Γιώργος Μάνθος: «Π τ ώ σ (ε) ι ς»
“Στου μαύρου Χρόνου τη στροφή που θέλεις να περάσεις,
στυγνός και δίκαιος κριτής είν’ ο λαός και μόνο,
αυτός που πόνο μαρτυρά με πλέρια παρρησία
και που αντέχει βάσανα χωρίς λιποψυχία…”
«Π τ ώ σ (ε) ι ς»
Ονομαστική:
Δεν είχε όνομα ο πόλεμος.
Αβάστακτη η ανωνυμία του ειδώλου του
τον έπνιγε στην κολυμβήθρα των εθνών.
Λούστηκε τις τελευταίες σταγόνες υπόληψης
-ψιχία στον κάλαθο των αχρήστων των αρχόντων-
κι αναστήθηκε στο άκουσμα του ονόματος: «ο Δίκαιος».
Ανομολόγητη η σύρραξη των φύλων
στα προσευχητάρια των αναδόχων του.
Άρρεν και θήλυ θα συγκρουστούν
στα άρθρα, στις συνθήκες, στις υπογραφές.
Το «όμικρον» θα ευνουχιστεί,
αιμάτινη παράφραση στα ερείπια των πόλεων,
στα αποκαμωμένα μέτωπα, στα φαντάσματα των θυμάτων•
το σωτήριο «ήτα» θα σωθεί.
Στην κατακλείδα του Θούριου ο λαός θα τραγουδά:
Τ’ άστρο του «Δικαίου» έδυσε, ο Ήλιος της «Δίκης» θ’ ανατέλλει.
Γενική:
Μην ιδιοποιείσθε τον πόλεμο, μην καπηλεύεσθε την δικαιοσύνη.
«Ο Δίκαιός» σας είναι κατ’ ευφημισμόν τυφλός,
στις συνθήκες που υπογράφει, σάς προδίδει.
Κόπτεσθε να μάς ποδηγετείτε. Ο πόλεμός σας γεννά τον δικό μας.
Δοτική:
Πάντα ξόρκιζα τον λαβύρινθό μου,
τις απέλπιδες ώρες της περιπλάνησης,
με τον μίτο της Αριάδνης να γνέθει μαντήλι
να σκουπίσει τον ιδρώτα της ασφυξίας,
έως να βρω τον Μινώταυρο.
Στον λαβύρινθο του πολέμου
τα τέρατα μεταμορφώνονται σε αγγέλους
για ν’ αγιάσουν τον σκοπό.
Ο μίτος της Αριάδνης ξοδεύτηκε
σε λιωμένα μαντήλια από όξινα δάκρυα.
Οι θεοί κρύφτηκαν κι η έξοδος ένα απανθρακωμένο δάσος
να ζει στο απολίθωμα μιας κάθαρσης.
Αιτιατική:
Εκείνη τη νύχτα, μετέωρα ερωτηματικά
βάραιναν το σύγνεφο που σκέπαζε την πόλη.
Δεν ήταν ο καιρός που πάλευε με τους ανθρώπους•
ήταν που ο άνθρωπος εναντιωνόταν στον καιρό,
που θα έβρεχε κάρβουνο κι ατσάλι,
που η φωτιά θα έγλειφε το παραθύρι,
καθώς θα έβλεπες τον αδερφό να σε σημαδεύει
με την κάνη του όπλου του στο κατώφλι της σπασμένης πόρτας σου,
που ο ουρανός πλανήθηκε κι αρνήθηκε την αγκάλη της ροδαυγής
κι εμόλεψε τους όρκους του, ερωτοτροπώντας με το λάγνο σύγνεφο
που τού ’ταξε ο «Δίκαιος».
Μήπως έφταιξαν οι μανάδες που γεννάνε τα παιδιά;
Μήπως το χαμογέλιο των παιδιών που σκιρτούν
στο αντίκρυσμα του κόσμου;
Μήπως που το μέλλον του κόσμου είναι τα παιδιά;
Μήπως που οι γραίες και οι γέροντες μοιράζονταν
το ψωμί τους με τους φτωχούς;
Και η ετυμηγορία της καταιγίδας ήταν αστραπή και κάθαρση:
ο ουρανός αμάρτησε ενώπιον Θεού κι ανθρώπων.
Γνωρίζω και καρφώνω τον ένοχο.
Καθαίρω το αποκύημα της Ιστορίας.
Το απολαμβάνω.
Ναι πολεμώ τον πάλαι ποτέ Δίκαιο,
τον ξεσκεπάζω και τον καθίζω στο εδώλιο.
Κλητική:
Ω, πόλεμε κατακτητή, ατρόμητε και μόνε,
που με τη φλόγα τρέφεσαι και στη φωτιά γεννιέσαι,
«Δίκαιον» σ’ ονομάσανε του κόσμου οι Αφεντάδες,
να πάρουνε την έγκριση, να σ’ επικαλεστούνε,
να διαφεντεύει τ’ άδικο εκεί που πολεμούνε.
Όλη την κτίση μόλεψες, ρούχνισες τη φωτιά σου,
δράκος σωστός βρυχήθηκες, σπάραξες τα παιδιά σου,
έκαψες γη και ουρανό, εξόρισες τον ήλιο,
κατέβασες τα σύγνεφα, βούλιαξες τα καράβια.
Κι ένα φτωχούλι κι ορφανό πλανιέται στα καμένα,
ένα ναυάγιο σκαρί να βρει αγκυροβόλι.
Όμως το πλήρωμα θα ’ρθει που ο χρόνος θα φροντίσει,
την περικεφαλαία σου σκουριά να την σαπίσει
κι έτσι το Δίκαιο σερνικό σε Δίκη θα ξεφτίσει.
Κι αν σε βαφτίσαν Δίκαιο, το δίκιο σου εχάθη
Δίκη θεού σε στοίχειωσε, δίκη και θα περάσεις,
στο δικαστήριο του λαού θα πάρουν αποφάσεις:
Αν θα σωθείς, αν θα κριθείς, αν ίσως και θ’ αγιάσεις.
Στου μαύρου Χρόνου τη στροφή που θέλεις να περάσεις,
στυγνός και δίκαιος κριτής είν’ ο λαός και μόνο,
αυτός που πόνο μαρτυρά με πλέρια παρρησία
και που αντέχει βάσανα χωρίς λιποψυχία.
Μπροστάρης στον ξεσηκωμό θα φέρει την Ειρήνη,
χωρίς δώρο τον πόλεμο που εγγύηση δεν δίνει.
Δεν του αξίζει η προσφορά, δεν θα δεχθεί το δώρο,
πίσω σάς το επιστρέφουμε να το χαρείτε μόνοι,
να πολεμάτε μοναχοί τους μύλους του Κιχώτη
και στον λαό μην ψάχνετε να βρείτε στρατιώτη.
Γιώργος Μάνθος
Αδημοσίευτο ποίημα, που δημοσιεύεται εδώ για πρώτη φορά.
*
Ο Γιώργος Μάνθος γεννήθηκε στην Καρδίτσα, όπου και τελείωσε την βασική του εκπαίδευση. Συνέχισε στην Αθήνα στην Ιατρική Σχολή και πήρε την ειδικότητα του γαστρεντερολόγου. Επέστρεψε στην ιδιαίτερη πατρίδα του όπου ασκεί την ιατρική στο ιδιωτικό του ιατρείο. Η αγάπη του για τις τέχνες ξεκίνησε από την αίθουσα του Ωδείου, οπού φοίτησε και διδάχθηκε πιάνο, θεωρία και φωνητική. Μελοποιεί ποιήματα και τα τραγουδά. Ενότητα ποιημάτων μελοποιημένων σε στίχους Αγγελικής Ραυτοπούλου θα κυκλοφορήσει με τον τίτλο «Στου ονείρου τ’ άγρια τα κενά». Συμμετείχε στην δημιουργία του άλμπουμ «Μονσούν» ως παραγωγός. Έχει κυκλοφορήσει μία ποιητική συλλογή με τίτλο «Στον νυγμό του διαβήτη» από τις εκδόσεις Αρισταρέτη. Είναι παντρεμένος με την ποιήτρια, συγγραφέα και ζωγράφο Αγγελική Ραυτοπούλου.
