κορμιά. / Εκείνος έκαιγε την τυραννία / και φέγγιζε τις ρεματιές του νου, / για να κυλήσουν γάργαρα κι ανεμπόδιστα / η μάθηση, η αμφιβολία, / η περιέργεια για το άγνωστο / κι η όμορφη μέθη της ελευθερίας. / Η αλήθεια / είτε από το στόμα διαδόθηκε / είτε είναι χαραγμένη στο χαρτί, / δεν καίγεται, δεν αποτεφρώνεται.

Ιερόσυλοι κι επίορκοι, εσείς! / Τα ράσα που κρεμάτε πάνω σας, / όμοια με σάβανα χρωματιστά / τυλίγουν απειλητικά / το ζωντανό κορμί της ανθρωπότητας. […] Το βλέμμα μου άγριο, / κατακόκκινο απ’ τη φωτιά, / σαν βέλος φλογισμένο / στα στήθια σας θα χώνεται / ευθύβολα, τρομακτικά / εις τους αιώνας των αιώνων. / Τ’ αποκαΐδια μου χορό θα στήσουν / στην ατμόσφαιρα / και το τραγούδι τους θ’ αντιλαλήσει / στο σύμπαν, στον αιθέρα / κι ανάμεσα στα άστρα θα γλιστρήσει […] Καίγομαι, αποτεφρώνομαι. Ναι! / Μα δεν εξαφανίζομαι! / Μήτε οι ιδέες μου και οι διδασκαλίες μου. […] »

Και μην νομίσει ο αναγνώστης μου ότι του μετέδωσα, με αυτά τα ελάχιστα αποσπάσματα, το σύνολο του μεγαλείου αυτού του υπέροχου λιμπρέτου… Έχει πολλά, όμορφα και δυνατά ακόμη σημεία, συγκλονιστικά για τη σκέψη μας, για τη συνείδησή μας… Η γνώμη μου είναι, αν φυσικά το εγκρίνει η δραματουργός του, να ανεβεί και ως θεατρική παράσταση, ακόμη και ως κινηματογραφική ταινία μικρού μήκους. Το αξίζει!  

Παρακαλώ τον αναγνώστη μου να διαβάσει ολόκληρο το λιμπρέτο αυτής της όπερας από το προαναφερόμενο θαυμάσιο βιβλίο της Ελένης Ζαφειρίου, που θα βρει σε όλα τα βιβλιοπωλεία της χώρας μας: Είναι βέβαιο ότι θα ενθουσιαστεί, θα συγκινηθεί, θα προβληματιστεί, θα ζήσει κι αυτός νοερά το τελευταίο στάδιο της ζωής ενός ήρωα επιστήμονα, φιλοσόφου, ποιητή και ίσως ακολουθήσει έμπρακτα, με όρθια πολιτική και κοινωνική ηθική συνείδηση, τη γενναία στάση της ζωής του Μπρούνο, μέσα σε μια αντιηρωική εποχή, όπως είναι σήμερα η δική μας. «Οι καιροί», όμως, «ου μενετοί» και είναι βέβαιο ότι θα παρουσιαστούν πάρα πολλοί που μπορεί να μην ακολουθήσουν την πορεία του Μπρούνο προς τον θάνατο, αλλά την πορεία της ταξικής μαζικής πάλης και εξέγερσης για έναν καλύτερο, δίκαιο και ειρηνικό κόσμο. 

Εκφράζω, τέλος, μια απορία μου: 

Γιατί η Ε.Λ.Σ. δεν προγραμμάτισε, σε συνεργασία με το Υπουργείο Παιδείας, και αρκετές ακόμη παραστάσεις αυτής της όπερας, για μαθητές Γυμνασίων και Λυκείων της Αθήνας και της Αττικής, συμβάλλοντας στη μουσική –και όχι μόνο– διαπαιδαγώγησή τους; Εμπόδιο ήταν άραγε το κόστος ή μια νοσηρή και επικίνδυνη αντίληψη που έχει επικρατήσει σε όλα τα επίπεδα: η μείωση κονδυλίων για τον πολιτισμό και την εκπαίδευση και η αύξησή τους για τον πόλεμο (λόγω της πολεμικής οικονομίας);

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: