Στα σκηνικά του δρόμου…

Μια δοτικότητα τυλιγμένη όχι σε διδακτορικά και μεταπτυχιακά για μοντέρνες δουλειές, μα σε λιγοστές σελίδες χρόνου και βουτηγμένη στον ντενεκέ του μπετατζή, του καλουπατζή, χθες, και στο διακριτικό άρωμα ενός καφέ, σήμερα, που άχνιζε αγώνα, απολογισμό ίσως και ανθρωπιά σίγουρα.

Γράφει η Χρύσα Μπαΐρα

Πριν κάποια χρόνια επισκέφτηκε την πόλη μας, καλεσμένος τότε της ΦΕΞ, ο Παντελής Βούλγαρης. 

Άνθρωπος δημιουργικός, μ’ ένα έργο ειδικού βάρους στις πλάτες του και με μια σεμνότητα που ξεπερνάει το σκηνοθετικό του ύψος.

Τότε λοιπόν, εκεί στη ΦΕΞ, σε μια φιλική και ζεστή όπως πάντα κουβέντα με τον κόσμο που τίμησε την παρουσία του, κάποιος ρώτησε:

“Κύριε Βούλγαρη, από πού αντλείτε τα θέματα των ταινιών σας, ποιά είναι τα ερεθίσματά σας..;”, για να πάρει την απάντηση:

“Τα θέματά μου είναι κυρίως από την ιστορία του τόπου μας και απ’ τον δρόμο…”

Με πολλή συστολή μπροστά στο μέγεθος του αγαπημένου σκηνοθέτη, δανειζόμαστε κάτι από τούτη τη φράση του, για να χωρέσουμε και να μοιραστούμε εκείνα που καθημερινά εκτυλίσσονται στο δρόμο.

Έτσι λοιπόν σαν αρχή…

………………………………….

Τυχαία η συνάντηση δύο φιλενάδων απ’ τα παλιά. Τότε που οι φιλίες στέριωναν με την φυσική παρουσία των ανθρώπων σε αντίθεση με το σήμερα όπου αρχίζουν ή εξελίσσονται με τεχνητά μέσα. Αυτά που με εκατοντάδες νουνούς τα βάφτισαν “μέσα κοινωνικής δικτύωσης”  (αναζητείται βέβαιως ακόμα το ουσιώδες… “κοινωνικόν” του πράγματος).

Σύντομος χαιρετισμός μέσα στις -εξελλιγμένες κι αυτές- ευωδιές του φούρνου και η κατάληξη σε κοντινό καφενείο λουσμένο στο πράσινο, ιδανική ανακούφιση μέσα στην απειλητική εφόρμηση του καυτού Ιούλη.

Οι θαμώνες μιας ηλικίας, οι περισσότεροι με ιστορικές, πολιτικές, κοινωνικές παρακαταθήκες σ’ ένα ξεδίπλωμα του χρόνου σαν ξεφύλλισμα σελίδων, για μια αναζητούμενη δροσιά μέσα στον καύσωνα, όχι του ΚΛΕΩΝΟΣ μα των καιρών…

Ανάμεσά τους και ο Νεζντέτ. Παιδικός φίλος από τότε που κυριαρχούσαν οι παιδότοποι-αλάνες. Εκεί όπου μαζί με το τσιλίκι, τον μπίκο, το κρυφτό με τους ασύνορους κρυψώνες σμιλεύονταν η πολυπόθητη σήμερα ελευθερία και  υπευθυνότητα των παιδιών. 

Με την καλημέρα του ξύπνησαν μνήμες από μια εποχή, που πολλοί θα ήθελαν ίσως να ζουν σήμερα μα είναι πλέον μη αναστρέψιμη.

Δύο σκέτα ελληνικά η παραγγελία και καταφθάνουν μαζί με το συγκρατημένο μηδείαμα του καφετζή και τα μετρημένα του λόγια:

“Τα καφεδάκια κερασμένα απ τον κύριο …” Και ενώ  απιθώνει τ’ άσπρα φλυτζανάκια με το χοντρό στόμιο στο ξύλινο τραπεζάκι, συγχρόνως κατευθύνει τον δείκτη προς τον Νεζντέτ. Εκείνος, μ’ ένα αθόρυβο, σεμνό χαμόγελο απολάμβανε την -δυσεύρετη σήμερα- δοτικότητά του. Μια δοτικότητα τυλιγμένη όχι σε διδακτορικά και μεταπτυχιακά για μοντέρνες δουλειές, μα σε λιγοστές σελίδες χρόνου και βουτηγμένη στον ντενεκέ του μπετατζή, του καλουπατζή, χθες, και στο διακριτικό άρωμα ενός καφέ, σήμερα, που άχνιζε αγώνα, απολογισμό ίσως και ανθρωπιά σίγουρα. Τόσο που μαζί με το “στην υγειά μας…”  ήρθαν στο νου εκείνοι οι στίχοι με τον Πασχάλη Τερζή “στα υπόγεια είναι η θέα…”

  Χρύσα Μπαΐρα

 

Φωτογραφία: Menelaos Myrillas / SOOC

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: