Η 4η Αυγούστου και το κάψιμο των βιβλίων (4Β)

“Το πνεύμα έχει πάντα την ικανότητα μέσα σε δύσκολες συνθήκες και κάτου από την πιο μαύρη τρομοκρατία να εκφράζεται προοδευτικά. Το πνεύμα αυτό καθαυτό δεν υποδουλώθηκε και δεν έγινε όργανο της διχτατορίας, και εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, κανένας άξιος συγγραφέας δεν την υπηρέτησε”.

Η 4η ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΨΙΜΟ ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ
Το περιοδικό «Νεοελληνικά Γράμματα» στην πρώτη γραμμή του αγώνα
«Η φασιστική λογοκρισία απαγόρευε να γράφουμε τη φράση “Αθηναϊκή Δημοκρατία”. Την αντικαταστήσαμε με τη φράση “η λαοκρατική Αθήνα”»

ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ (Β’)

Το περιοδικό «Νεοελληνικά Γράμματα» βγαίνει μέσα από τις πυρκαγιές που άναψαν οι φανατικοί παρακρατικοί και προσπαθεί να αντισταθεί, μέσα από τους καπνούς και τις στάχτες που άφησαν πίσω τους τα καμένα προοδευτικά βιβλία. Επικίνδυνο εγχείρημα για να επιβιώσει, με πανταχού παρούσα τη λογοκρισία; Σε υπερθετικό βαθμό, που όμως δεν υποχώρησε, καθώς από τις σελίδες του πέρασαν πρώτης τάξης συγγραφείς, διανοούμενοι και κριτικοί.

Ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Αγγελος Σικελιανός, ο Κωστής Παλαμάς, ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, ο Κώστας Βάρναλης, ο Γιάννης Κορδάτος, ο Γεώργιος Δροσίνης, ο Γιάννης και η Ρόζα Ιμβριώτη, ο Βασίλης Ρώτας, ο Χαράλαμπος Θεοδωρίδης, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, ο Ρώμος Φιλύρας, η Λιλή Ιακωβίδη, ο Θέμος Κορνάρος, ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, ο Μάρκος Αυγέρης, η Γαλάτεια Καζαντζάκη, ο Λέων Κουκούλας, η Μελισσάνθη, ο Κώστας Ουράνης, η Αθηνά Ταρσούλη, ο Νίκος Κατηφόρης, ο Κ. Θ. Δημαράς, ο Νικηφόρος Βρεττάκος.

Και από κοντά οι ξένοι ελληνιστές Μιραμπέλ, Μερλιέ, Μιλιέξ, Μενιέ, Ρουσέλ, Μπο-Μποβί. Αλλά και υψηλού επιπέδου συνεργασίες, καθώς δέχτηκαν να γράψουν ειδικά για το ελληνικό περιοδικό δυο φερώνυμοι Γάλλοι: Ο ποιητής Πολ Βαλερί και ο νομπελίστας πεζογράφος Αντρέ Ζιντ.

Διαβάζουμε στο πρώτο τεύχος της επανέκδοσης του εντύπου (του οποίου η κυκλοφορία κατά την προηγούμενη περίοδο ήταν οικονομικά δυσβάσταχτη, ωστόσο, λόγω της αξιοπιστίας που είχε αποκτήσει, το αναγνωστικό κοινό πιστά θα το ακολουθούσε σ’ αυτήν τη δεύτερη φάση του):

Μια φιλολογική και καλλιτεχνική εφημερίδα

«Τα “Νεοελληνικά Γράμματα” στάθηκε φανερό απ’ όταν εκδόθηκαν πως ανταποκρίθηκαν σε κάτι που από καιρό αναζητούσε το αναγνωστικό κοινό του τόπου μας. Ηρθαν να συμπληρώσουν το κενό ανάμεσα στο αυστηρά λογοτεχνικό περιοδικό και στο άλλο, το δίχως καμιά πνευματικότητα.(…) Επανεκδίδονται σήμερα με την απόφαση να ολοκληρώσουν στη δεύτερη αυτή περίοδό τους το αρχικό τους πρόγραμμα επάνω σε πιο άρτιες και πλατύτερες βάσεις.Σ’ όλα τα μέρη του κόσμου κυριάρχησε η εβδομαδιαία φιλολογική και καλλιτεχνική επιθεώρηση στο σχήμα της εφημερίδας, όπου ο αναγνώστης δίπλα στο σοβαρό άρθρο και την κριτική για όλα τα πνευματικά και καλλιτεχνικά ζητήματα που τον απασχολούν διαβάζει εντυπώσεις και σκίτσα από την καθημερινή ζωή του, στήλες για όσα ενδιαφέρουν τις γυναίκες, την κίνηση του υπαίθρου, την επίκαιρη κ.λπ.

Τα “Νεοελληνικά Γράμματα” θ’ ακολουθήσουν πιστά τον τύπο αυτόν της περιοδικής εφημερίδας που επιβλήθηκε παγκόσμια.

Επίσης θα προσφέρουν στους αναγνώστες τους μια άρτια ειδησεογραφία. Ολα τα γεγονότα, τα παρασκήνια κι η ζωή του θεάτρου, των εικαστικών τεχνών, του βιβλίου, θα περνούν από εβδομάδα σε εβδομάδα, μέσα σε σύντομες σπαρταριστές στιγμές.

Οσο για την πρωτότυπη λογοτεχνική εργασία, νομίζουμε πως τα ονόματα των συνεργατών μας (…) είναι αρκετά να βεβαιώσουν τον καθένα για την εκλεκτικότητα που θα επιδιώξουν στη σοβαρή πνευματική τους ύλη τα “Νεοελληνικά Γράμματα”».

Και σε συνθήκες φίμωσης του λόγου και κλείσιμο των εντύπων, πώς μπορούσε να κρεμιέται στα σημεία πώλησης το σε σχήμα εφημερίδας περιοδικό; Εξηγεί ο Δημήτρης Φωτιάδης στον Κ. Πορφύρη, στην «Επιθεώρηση Τέχνης» (αριθ. 80 – 81, Αύγουστος – Σεπτέμβρης 1961):

«Ωσπου να γίνουν οι ετοιμασίες της έκδοσης, ξαφνικά, στις 4 Αυγούστου, ήρθε να ανακόψει την πορεία του λαού μας ο αλησμόνητος εκείνος “Τρίτος Ελληνικός Πολιτισμός”. Ακολούθησε κάποιος δισταγμός. Υστερα από τη λογοκρισία πούβαλε η δικτατορία, τι νόημα θα είχε να βγει το περιοδικό;».

Ενα όργανο πάλης για τα κακώς καλλιτεχνικά κείμενα

«Εμείς το είχαμε φανταστεί σαν ένα όργανο πάλης που θα χτυπούσε ό,τι κακό υπήρχε στα γράμματα και στις καλές τέχνες στον τόπο μας και θα βοηθούσε καθετί καλό, που θα γκρέμιζε καθιερωμένες αξίες και θα καθιέρωνε καινούριες. Στο τέλος υπερίσχυσε η γνώμη πως τώρα, μέσα στο καθεστώς της δικτατορίας, όταν είχαν σωπάσει όλες οι έντιμες φωνές, ήταν περισσότερο από κάθε άλλη φορά χρήσιμο να βγει το περιοδικό».

Μετά από καθημερινές επεξεργασίες, δεν άργησαν να βρουν τις μορφές πάλης που θα ακολουθούσαν, θυμάται ο Δ. Φωτιάδης. Και, αλήθεια, ποιες ήταν αυτές; Πώς απέφευγαν τη δαγκάνα του υπουργείου Τύπου;

Το πνεύμα δεν έγινε όργανο της δικτατορίας

«Μέσα στις συνθήκες της πιο κοντόφθαλμης προληπτικής λογοκρισίας», εκτιμά εκ των υστέρων, «οι λέξεις παίρνανε συχνά διαφορετική σημασία από κείνη που είχαν. Σας φέρνω ένα παράδειγμα: Η φασιστική λογοκρισία απαγόρευε να γράφουμε τη φράση “Αθηναϊκή Δημοκρατία”. Την αντικαταστήσαμε με τη φράση “η λαοκρατική Αθήνα”. Και αυτή τη φράση, όσο παράξενο κι αν φαίνεται τώρα, η λογοκρισία την επέτρεπε.

Το πνεύμα έχει πάντα την ικανότητα μέσα σε δύσκολες συνθήκες και κάτου από την πιο μαύρη τρομοκρατία να εκφράζεται προοδευτικά. Το πνεύμα αυτό καθαυτό δεν υποδουλώθηκε και δεν έγινε όργανο της διχτατορίας, και εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, κανένας άξιος συγγραφέας δεν την υπηρέτησε».

Στις σελίδες παρουσιάζονταν Σοβιετικοί συγγραφείς

Το περιοδικό στάθηκε στο ύψος των καιρών και πρέπει να χρεώσουμε τις επιλογές του κυρίως στον τολμητία διευθυντή του, Δημήτρη Φωτιάδη, ο οποίος έφερε στο προσκήνιο σελίδες της υπό συγκρότηση σοβιετικής λογοτεχνίας. Οπωσδήποτε τον πατριάρχη της, Μαξίμ Γκόρκι, και τους διαμορφωτές του νέου ύφους της, όπως ο Αλεξέι Τολστόι και ο Μιχαΐλ Ζοστσένκο.

«Με κάθε τρόπο, πάντα τον ίδιο στόχο, τον φασισμό»

Πάντως, ο αρχισυντάκτης της «Επιθεώρησης Τέχνης» Κ. Πορφύρης επιμένει: «Με ποιους άλλους τρόπους τα “Νεοελληνικά Γράμματα” προσπάθησαν να πολεμήσουν τη διχτατορία;».

«Κάθε φορά», δίνει την απάντηση, «χρησιμοποιούσαμε διαφορετικούς τρόπους, που χτυπούσαν όμως πάντα τον ίδιο στόχο: Τον φασισμό. Δημοσιεύοντας λ.χ. αποσπάσματα από τον “Ρήγα Βελεστινλή” του Βασίλη Ρώτα, κάναμε τη δουλειά μας. Και τη στιγμή που χιλιάδες αντιφασίστες σάπιζαν στις φυλακές και στις εξορίες – μερικοί είχαν κιόλας δολοφονηθεί – καταλαβαίνετε τι ήταν να δημοσιεύουμε εμείς ποιήματα σαν κι αυτό εδώ – είναι ένα ποίημα του Ιβάν Βάζοφ (σ.σ. εθνικού ποιητή της Βουλγαρίας), μεταφρασμένο από τον Πέτρο Τριαντάφυλλο, για κάποιον παλιό λαϊκό αγωνιστή των Βαλκανίων».

Ο Φωτιάδης διαβάζει μπροστά στον συνομιλητή του μέρος του ποιήματος «Λέφσκι», από το οποίο αναδημοσιεύουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα:

«Ητανε τα λόγια του και απλά και λίγα / φλόγα αψιά γιομάτα και γλυκές ελπίδες! / Οπου κι αν βρισκόταν για ξεσηκωμό / πάντα του μιλούσε και για λευτεριά / πως καιρός πια ο σκλάβος τον ζυγό / να σκωθεί να σπάσει τσ’ αλυσίδες».

Αναδημοσιεύεται από τη στήλη “Δαχτυλικά Αποτυπώματα” του Ριζοσπάστη Σάββατο 19 Σεπτέμβρη 2026 – Κυριακή 20 Σεπτέμβρη 2026. Τη στήλη επιμελείται ο Βασίλης Καλαμαράς, δημοσιογράφος, συγγραφέας, κριτικός βιβλίου. Το πρωτότυπο δημοσίευμα του Ριζοσπάστη συνοδεύεται από πλούσια εικονογράφηση.

 

 

Η 4η Αυγούστου και το κάψιμο των βιβλίων (4Α)

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: