Κυριακή πρωί μ’ ένα ποίημα: «Μια πόλη φυτρώνει μέσα στην πληγή μου! (Οι Πληγές)» της Φιντάα Αμπού Μάριαμ (Fedaa Abu Mariam)

“Η πόλη δεν είναι όνομα.
Είναι ο ήχος μιας μπουλντόζας
που καταβροχθίζει τον ορίζοντα.
Είναι η μυρωδιά του ψωμιού
που πνίγηκε στον φούρνο
κι ένα δωμάτιο με καθρέφτη
που καθρεφτίζει τον ουρανό,
όχι για να σου δώσει ελπίδα,
αλλά για να σου πει
πως η καταστροφή δεν έχει ταβάνι!”

Η Παλαιστίνια ποιήτρια Φιντάα Αμπού Μάριαμ (Fedaa Abu Mariam) γεννήθηκε και ζει στην πόλη της Γάζας. Είναι απόφοιτη «Αραβικής γλώσσας και των μεθόδων διδασκαλίας της» του Πανεπιστημίου Al-Agsa ενώ συνέχισε και ολοκλήρωσε τις σπουδές της στην «Αραβική Λογοτεχνία και Κριτική» στο Πανεπιστήμιο Al-Azhar.

Είναι καθηγήτρια Αραβικών και αυτή την περίοδο εργάζεται για την τεκμηρίωση της φωνής των πενθούντων γυναικών, οι οποίες βίωσαν, κυρίως, πένθος πρώτου βαθμού και τον αντίκτυπό του στην προσωπικότητά τους κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Γάζα, για να καθιερωθεί η ιδέα της αφήγησης ως γέφυρα ψυχολογικής ανακούφισης για τις γυναίκες υπό τη σκιά του πολέμου.

Ως συγγραφέας συμμετέχει σε πολλές διαδικτυακές πλατφόρμες. Δραστηριοποιείται ενεργά και είναι ιδρυτικό μέλος πολιτιστικών ομάδων στη Γάζα.

Η ποιητική της συλλογή «Άφησα το πρόσωπό μου στον καθρέφτη» είναι η πρώτη που μεταφράζεται στα ελληνικά. Κυκλοφορεί σε δίγλωσση έκδοση (Αραβικά – Ελληνικά), από τις εξαιρετικές «εκδόσεις Ειρήνη», σε μετάφραση Ναουζάτ Χαντίντ (Α’ έκδοση, Σεπτέμβρης 2025).

Στην ίδια έκδοση εμπεριέχεται το ποίημα που φιλοξενεί σήμερα η στήλη. Συγκεκριμένα πρόκειται για το πρώτο από τα 5 μέρη της συγκλονιστικής σύνθεσης «Οι Πληγές (μικρές προεξοχές μπροστά στον μεγάλο ακρωτηριασμό της πόλης)».

(1)

Μια πόλη φυτρώνει μέσα στην πληγή μου!

Στην πλάτη μου υπάρχει ένα απόστημα.
Όχι, δεν μοιάζει με σάπια σάρκα
ούτε με στάλα πύον.
Είναι παράθυρο
αντίκρυ σε πόλη
που κατατρώει ο χρόνος
σαν πεινασμένος δίχως δόντια.

Όταν ο γιατρός το πιέζει
στο κεφάλι μου εκρήγνυται φως.
Βλέπω στέγες που γέρνουν
κρεβάτια αναποδογυρισμένα
μάτια που κοιτάζουν κάτω απ’ τα χαλάσματα
και ρωτούν:
Ήσουν εσύ η κραυγή;

Το απόστημα
ένα χαλί από θραύσματα.
Κάθε κόμπος του ένα παιδί
που δεν πρόλαβε να γελάσει.
Μια γυναίκα που άφησε το στήθος της
για να το κάνει κράνος
για του γιου της το κεφάλι.

Σε κάθε σουβλιά
ξυπνά μια γειτονιά
απ’ τον λήθαργο της σκόνης.
Και σε κάθε στάλα πύον
ξεπλένεται το όνομα ενός δρόμου
που δεν απέμεινε απ’ αυτόν
παρά μονάχα ένα όνομα
σ’ έναν τοίχο που γέρνει.

Η πόλη δεν είναι όνομα.
Είναι ο ήχος μιας μπουλντόζας
που καταβροχθίζει τον ορίζοντα.
Είναι η μυρωδιά του ψωμιού
που πνίγηκε στον φούρνο
κι ένα δωμάτιο με καθρέφτη
που καθρεφτίζει τον ουρανό,
όχι για να σου δώσει ελπίδα,
αλλά για να σου πει
πως η καταστροφή δεν έχει ταβάνι!

Τη νύχτα,
όταν καταλαγιάζουν μέσα μου τα κύματα,
έρχεται η θάλασσα
με το γαλανό της αλάτι.
Σκύβει πάνω στην πληγή της πόλης
σαν γέρος πατέρας
που προσπαθεί να πλύνει της κόρης του
το αίμα.
Πλένει
και ξαναπλένει
μα το αίμα
είναι πιο βαθύ απ’ την επιθυμία του για γιατρειά.

Η θάλασσα
δεν τραγουδά πια,
ψιθυρίζει,
έπειτα σωπαίνει,
λες κι έχει καταλάβει
πως τίποτα δεν γιατρεύεται μ’ αλάτι.
Πως η πόλη
είναι πιο δυνατή απ’ το νερό
και πιο βαριά απ’ το πένθος.

Στην πλάτη μου
ένα απόστημα.
Στο βάθος του
ένας χάρτης αιμορραγίας δίχως τέλος.
Στο πλευρό μου
λόφοι από πληγές
που πολλαπλασιάζονται σαν ορφανά.
Κάθε φορά που αγκαλιάζω μία,
μια άλλη ουρλιάζει.
Μην πείτε:
Ήταν κάτι περαστικό.
Γιατί περαστικός είναι εκείνος που άφησε τον τόπο δίχως τραύματα.
Όμως εγώ,
κουβάλησα τα ερείπια στο αίμα μου.
Τα πλευρά μου έγιναν πέρασμα για ασθενοφόρα
κι η φωνή μου
πρόχειρο μητρώο νεκρών.

Στην πλάτη μου υπάρχει ένα απόστημα
κι εκεί κατοικεί ένας δρόμος
που δεν φυτεύει δέντρα πια,
παρά μονάχα νάρκες.

Ένα απόστημα.
Κάθε φορά που κοιτάζω των εαυτό μου στον καθρέφτη
βλέπω το πρόσωπο της πόλης
να μου λέει:
Σταυρώνομαι ακόμα κάθε αυγή,
κι όμως, κανείς δε γράφει τ’ όνομά μου
στην πέτρα της σωτηρίας.

“Κυριακή πρωί μ’ ένα ποίημα”: Δείτε όλα τα ποιήματα εδώ.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: