Το ψαροχώρι (Πόλεμος Ι)

“Ήταν η ώρα που το ακρωτήρι μένει γυμνό
κι ο κόσμος στενεύει στα σπίτια
σ’ αυτό το μικρό ψαροχώρι που είχαμε
δίχως φως συνηθίσει.”

ΤΟ ΨΑΡΟΧΩΡΙ (ΠΟΛΕΜΟΣ Ι)

Κολυμπούν αργά,
δίχως φως,
αφού νυχτώσει.

Δεν έχει αχινούς εδώ,
δεν έχει σμέρνες,
και το αίμα αν κυλάει ειν’ αδιάφορο.

Κάποτε,
μορφές περνούν ανάμεσα σε βάρκες,
και μια φωνή που έψαχνε τα πόδια της
χάθηκε πίσω απ’ το βράχο ή μια οροσειρά
—δύσκολο να ‘σαι σίγουρος,
κάπως ξεχνάς τα μάτια σου με τον καιρό.

Ένα κορμί πρόβαλλε,
ένα παλικάρι,
σαν μας άκουσε να λέμε:
Γλυκιά μαύρη θάλασσα.

Πατέρα, είπε
αφού η ζωή είναι γλυκιά
και ο ήλιος αύριο θα μας ζεστάνει,
εμένα γιατί θα με πάρουν;

Μήτε γνωρίζαμε αν είχε πατέρα
μήτε τι να του απαντήσουμε.

Ήταν η ώρα που το ακρωτήρι μένει γυμνό
κι ο κόσμος στενεύει στα σπίτια
σ’ αυτό το μικρό ψαροχώρι που είχαμε
δίχως φως συνηθίσει.

Χάρης Αντωνέλης

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: