Κυριακή πρωί μ’ ένα ποίημα: «Χαρούμενο ποίημα – Χαιρετισμός στον André Breton» του Ρόκε Δάλτον
“Η γυναίκα μου είναι η πιο ένδοξη ρητορική αυτής της πατρίδας
όπου δε θα πεθάνουνε ποτέ ο Μπαλζάκ ή ο Κοπέρνικος
ούτε οι στραγγαλισμένοι κομμουνιστές θα δείξουν τις αποσυνθέσεις τους
στις βιτρίνες για την πυρκαγιά του Ράιχσταγκ
η γυναίκα μου είναι η συνομιλία των ψαριών κάτω από το φεγγάρι
ο πυρετός εκείνου που ζωγράφισε τις κηλίδες του λεόπαρδου
οι γεύσεις του ψωμιού οπλισμένου με αγγελτήρια
η απαγόρευση ενός καινούριου νόμου ενάντια στα λυκόφωτα…”
Ο Ρόκε Δάλτον (Roque Antonio Dalton García), ο σημαντικότερος ποιητής του Ελ Σαλβαδόρ, γεννήθηκε στις 14 του Μάη 1935 και δολοφονήθηκε στις 10 του Μάη 1975.
Γιος ενός Αμερικανού μετανάστη και μιας νοσοκόμας από το Ελ Σαλβαδόρ, σπούδασε νομικά και ανθρωπολογία. Άρχισε να γράφει ποίηση όντας φοιτητής.
Εντάχθηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα του Ελ Σαλβαδόρ σε ηλικία 22 ετών, το 1957, ενώ την ίδια χρονιά επισκέφθηκε τη Σοβιετική Ένωση.
Στην πατρίδα του διώχτηκε άγρια για την πολιτική του δράση και φυλακίστηκε επανειλημμένως.
Έζησε εξόριστος στη Γουατεμάλα, στην Τσεχοσλοβακία, όπου εργάστηκε ως ανταποκριτής για το περιοδικό «Προβλήματα της Ειρήνης και του Σοσιαλισμού», και στην Κούβα, όπου δημοσιεύτηκε το μεγαλύτερο μέρος του ποιητικού του έργου.
Υπήρξε σ’ όλη του τη ζωή στρατευμένος ποιητής και φλογερός μαρξιστής επαναστάτης, ο οποίος με το έργο του και τη ζωή του εξέφραζε την αφοσίωσή του στη σοσιαλιστική υπόθεση σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, κυρίως όμως στην Κούβα και στην πατρίδα του, το Ελ Σαλβαδόρ.
Ο Ρόκε Δάλτον από την Κούβα επέστρεψε στο Ελ Σαλβαδόρ και βγήκε στο βουνό ως μέλος του επαναστατικού κινήματος. Όπως σημειώνεται στο αφιέρωμα «Λατινοαμερικάνοι δημιουργοί νεκροί και εξαφανισμένοι από δικτατορίες» (Κική Αλεξοπούλου, Κυριακάτικος Ριζοσπάστης 20 Γενάρη 2008) ο σημαντικότερος ποιητής του Ελ Σαλβαδόρ, στις 10 του Μάη 1975 «δολοφονήθηκε υπό περίεργες συνθήκες. Πολύ πιθανόν ο δολοφόνος του να ήταν πράκτορας της CIA, ο οποίος είχε διεισδύσει στις γραμμές των ανταρτών και όχι ότι έπεσε θύμα σε σύγκρουση αντιτιθέμενων ομάδων, όπως υποστηρίχτηκε».
Το συγγραφικό έργο του Δάλτον περιλαμβάνει ποιητικές συλλογές, ένα μυθιστόρημα, μια προσωπική μαρτυρία και ένα θεατρικό έργο, καθώς και διηγήματα, κριτικές και δοκίμια που αφορούν τόσο τη λογοτεχνία όσο και την πολιτική. Μέρος της ποίησής του έχει μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, τσεχικά, ρωσικά και ιταλικά.
«Γλεντζές, αφοσιωμένος στις ιδέες του και στους φίλους, ήταν μια καταπληκτική παρουσία, με τη ρωμαλέα του ποίηση και τον γλυκό και ήπιο χαρακτήρα του, ανάμεσα στους ποιητές της γενιάς του. Έφυγε όπως έζησε στην ποίησή του: ένας ακαταμάχητος αγωνιστής που παλεύει ενάντια στη σκληρή πραγματικότητα ενός άδικου σήμερα και στο ιδεατό μιας καλύτερης κοινωνίας του μέλλοντος, ανάμεσα στην αδυσώπητη λογική εμπειρία της στιγμής και στο όνειρο που θα λυτρώσει αυτόν και τον κόσμο από την τόση οδύνη του» σημειώνει ο Ρήγας Καππάτος στην «Γενική Ανθολογία Σύγχρονης Λατινο-αμερικανικής ποίησης 1892-1975» (Εκλογή – Πρόλογος – Σημειώσεις – Μετάφραση από τα Ισπανικά: Ρήγας Καππάτος) που κυκλοφόρησε το 2011 από τις εκδόσεις Εκάτη, και στην οποία εμπεριέχεται το «Χαρούμενο ποίημα» που φιλοξενεί η στήλη.
Χαρούμενο ποίημα
Στην πατρίδα μου φτιαγμένη για να δοκιμάζουν καταπέλτες και παγίδες
ζει αυτός ο τύπος γυναίκας που αγαπώ.
Ω πώς ξεπηδά απ’ το δειλό πρωινό η γυναίκα μου
πληγωμένη στα μικρά της χρόνια από τη θάλασσα που σκέφτηκαν λιγότερο
ενάντια σε ορισμένες χαοτικές παρθενιές.
Ω πώς ξεπηδά η γυναίκα μου που φυλάει σ’ ένα σακουλάκι
την καρδιά κι έναν σπόνδυλο των ετοιμοθάνατων γονιών της
ω πώς λάμπει η γυναίκα μου με τους άπληστους πόρους στους τόπους της συνάντησης
σε κάτι πυρπολημένα απομεσήμερα απ’ της αγριοφράουλες της χαύνωσης
ω πώς κενώνει το φαΐ η αντάρτισσα γυναίκα μου που την κατασκοπεύουν
κατοικημένη από υγρά ερπετά
που ανακουφίζουν τα μεγάλα σκονισμένα ζώα
ώ πώς με δένει η γυναίκα μου που ζει χωρίς να μου πει
πώς κερδίζει το ψωμί με τη ντροπή του κόσμου
αφέντισσα μεγάλων φλογών σκλάβα
ραχιτικών δασκάλων που έφυγαν απελπισμένοι
σαν έμαθαν για την εγκυμοσύνη της μάνας μου.Η γυναίκα μου είναι η πιο ένδοξη ρητορική αυτής της πατρίδας
όπου δε θα πεθάνουνε ποτέ ο Μπαλζάκ ή ο Κοπέρνικος
ούτε οι στραγγαλισμένοι κομμουνιστές θα δείξουν τις αποσυνθέσεις τους
στις βιτρίνες για την πυρκαγιά του Ράιχσταγκ
η γυναίκα μου είναι η συνομιλία των ψαριών κάτω από το φεγγάρι
ο πυρετός εκείνου που ζωγράφισε τις κηλίδες του λεόπαρδου
οι γεύσεις του ψωμιού οπλισμένου με αγγελτήρια
η απαγόρευση ενός καινούριου νόμου ενάντια στα λυκόφωτα.Τα μάτια της πλημμυρισμένα πράγματα
παρακινούν το κλάμα στους δώδεκα ωραιότερους πολυελαίους του κόσμου
αφού ανάμεσα σε πέτρινα κύματα ανάμεσα σε ενορχηστρώσεις
σαλιγκαριών κοπιαστικά χτισμένων
ήθελε να ξεκουράσει τους πονεμένους αφρούς της.Το αίμα της ωραίο και τρομερό σταματά μόνο από τα γεράκια
από κάτι σκασίματα στον ήχο των κόκκινων δακτύλων
κι από τους ύπερους του κρίνου που διαπερνάν τις παρτιτούρες του τυφλού.Είναι αρρώστιες είναι πίνακες νέων Γάλλων ζωγράφων
καταυλισμένων στην παρακμή του μύρτου
στα αλληλούια των απόκρυφων
ή στην τελική τρυφεράδα των δολοφονημένων πλάι σ’ ένα ποτάμι από γύψο.Τα μαλλιά της είναι σφριγηλοί χορευτές από χρυσάφι φλεγόμενοι
πρωταρχικές κλωστές της μεσημβρίας κλεμμένης από την καταιγίδα
ξαφνικές πυρκαγιές
κομμένες από την ντροπή στα βάθη της θύμησης.Το σώμα της είναι όλα τα πράγματα.
Τη γυναίκα μου τη λένε Χιμένα ή ουράνιο λαγουδάκι ή απλά κοπέλα
και την γνώρισα πριν πέντε λεπτά.
“Κυριακή πρωί μ’ ένα ποίημα”: Δείτε όλα τα ποιήματα εδώ.
